Πόσα χιλιόμετρα να είχε διανύσει; Ούτε ο ίδιος δεν ήξερε. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να γνωρίζει. Λίγους μήνες πριν δεν χρειαζόταν να κάνει ούτε ένα βήμα. Τα φτερά του τον οδηγούσαν παντού με μια μόνο σκέψη. Από όταν αποφάσισε πως θέλει να αφήσει την Αγγελική του χάρη και να κατέβει κάτω, το μόνο που έκανε ήταν να περιπλανιέται, να περιπλανιέται και να παρατηρεί απροετοίμαστος για όσα θα έβλεπε στην πορεία. Μάλλον οι Άγγελοι έχουν περιορισμένο οπτικό πεδίο από εκεί ψηλά, γιατί όλα όσα είχε αντικρίσει τον τρόμαξαν. Ακόμη τον τρομάζουν, για αυτό περπατάει χιλιόμετρα. Να ήταν χιλιάδες; Να ήταν εκατομμύρια τα βήματα που έχει κάνει έως τώρα; Δεν μέτρησε ποτέ. Απλά κοιτούσε, την μάζα που κάποτε λεγόταν ανθρωπότητα και με θολωμένη ματιά έψαχνε, αναζητούσε με μανία κάποιον ο οποίος θα ήθελε να σωθεί. Αυτή ήταν η αιτία που ήρθε, θεώρησε ότι θα ήταν ικανός να συμβουλεύσει, να καθοδηγήσει, να είναι πιο σημαντικός εδώ σαν παρουσία.

Αλλά η εικόνα που αντίκρισε από την πρώτη του μέρα στην γη απείχε πολύ από ότι φανταζόταν. Με την λίγη δύναμη που του είχε απομείνει μπόρεσε να δει αυτά που με γυμνό μάτι ήταν αόρατα για τους ανθρώπους. Ενήλικες, παιδιά ακόμα και κάποια ζώα είχαν ραμμένα με χοντρές κλωστές τα χείλη τους, μπορούσαν να μιλήσουν αλλά μέχρι ένα συγκεκριμένο όριο μετά τα ράμματα έσκιζαν το δέρμα τους. Δύο σιδερένια φίλτρα βρίσκονταν στα αυτιά τους ώστε να ακούν μόνο ότι χρειάζεται, μόνο ότι έπρεπε μα στην ουσία δεν άκουγαν ούτε τα μισά, όταν κάτι που δεν επιτρεπόταν προσπαθούσε να μπει στον ακουστικό τους πόρο τα φίλτρα έβγαζαν σειρήνες τους μάτωναν τα τύμπανα. Έτσι τριγυρνούσε σαν ένας χαμένος ταξιδιώτης μέσα στο πλήθος προσπαθώντας να βρει τρόπο να σπάσει τον ήχο της σιωπής.

Είχε ένα όραμα. Να καταφέρει να φυτέψει έστω μερικούς σπόρους παρηγοριάς και αγάπης μέσα στο μυαλό τους. Αλλά σαν έβλεπε το εσωτερικό του εγκεφάλου τους καταλάβαινε πως ακόμα και αυτό ήταν σχεδόν αδύνατο. Κεφάλια που αντί για έναν στρογγυλό εγκέφαλο με μονοπάτια, αγγεία και αίμα να κυλάει μέσα του, είχαν ένα πολτοποιημένο κομμάτι κρέας το οποίο δεχόταν μόνο τις πληροφορίες που ήταν επιτρεπτές. Όσο πιο πολύ λειτουργούσε ένα μυαλό και έψαχνε να βρει λύσεις η απαντήσεις, αυτόματα ένας μηχανισμός το χαράκωνε, το μάτωνε καταστρέφοντας το σιγά σιγά. Έτσι δεν υπήρχε σημείο να φυτέψει ούτε μια μικρή ιδέα, πόσο μάλλον να μοιράσει το όραμα του. Μόλις τα λόγια διαπερνούσαν κάποιον εγκέφαλο και άρχιζε η λειτουργία της σκέψης το μηχάνημα κατακρεουργούσε σε δευτερόλεπτα το κομμάτι εκείνο. Πλήθος ανθρώπων με λιωμένο μυαλό, χωρίς την ικανότητα της ακοής και της ομιλίας. Σε μια γη γεμάτη συρματοπλέγματα σε κάθε γωνιά της, που δεν άφηναν κανέναν να τα διαπεράσει τραυμάτιζαν το σώμα όσων είχαν προσπαθήσει. Αυτό ήταν πλέον η γη ένα τεράστιο κλουβί με χιλιάδες φυλακισμένες υπάρξεις.

Δεν σταματά όμως, ο βηματισμός του αντιθέτως μέρα με την μέρα γινόταν και πιο γρήγορος. Κάποιες φορές γιατί δεν άντεχε να βλέπει, άλλες φορές γιατί προσπαθούσε να προλάβει τους εναπομείναντες της καταστροφής. Μα ήταν τόσο λίγοι, και ακόμα και αν κατάφερνε να βρει κάποιους κρυμμένους μέσα σε δάση, σπηλιές, αυτοσχέδιες κρύπτες στα πιο περίεργα σημεία εκείνοι τον έδιωχναν. Δεν τον άφηναν να πλησιάσει τις κρυψώνες τους και ας τους διαβεβαίωνε πως εκείνος θέλει να τους δώσει ένα χέρι να σωθούν. Δεν τον πίστευε κανείς τους. Ο φόβος τους να μην κολλήσουν και εκείνοι την επιδημία ήταν μεγαλύτερος από την θέληση τους να δουν καθαρά το αντίδοτο που εκείνος τους έδινε.

