Όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσα σπίτια κι αν αλλάξω, σε όσες πόλεις κι αν ριζώσω, δύο πράγματα δε θα ξεχάσω ποτέ: Το γήπεδο του μπάσκετ και τον κύριο Νίκο.

Αλητάμπουρα δεν με έλεγες αλλά ούτε και το καλύτερο παιδί του κόσμου. Στο νηπιαγωγείο σήκωνα φουστίτσες των κοριτσιών και με έδιωχναν γελώντας, στο δημοτικό έκλεβα τα τοστ από τις τσάντες παιδιών, στο γυμνάσιο βούταγα τσιγάρα από θρανία καθηγητών. Πάντα είχα κάτι να υπερηφανεύομαι στις παρέες, κάτι το οποίο μου έδινε περισσότερο κύρος σαν αλάνι.
Μόνο σε ένα μέρος όλοι γινόμασταν ίσοι, γυμνοί από ταμπέλες και χαρακτηρισμούς. Στο γήπεδο του μπάσκετ. Εκεί ιδρώναμε φανέλες, χτυπούσαμε τα σώματα μας, βγάζαμε το άχτι μας. Ο πλούσιος με τον φτωχό, ο όμορφος με τον άσχημο, ο κοντός με τον ψηλό.

Και πάντοτε μας έβλεπε μία παραμελημένη ψυχή, στο μπαλκόνι του 2ου ορόφου απέναντι, πίσω από καφετιά από τη σκουριά κάγκελα. Ένα παιδί σαν κι εμάς, με χαμόγελο σαν κι εμάς, με όρεξη και διάθεση σαν κι εμάς. Μοναδική διαφορά, αντί για πόδια είχε δύο ρόδες να τον βαστούν.

Ο πατέρας του, ο κυρ Νίκος, έβγαινε στο μπαλκόνι και μας χαιρετούσε. Κρατούσε αγκαλιά τον γιο του και του έδειχνε το παιχνίδι μας, του εξηγούσε τι κάναμε, ποιος κέρδιζε, ποιος έκανε φάουλ. Μία παράσταση μόνο για τον ίδιο, ένας αγώνας αφιερωμένος σε κάποιον που λαχταρούσε όσο τίποτα να συμμετάσχει. Μέσα μας το ξέραμε ότι κάθε φορά, όποτε μαζευόμασταν, ο κυρ Νίκος κι ο γιος του θα καθόντουσαν στο μπαλκόνι και θα μας έβλεπαν.

Μετά τον αγώνα, κατέβαινε ο ίδιος και μας κέρναγε πορτοκαλάδα και γλυκό. Μας έλεγε ιστορίες για τότε που ήταν φορτηγατζής και είχε οργώσει όλα τα Βαλκάνια. Για το πώς απέκτησε τον μονάκριβο γιο του, πώς έχασε την γυναίκα του στην γέννα και πώς από τότε τα παράτησε όλα για να τον μεγαλώσει. Κι όταν τον ρωτούσαμε γιατί δεν έρχεται κάτω ο μικρός να τον γνωρίσουμε, απαντούσε «Άστο παιδί μου, ντρέπεται. Προτιμάει να τα βλέπει όλα από ψηλά. Γιατί αν κατέβει, θα καταλάβει ότι είναι βαθιά ριζωμένος στο έδαφος».

Πιτσιρικάς δεν το καταλάβαινα. Εντάξει, είχα δει πολλά παιδιά σε αναπηρικό καροτσάκι κι αρκετά απ’ αυτά κατάφερναν να κάνουν πολλά πράγματα. Έξω από τον χορό, πολλά τραγούδια λένε βέβαια. Οι αγώνες μπάσκετ μειώθηκαν, τα παιδιά μεγάλωσαν, το γήπεδο πλέον άδειασε από μπάλες του μπάσκετ και γέμισε με παρέες που κρατούσαν τσιγάρα, μπίρες και στερεοφωνικά. Ο κυρ Νίκος, απογοητευμένος, καθόταν στο μπαλκόνι παρέα με τον γιο του, ο οποίος περίμενε στωικά κάθε φορά να φανούμε εμείς και να γεμίσουμε με τις κραυγές μας το απόγευμα του.
Τζίφος.

