Δύο πόδια ενωμένα. Μία τριβή, ένα άγγιγμα, ένας κοινός δρόμος.
Ένα ζευγάρι μαύρα, καλογυαλισμένα μοκασίνια. Πολυφορεμένα, γεμάτα σημάδια από το χρόνο αλλά ανθεκτικά σε κάθε είδους ταλαιπωρία.
Ένα ζευγάρι οκτάποντες γόβες. Κλασικές ασπρόμαυρες με μαύρο λουράκι που δένει στον αστράγαλο. Μοναδική λεπτομέρεια το κόκκινο τακούνι της γόβας και το μεγάλο κατακόκκινο τριαντάφυλλο στη βάση των δαχτύλων. Μία ασυνήθιστη πινελιά μέσα στο κλασσικό.
Ένας έντονος αργός χορός. Αλλαγές με πάθος. Ένας τσακωμός, μία επανασύνδεση, μία κοινή πορεία, ένα κυνηγητό. Αγάπη που εναλλάσσεται με μίσος και πάθος που μετατρέπεται σε βαρεμάρα.
Ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο.

Κόκκινο ύφασμα στροβιλίζεται γύρω από τα γόνατα της και στριμώχνεται ανάμεσα στα πόδια της με κάθε στροφή. Οι γυμνές γάμπες της ακολουθούν το ρυθμό που ορίζει ο παρτενέρ της. Αυτόν ζήτησε. Τον ονειρευόταν από μικρό κοριτσάκι και τον κρατούσε σαν ένα ανομολόγητο μυστικό κλειδωμένο μέσα στην ψυχή της. Περίμενε απεγνωσμένα τη στιγμή που θα χόρευε με αυτόν τον άντρα που την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του. Αυτόν που θα την οδηγούσε πάνω σε δύσβατα μονοπάτια και θα της έδειχνε το δρόμο. Είχε χορέψει και με άλλους παρτενέρ όλα αυτά τα χρόνια. Μουντές κινήσεις, χαλαρό άγγιγμα στις παλάμες. Ένας ασυγχρόνιστος χορός με μοναδικό κοινό σημείο τη δίψα για έκφραση. Μία έκφραση όμως που ήταν τόσο διαφορετική για τον καθέναν. Πάθος που εκτυλισσόταν σε διαφορετικές διακυμάνσεις από το δικό της. Και αυτή συνέχισε να χορεύει μέχρι που πλέον δεν έβλεπε το συνοδό της αλλά τον εαυτό της μέσα από το χορό του. Και έκλεινε τα μάτια γιατί δεν άντεχε να αντικρίζει τα ελαττώματα της να καθρεφτίζονται στο βλέμμα του.
Την οδηγεί με αργές αλλά έντονες κινήσεις, γεμάτες αποφασιστικότητα. Ήταν γεννημένος γι αυτό. Ακόμα και τις στιγμές που δεν ένιωθε αυτή τη σιγουριά να γεμίζει το στέρνο του, κλείδωνε τις αντιστάσεις του και συνέχιζε. Ήταν καθήκον του να οδηγεί, να προστατεύει. Ήταν καθήκον του να φροντίζει αυτούς που έχουν ανάγκη. Αυτό είχε μάθει μέσα από το σπίτι του, από το αρσενικό πρότυπο της οικογένειας του. Το απολάμβανε κατά βάθος, δεν γκρίνιαζε ποτέ γι’ αυτό το ρόλο του. Αλλά κάποιες στιγμές αυτό το καθήκον στεκόταν σαν βαρίδι πάνω στους ώμους του και τότε το μόνο που είχε ανάγκη ήταν να αποτινάξει από πάνω του αυτό το βάρος. Να ανασάνει ελεύθερα χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς προσδοκίες. Χωρίς ενοχές. Να αφήσει τον εαυτό του γυμνό από ρόλους και να δεχτεί με ανακούφιση αυτά που είχε προσφέρει όλα τα χρόνια της ζωής του.

