Το έχει η μοίρα σου εσένα, να μπλέκεις μ’ ό,τι σε καταστρέφει. Μ’ ό,τι πάντα μισούσες. Μ’ εκείνα που έβλεπες και γελούσες, που κορόιδευες.


Ποτέ δε σου άρεσε το χρώμα των μαλλιών μου, ήταν πολύ έντονο για τα γούστα σου. Επέμενες να τ’ αλλάξω και το έκανα, για σένα.

Ποτέ δε σου άρεσαν τα σκουλαρίκια μου, χαλούσαν τ’ όμορφο πρόσωπό μου, έλεγες. Τα έβγαλα, για σένα.

Ήθελα να με θέλεις, να νιώθεις όμορφα δίπλα μου. Δε μ’ ένοιαζε, λοιπόν, ούτε αν θα γινόμουν μελαχρινή, ούτε ξανθιά, ούτε καν αν θα έμενα χωρίς μαλλιά. Αρκεί να με ήθελες. Όπως. Με ό,τι.

Δε γούσταρα να με κριτικάρεις. Μόνο να με θέλεις, καταλαβαίνεις;

Και με ήθελες και μου το έδειχνες. Μα ποτέ δεν ήμουν αρκετή. Ποτέ δεν μπόρεσες να με αγαπήσεις γι αυτό που πραγματικά είμαι, παρά μόνο για ό,τι ήθελες εσύ να είμαι.

Γάμα την εμφάνιση, δε μιλάω γι αυτό τώρα. Για το μέσα μου μιλάω. Για το εγώ μου, την ταυτότητα μου, το είναι μου όλο που στο έδωσα απλόχερα. Ανιδιοτελώς. Και που ποτέ δεν το κατάλαβες.

Τι άλλο, άραγε, έπρεπε να κάνω; Πόσο να προσπαθήσω; Πόσες μορφές να πάρω για να μπορώ να ταυτιστώ στην τέλεια εικόνα που είχες πλάσει για μένα;

Σαν την πλαστελίνη μ’ έπιανες στα χέρια σου και μ’ έπλαθες κάθε φορά όπως βόλευε. Όπως άρμοζε στις εκάστοτε συνθήκες. Άλλαζα χρώματα, σχήματα, μεγέθη. Άλλαζα υπόσταση. Μία με άφηνες να παγώνω και να πετρώνω για να καλουπωθώ κι άλλοτε μ’ άφηνες αδιάφορα να λιώνω γιατί αποφάσιζες πως δεν ήταν το κατάλληλο κι επιθυμητό αποτέλεσμα.

Ήρθε μια μέρα που έλιωσα μια και καλή, όμως. Έχασα την υπόσταση μου και δεν μπορούσες πια να παίξεις μαζί μου και να με πλάσεις.

Αυτό είναι κάτι που δε σου άρεσε, βέβαια. Με ήθελες μόνιμα εκεί, να υπάρχω κι ας σου ήμουν παντελώς αχρείαστη. Αδιάφορη.

Βασικά ούτε εσύ ξέρεις καλά- καλά και δε σε κατηγορώ. Μα έχω το παράπονο, πού να πάρει.

Ξέρω ότι σ’ αρέσουν τα παιχνίδια, λοιπόν, έλα να παίξουμε ένα.
Αν βρεις το λάθος στην πρόταση που ακολουθεί, κερδίζεις.

Είμαι καλά. Σε ξεπέρασα. Προχώρησα. Χαμογελώ.

Άσε, μη δυσκολεύεσαι, θα στο πω.
Δε σε ξεπέρασα. Σε ξεπερνάω όμως. Σταδιακά. Έστω… προσπαθώ.

Όσο για τη νίκη, μη φοβάσαι, στη χαρίζω. Έπαθλό σου, τα γαμημένα βράδια μοναξιάς μου. Τα ατελείωτα ξενύχτια μου με τα ηλίθια τραγούδια μας. Και τις φωτογραφίες και τις στιγμές και και και…

Άσε. Δε θα καταλάβεις, τι να σου λέω τώρα άγνωστες λέξεις.

Βολέψου. Βρες μία απ’ αυτές τις πολλές που κοροϊδεύεις, όπως τώρα.

