Τέσσερα. Ο αριθμός που μισώ. Τέσσερα χρόνια. 1.461 γαμημένες μέρες που έχασα από τη ζωή μου.

Δέσμιος και βασανιστής μου, ο ίδιος μου ο εαυτός. Το ίδιο -το κατά τα άλλα- έξυπνο μυαλό μου. Οι κολλημένες μου σκέψεις. Τα αναπάντητα γιατί. Γιατί σε έμενα? Γιατί ΠΑΛΙ σε έμενα? Ποια κακιά μάγισσα με καταράστηκε και ότι πιάνω γίνεται στάχτη? Ότι αγαπώ γκρεμίζεται. Χάνεται. Άραγε πόσα μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος?
Φόβος, ανάμικτος με θυμό. Με μίσος. Με ένα Πνίξιμο στο λαιμό. Με ένα κόψιμο της αναπνοής. Φόβος να αφεθώ και πάλι, να εμπιστευτώ, να αγαπήσω, να ζήσω.

Η κρυψώνα μου, ένα μικρό δωμάτιο. Όλος μου ο κόσμος αυτό το δωμάτιο. Μισοσκότεινο για να μην αφήνει να φανεί η ασχήμια και ο πόνος της ψυχής μου. Συντροφιά μου, όλοι οι δαίμονες που στοίχειωναν χρόνια τώρα τα όνειρα μου αλλά τους κρατούσα κλειδωμένους στην καρδιά μου και δεν άφηνα κανέναν να τους δει. Δραπέτευσαν από το κελί τους, κλείνοντας εμένα σε μια χειρότερη φυλακή. Μια φυλακή που δεν μπορούσα να βγω και ας είχα το κλειδί.

Έμενα εκεί να κοιτάζω το χρόνο να περνά. Τη ζωή να φεύγει. Και όσο ο χρόνος περνούσε, τόσο πιο πολύ βούλιαζα σε αυτό το κενό που έμοιαζε να μην έχει τέλος. Όσο έσβηνα μέρες στο ημερολόγιο, τόσο πιο πολύ έχαναν τη σημασία τους και γινόντουσαν ένας ακόμα αριθμός. Μια ακόμα γραμμή σε ένα άδειο χαρτί. Σε μια άδεια ζωή. Ο κόσμος γύρω μου γυρνούσε τόσο γρήγορα που με ζάλιζε, ενώ εγώ έμενα σταθερή στο απόλυτο μηδέν.

Η μόνη διαφυγή, τα όνειρα μου. Όσο και αν προσπάθησα να τα κάνω να σωπάσουν, τόσο πιο πολύ ούρλιαζαν και έκαναν τον ύπνο μου ακόμα πιο δύσκολο. Μου έδειχναν όλα όσα θα μπορούσα να έχω, αν κάποιοι δεν τα είχαν “κλέψει” από εμένα. Όλα όσα θα μπορούσα να αποκτήσω, αν αποφάσιζα να χρησιμοποιήσω το κλειδί και να βγω από το σκοτάδι στο φως.
Κάποιες φορές όμως, γινόντουσαν εφιάλτες και μου έδειχναν ξανά και ξανά, όσα με είχαν φέρει εκεί, στο μισοσκότεινο αυτό δωμάτιο. Τότε πετούσα το κλειδί όσο πιο μακριά μπορούσα γιατί δεν ήθελα να νιώσω ξανά τον ίδιο πόνο.
Οι δαίμονες και τα όνειρα ήταν σε πόλεμο. Ένα πόλεμο που σε κάθε μικρή ή μεγάλη μάχη που έδιναν, νικητής και χαμένος ήταν ο ίδιος. Εγώ.

Υπήρχαν και μέρες ήρεμες. Μέρες ανακωχής. Μέρες που το ταβάνι του δωματίου με κοιτούσε στα μάτια με νόημα μέχρι αυτά να κλείσουν απλώς από κούραση χωρίς όμως δάκρυα για ακόμη μια φορά.

Τέσσερα χρόνια μετά, όπως ξαφνικά μπήκα σε αυτό το δωμάτιο που κάποιοι ονομάζουν κατάθλιψη, έτσι απότομα αποφάσισα να ξεκλειδώσω και να βγω. Έτσι απλά, σε μια στιγμή, αποφάσισα ότι τα όνειρα κέρδισαν τον πόλεμο. Πως ότι και όποιοι με πόνεσαν, δεν άξιζαν τη ζωή μου. Ότι κάπου εκεί έξω, υπάρχει το δικό μου happy end και θα το βρω. Θα κυνηγήσω τη ζωή που έχασα, θα την φτάσω και θα την κάνω τη ζωή που θέλω εγώ.

Η παλιά αυτή frenemy, με επισκέπτεται ακόμη που και που. Με τα χέρια κάθε φορά γεμάτα με δώρα, όπως κρίσεις πανικού και διάφορα άλλα χαριτωμένα πραγματάκια και προσπαθεί να με γυρίσει πίσω στους ατέλειωτους σκοτεινούς διαδρόμους της σκέψης μου. Όμως τώρα, δεν της δίνω ποτέ το κλειδί. Το κρατάω γερά, γιατί τώρα πια δεν είμαι μόνη. Γιατί τώρα έμαθα. Ξέρω πως τον πόλεμο θα τον κερδίζουν πάντα τα όνειρα, η ελπίδα και η πίστη. Γιατί τώρα ξέρω ότι έχουμε ότι αντέχουμε και μετά από κάθε καταιγίδα, όσο δυνατή και να είναι, θα βγει το ουράνιο τόξο.
Υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να με ακούσουν και να μου κρατήσουν το χέρι. Πάντα υπήρχαν. Εγώ δεν τους έδινα την ευκαιρία. Όμως δεν είναι κακό το να λυγίζεις και να πονάς. Δεν είναι κακό και να το μοιράζεσαι. Είναι ανθρώπινο. Μόνο έτσι θα μπορέσεις να σηκωθείς ξανά.

Δεν υπάρχουν κακές μάγισσες. Εμείς γινόμαστε η κατάρα του εαυτού μας, εμείς και η ευλογία.