Τα πόδια έχουν πάρει φωτιά μέσα από τις ακαθόριστες κινήσεις του χορού. Μία πάλη για εξουσία διαδραματίζεται μέσα στους τέσσερις τοίχους και το ξύλινο πάτωμα περιμένει υπομονετικά τη στιγμή του κρεσέντο.
Τα βλέμματα ενώνονται καθώς τα κορμιά απομακρύνονται μεταξύ τους. Η ενέργεια ανάμεσα τους είναι έτοιμη να βάλει φωτιά στο χώρο. Όπως η αγάπη τους τόσα χρόνια. Ήταν το μοναδικό πράγμα που τους κράτησε μαζί. Όσες θυελλώδεις θάλασσες κι αν ταξίδεψαν, μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα μυστικό νησί για να ξεκουράζουν για λίγο τα ταλαιπωρημένα κορμιά τους πριν συνεχίσουν τον αγώνα τους. Αυτό το νησί είχε δημιουργηθεί από τον καρμικό δεσμό μεταξύ τους. Αυτός τους κράτησε τόσα χρόνια και συντηρούσε την αγάπη τους. Το ένιωθαν όμως πως η παλίρροια είχε αρχίσει να ρουφάει αργά αλλά σταθερά την άμμο, πως σύντομα θα έχαναν τη γη κάτω από τα πόδια τους και θα κολυμπούσαν μέχρι να βυθιστούν. Και ο μεγαλύτερος φόβος τους ήταν πως γνώριζαν βαθιά μέσα τους πώς να αποτρέψουν το αναπόφευκτο αλλά δεν άντεχαν να ξεγυμνωθούν.
Μια στροφή επιτόπια. Η φούστα ανασηκώνεται και τυλίγεται σαν μαστίγιο γύρω από τους μηρούς της. Κλείνει τα μάτια και αφήνεται στη δίνη που την παρασύρει στο παρελθόν. Σε όλες εκείνες τις φορές που έκλεισε τα μάτια της μπροστά στην αδικία. Σε εκείνες τις φορές που βούλωσε με τα χέρια της τα αυτιά της για να μην ακούσει το παράπονο που ήξερε ότι ήταν αληθινό και το αναγνώριζε αλλά της ήταν αδύνατο να δώσει βάση γιατί μετά θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τη δική της αδυναμία. Σε εκείνες τις φορές που ήθελε να ουρλιάξει για να διώξει μακριά το κακό που ένιωθε να έρχεται αλλά δεν το έκανε, ήταν ονειροπόλα, έβλεπε μόνο το φως και έκλεινε τα μάτια στο σκοτάδι σαν να μην υπήρχε.
Μία στροφή επιτόπια. Το πουκάμισο τσιτώνεται στην πλάτη του και τον αναγκάζει να δει την αλήθεια. Να δει πως ό,τι και να κάνει, τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει το μέλλον. Όσα είχε να πει τα είπε, τα ούρλιαξε, τα εκτόνωσε στα δάκρυα και στις μπουνιές στους τοίχους. Η πραγματικότητα τον χτύπησε στο πρόσωπο αδυσώπητα και τον έκανε να ρίξει τις παρωπίδες του. Και τότε άφησε τον πόνο να τον παρασύρει στο γιατί. Να τον κάνει να λυπηθεί τον εαυτό του για όσα είχε υπομείνει στο όνομα της αγάπης. Να συνειδητοποιήσει πως είχε αφήσει τον εαυτό του πίσω τόσα χρόνια στην προσπάθεια του να οδηγήσει αυτόν τον χορό στο ζενίθ.

Δύο βήματα μπροστά, τέσσερα πίσω. Θέλω που δεν ειπώθηκαν αλλά καταλάγιασαν λόγω της τρυφερότητας του τώρα. Ανάγκες που δεν δηλώθηκαν και θυσιάστηκαν στο βωμό της αγάπης. Μία ανοδική πορεία γεμάτη όνειρα. Πισωγυρίσματα που άφηναν ρωγμές στην ψυχή κάθε φορά που συνέβαιναν.
Δάχτυλα ενώνονται, κορμιά στροβιλίζονται σφιχτά αγκαλιασμένα σε ένα χορό γεμάτο πάθος. Η ψυχή τους ξέρει πως αυτός είναι και ο τελευταίος χορός τους. Σε λίγα λεπτά θα σταματήσει η μουσική, θα ξυπνήσουν μέσα στην πραγματικότητα και θα πάρουν διαφορετικούς δρόμους. Γι’ αυτό το λόγο κλείνουν σφιχτά τα μάτια και αφήνονται για λίγο ακόμα στην αίσθηση της αέναης σύνδεσης τους.
Για μία τελευταία φορά.
Για πάντα.