Αυτή, ας πούμε, με τα έντονα μαλλιά και τα σκουλαρίκια κι όλα αυτά που μισείς. Κράτησέ την για να σου θυμίζει πως κάποτε κι εγώ έτσι έμοιαζα. Μα αν την αλλάξεις κι αυτήν, μην ψάξεις να ξαναβρείς κάτι αντίστοιχο. Κάποια στιγμή θα σταματήσει να υπάρχει.

Αν σκοπός σου ήταν, έστω κι ενδόμυχα, να γεμίσεις τα κενά που σου άφησα με το να βρεις κάποια να μου μοιάζει εξωτερικά, τότε σε λυπάμαι.
Και, κυρίως, σε λυπάμαι γιατί ποτέ δε θα καταλάβεις τι ένιωσα. Τι έδωσα. Τι ήσουν για μένα.

Μην μπαίνεις στον κόπο. Ασχολήσου με τα μικρά παιχνίδια σου κι άσε τα μεγάλα γι’ αυτούς που τ’ αντέχουν.

Απλά, να ξέρεις, θυμάμαι κάθε λέξη σου. Την επόμενη φορά, μην ανοίξεις το ρημάδι το στόμα σου να πεις καμιά λέξη που δεν πιστεύεις. Χαλιναγώγησε τον εαυτό σου και μη δίνεις υποσχέσεις που δεν μπορείς να τηρήσεις.

Μην πετάς έτσι βαρυσήμαντες λέξεις σαν να ναι καραμέλες. Γιατί πονάνε οι πουτάνες και δεν ξεχνιούνται. Μένουν εκεί να σου τρυπάνε τον εγκέφαλο κάθε φορά που κλείνεις τα μάτια για να κοιμηθείς.

Θα με θυμάσαι όμως. Σε κάθε σου βήμα, θα είμαι εκεί. Ευχή και κατάρα μαζί. Θα με βρίσκεις στα λάθη σου, θα οργίζεσαι και θα λυπάσαι. Θα με βρίσκεις στα σωστά σου και θα με νοσταλγείς. Όχι αυτό που έχτισες, αλλά αυτό που είμαι.
Θα θυμάσαι πως δε χώρεσα στη ζωή σου, όσο κι αν τσαλακώθηκα.

Κι αν κάποια μέρα δε θα θυμάσαι τ’ όνομα μου, θα ‘μαι «μια κάποια» που σ’ έκανε να νιώσεις κάθε λέξη της στο πετσί σου. Που σου έμαθε τι σημαίνει «αγαπώ». Γιατί κάποια μέρα θα το καταλάβεις, κι ας είναι πια αργά.

Που έκανε το σώμα σου να ριγεί από έρωτα κι ηδονή και που σ’ έκανε να κλάψεις από θλίψη μα και χαρά.

Θα ‘μαι πάντα «μια κάποια» που δεν μπόρεσες να κρατήσεις και που θα σε στοιχειώνει μια ζωή η απουσία της.

Θα με βρίσκεις πάντα μπροστά σου σ’ ό,τι κι αν κάνεις, γιατί, στην ουσία, ποτέ δε θα με βγάλεις από μέσα σου. Κι αυτό, είναι το δικό μου έπαθλο.

Να με κουβαλάς μέσα σου, έστω κι αν δεν ξέρεις πια πως θα ‘μαι εγώ. «Μια κάποια» που πέρασε από τη ζωή σου και τη σημάδεψε.

Πάντα θα σου λείπει ένα κομμάτι και θα το έχω εγώ. Και πάντα θα προσπαθείς να το βρεις σε άλλες, μα καμιά δε θα ναι σαν εμένα. Καμιά δε θα μπορέσει ν’ αποκτήσει μαζί σου αυτό που είχα εγώ.

Κι όταν έρθει η ώρα να καταλάβεις αυτά που σου λέω, μη λυπηθείς. Μόνο νιώσε τι πραγματικά ήμουν. Και μη μ’ αναζητήσεις. Θα ναι μάταιο πια. Το χάσαμε το δικό μας τρένο οριστικά. Τράκαρε στο τελευταίο ταξίδι του και διαλύθηκε ολόκληρο. Μαζί με ό,τι είχε φορτωμένο.

Κάηκαν και τα όνειρα κι οι ελπίδες. Πλησίασα, το πότισα μ’ έναν τόνο μπαρούτι για να σιγουρευτώ πως δε θα μείνει τίποτα να θυμίζει κι έφυγα.
Φόρτωσα στην πλάτη μου αποκαΐδια και σκόνη κι έφυγα.

Δε θα βρεις τίποτα πια.