Το σχολείο έκλεισε λόγω ακαταλληλότητας κτιρίου και το γήπεδο ερήμωσε τελείως. Εγώ άλλαξα πόλη, άλλαξα ανθρώπους, άλλαξα συνήθειες. Έβλεπα μπάλα του μπάσκετ μπροστά μου και την πέταγα πίσω λες κι ήταν ανεπιθύμητη.
Και να που βρίσκομαι τώρα εδώ, δεκαπέντε χρόνια μετά, να κοιτάω το παρατημένο γήπεδο κρατώντας ένα στριφτό τσιγάρο στο χέρι. Με μία δουλειά γραφείου, με μία σχέση για γάμο και μία ζωή κονσερβοκούτι. Περπατάω ανάμεσα από τις μπασκέτες και κοιτάω ψηλά προς το μπαλκόνι του κυρ Νίκου. Παντζούρια κλειστά, οι καρέκλες μαζεμένες, τα κάγκελα ακόμα πιο σκουριασμένα.

Νιώθω μία πρωτόγνωρη θλίψη, μία ανάγκη να ξεσπάσω σε δάκρυα. Αντί γι αυτό, αρχίζω τα τηλέφωνα.
«Μαλάκες την Κυριακή παίζουμε μπάσκετ. Στο παλιό γήπεδο. Δεν ακούω κουβέντα, σας περιμένω!»

Δεν ήρθαν όλοι αλλά ήρθαν αρκετοί. Τα βλέμματα τους αδειανά αλλά γεμάτα με μία παιδική ανυπομονησία. Τα χέρια τους σφιγμένα, τα στόματα τους μαζεμένα έτοιμα να ρωτήσουν τετριμμένα πράγματα. Δεν τους άφησα.

Έπιασα την μπάλα και ξεκινήσαμε το παιχνίδι. Το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό, συγκριτικά με παλιότερα, αλλά η απόλαυση μας ήταν μεγαλύτερη. Για αρκετά λεπτά γυρίσαμε δεκαπέντε χρόνια πίσω, εκεί που δεν μας ένοιαζαν οι δουλειές, τα αμάξια, οι υποχρεώσεις και το μέλλον. Εκεί που απολαμβάναμε μία επίθεση, μία βολή, ένα φάουλ, ένα καλάθι. Κάποια στιγμή το κεφάλι μου γύρισε προς το μπαλκόνι κι η καρδιά μου σκίρτησε.
Τα παντζούρια είχαν ανοίξει κι ένα γέρικο κεφάλι είχε βγει έξω και μας έβλεπε. Τα μαλλιά του ήταν σαν άχυρο, το πρόσωπό του μαζεμένο, το βλέμμα του θαμπό. Αλλά μας αναγνώρισε. Τον χαιρέτησα και με χαιρέτισε κι εκείνος.

Έκλεισε τα παντζούρια και μετά από δέκα λεπτά είχε φτάσει στην είσοδο του γηπέδου μαζί με μία τεράστια έκπληξη. Μπροστά του, πάνω σε ένα αναπηρικό καροτσάκι, κάθονταν ο γιος του. Μεγάλος αλλά και μικρός ταυτόχρονα. Με ένα παιδικό χαμόγελο που δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου. Σταματήσαμε το παιχνίδι και πήγαμε να του μιλήσουμε. Τότε μου καρφώθηκε μία από τις μεγαλύτερες τρέλες της ζωής μου.

Άρπαξα το καροτσάκι, έδωσα την μπάλα στον μικρό και τον έσπρωξα στο γήπεδο.
«Πώς σε λένε φιλαράκι;» ρώτησα.
«Στ.. Σταύρο».
«Σταύρο, είσαι στην ομάδα μου. Θα με βοηθάς να βάζουμε τις βολές που είμαι σκράπας, σύμφωνοι;»

Έχω δει στην ζωή μου βλέμματα ευγνωμοσύνης αρκετά. Όταν έσωσα μία γυναίκα από πνιγμό, όταν έκλεισα τα μάτια στον ταλαιπωρημένο από τον καρκίνο πατέρα μου. Ποτέ δεν είχα ξαναδεί το βλέμμα που είδα στα μάτια του Σταύρου.
Το παιχνίδι κύλησε πανέμορφα. Του δίναμε πάσα κι αυτός όλο χαρά έριχνε την μπάλα στο καλάθι. Τον αντιμετωπίσαμε σαν ίσο, δεν του την χαρίσαμε.

Κι όταν έφτασε η στιγμή να βάλει το νικητήριο καλάθι, τον σηκώσαμε στα χέρια, τον φέραμε κοντά στο στεφάνι και με μία κραυγή όλο ευχαρίστηση τον αφήσαμε να σκοράρει.
Ο Σταύρος γύρισε προς τον πατέρα του για να πανηγυρίσει.

Αλλά ο κυρ – Νίκος είχε ήδη κλείσει τα μάτια του οριστικά και χαμογελούσε.