Τότε άρχισε να νιώθει συναισθήματα. Η ανθρώπινη φύση του μεγάλωνε συνεπώς εκείνος πλέον ήταν πιο δεκτικός στα ερεθίσματα. Στην αρχή δεν γνώριζε τι ένιωθε, μα δεν άργησε να καταλάβει ότι αυτό ονομαζόταν θυμός, οργή και απόγνωση. Αυτά αισθανόταν περνώντας από κατεστραμμένα μέρη, βλέποντας θάνατο που προξενούσε ανθρώπινο χέρι με την μεγαλύτερη ευκολία και κάποιες φορές με ευχαρίστηση του θύτη προς το θύμα, γνωρίζοντας σκοτεινές υπάρξεις που αυτό ονομάζονταν κήρυκες, αλλά το μόνο που έβγαινε από το στόμα τους ήταν ένας οχετός μίσους και το πλήθος που τους άκουγε φανατιζόταν τους είχε θεοποιήσει σχεδόν, πίστευε και υποστήριζε τα λόγια τους. Με τα ραμμένα στόματα τους έβγαζαν κραυγές λατρείας, οποίος τόλμησε να διαφωνήσει είχε τις ανάλογες συνέπειες η πνιγόταν με το αίμα του μιας και το στόμα του σκιζόταν όταν οι λέξεις που έλεγε έφταναν στο όριο του απαγορευμένου, η το λυσσασμένο κοπάδι του ξέσκιζε την σάρκα και χανόταν για πάντα. Η φωνή του, οι απόψεις που ελάχιστα πρόλαβε να ξεστομίσει διαγράφονταν μέσα σε δευτερόλεπτα και κανείς δεν μιλούσε πλέον για εκείνον ποτέ ξανά.

Η οργή του μεγάλωνε, ένιωθε το πρωτόγνωρο συναίσθημα μιας φωτιάς που καίει τα σωθικά του, μια κάψας που έβγαινε μαζί με κάθε αναπνοή του η οποία πλέον ήταν περισσότερο αναστεναγμός παρά απλή ανάσα. Τα πόδια του τον οδηγούσαν μόνα τους χωρίς να ξέρει τον προορισμό, τα χέρια του ήταν γροθιές χωρίς ο ίδιος να το καταλαβαίνει ο θυμός είχε γίνει κυρίαρχος του σώματος του πια, αλλά δεν τον ένοιαζε. Ήρθε εδώ για μια αποστολή, για ένα όραμα, θυσίασε τα πάντα για αυτό. Δεν θα έφευγε χωρίς να το τελειώσει. Είχε μάθει πια πως όποιος έσπαγε τον νόμο της σιωπής είχε τρομερό τίμημα, όμως αυτό δεν θα τον σταματούσε.

Έψαξε στον χάρτη και βρήκε το πιο ψηλό σημείο της γης, εκεί που όλοι θα μπορούσαν να τον δουν και να τον ακούσουν. Είδε το πλήθος μαζεμένο να τον κοιτάζει, ποτέ ξανά δεν είχαν δει κάποια παρουσία σε εκείνο το μέρος. Δεν πίστευε κανείς πως ένα τόσο ψηλό σημείο είναι προσβάσιμο. Ο κόσμος μπερδεμένος τον παρατηρούσε. Εκείνος παρατηρούσε επίσης. Άντρες, γυναίκες, παιδιά ο καθένας τόσο διαφορετικός από τον άλλον. Στρατιώτες, πολεμιστές, ζητιάνοι, πλούσιοι, γυναικόπαιδα κάθε φυλής και ηλικίας, χρώματα μπερδεμένα μεταξύ τους να κοιτούν ο ένας τον άλλον. Ποτέ ξανά δεν είχαν βρεθεί όλοι μαζί. Τρομαγμένοι έδειχναν. Κοιτούσαν τις διαφορές και τις ομοιότητες τους. Εκείνος με μια κίνηση έκανε μια χαρακιά στον ουρανό, και τότε είδαν. Είδαν τους εαυτούς τους όπως ήταν, στην ουράνια οθόνη αντίκρισαν πρώτη φορά το πραγματικό τους είδωλο. Ραμμένα χείλη, αυτιά με σιδερά γύρω τους, συρματοπλέγματα που δεν ήξεραν πως υπήρχαν. Είδαν και το μέσα τους μυαλά κομματιασμένα, καρδιές μαύρες και σκληρές με μορφή πέτρας. ΤΡΟΜΕΡΟ αναφώνησαν όλοι και εκείνος για πρώτη φορά χαμογέλασε. Άνοιξε τα χέρια και με μια κραυγή κοίταξε ψηλά και ούρλιαξε για βοήθεια. Πρόλαβε μόνο να δει τα ράμματα να φεύγουν και τα σίδερα να σπάνε. Το τίμημα το ήξερε. Δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς. Κάποιοι λένε ότι την ώρα που πήρε πάνω του όλο το μίσος της ανθρωπότητας έγινε εκείνος η μορφή του κακού, άλλοι λένε πως απλά δεν άντεξε το βάρος και κομματιάστηκε. Εκείνος πάλι κρυμμένος και μόνος με ράμματα στα χείλη και σίδερα στα αυτιά κάνει το μόνο που του απέμεινε, γράφει. Γράφει τραγούδια για τον ήχο της σιωπής που κατάφερε να σπάσει.