Το αεράκι φυσάει απαλά τα μαλλιά μου και μερικές τούφες μπαίνουν μπροστά στο πρόσωπο μου δυσκολεύοντας μου την όραση. Τις απομακρύνω με μια κίνηση του χεριού μου και τις στερεώνω πίσω από το αυτί μου. Κάνω ένα βήμα μπροστά και ανεβαίνω το μικρό σκαλοπάτι από τσιμέντο που βρίσκεται στην άκρη του κτηρίου. Κοιτάζω κάτω το πράσινο δέντρο που απλώνει τα κλαδιά τους προς το μέρος μου. Στο πεζοδρόμιο, περαστικοί να περπατάνε ανυποψίαστοι για την κοπέλα που βρίσκεται πάνω από τα κεφάλια τους και ετοιμάζεται να πηδήξει. Εμένα.
Παίρνω μια βαθιά ανάσα για να καθαρίσω το μυαλό μου. Αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα σε δύο επιλογές: ένα βήμα μπροστά και το νήμα της ζωής μου θα κοπεί ελευθερώνοντας με, ή ένα βήμα πίσω, πίσω σε όλους εκείνους τους δαίμονες με τις μορφές φίλων και συμμαθητών που με βασανίζουν ανελέητα, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πράξεων τους, που βαραίνουν την δική μου ζωή. Ένα βήμα μπροστά. Ένα βήμα πίσω.
Σηκώνω το κεφάλι μου προς τον καθαρό γαλάζιο ουρανό και κλείνω τα μάτια. Φέρνω στον νου μου εκείνες τις μέρες, τις ανέμελες μέρες που το μόνο που χρειαζόταν ήταν να είμαι ο εαυτός μου και, θυμάμαι…
Θυμάμαι την ημέρα που πρωτοήρθα σε αυτή την πόλη. Πόσο όμορφο μου είχε φανεί το μικρό λιμανάκι με τις βαρκούλες που έπλεαν απαλά πάνω στο κύμα. Αργότερα θα γινόταν το αγαπημένο μας μέρος. Εκεί στο τρίτο παγκάκι δώσαμε το πρώτο μας φιλί. Στο ίδιο παγκάκι ήταν που με πρόδωσες. Άραγε εσύ θυμάσαι;
Θυμάμαι ζεστά χαμόγελα και αγκαλιές από ανθρώπους που νόμιζα φίλους. Ανθρώπους που αργότερα αποδείχτηκαν τα πιο τρομερά φίδια που είχα συναντήσει ποτέ στην ζωή μου. Ανθρώπους που στοιχημάτιζαν μεταξύ τους για το ποιος θα ρίξει πρώτος την καινούργια. Εσύ δεν ήσουν που είχες αυτή την ιδέα; Εσύ δεν ήσουν που το ξεκίνησες όλο αυτό;
Ίσως ήμουν αφελής που νόμιζα πως με αγαπούσες. Πως θα μπορούσες άλλωστε να νιώσεις κάτι τέτοιο; Εσύ δεν είχες καρδιά. Έτσι μου είπες λίγα λεπτά πριν καταστρέψεις την ζωή μου. Θυμάσαι;
Θυμάμαι πως η αρχή του τέλους έγινε σε αυτό το αναθεματισμένο πάρτι που δεν ήθελα να πάω αλλά εσύ επέμενες κοιτώντας με, με αυτά τα καστανά γλυκά σου μάτια. Μετά από μερικές μπύρες, καταλήξαμε στο σπίτι σου. Το δωμάτιο είχε ζεσταθεί από την θέρμη των κορμιών μας. Εκεί στα χέρια σου είχα νιώσει γυναίκα. Εσύ όμως; Πως ένιωσες άραγε;
Σου κάνουν πλάκα, είχες ισχυριστεί, όταν σου εξομολογήθηκα πως οι φίλοι σου μου έστελναν χυδαία μηνύματα που με έκαναν να ντρέπομαι τόσο πολύ για τον εαυτό μου, που ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί. Και όταν εκείνο το απόγευμα, ήρθα να σε συναντήσω στο δικό μας μέρος, στο δικό μας παγκάκι, σε είχα βρει με έναν από αυτούς να κοιτάτε φωτογραφίες στο κινητό και να γελάτε. Φωτογραφίες με εμάς τους δύο, εκείνη την νύχτα.
Είναι για το καλό μας, μου είχες πει όταν ο φίλος σου με έσερνε με την βία μέσα στο αυτοκίνητο του. Τα ουρλιαχτά και τα παρακάλια μου δεν σε συγκινούσαν. Το ψυχρό βλέμμα στα μάτια σου με τρόμαξε. Ήμουν σίγουρη πως ήξερες τι θα γινόταν κι όμως δεν το σταμάτησες. Ούτε όταν με πέταξε σαν σκουπίδι στον δρόμο, αφού είχε τελειώσει με εμένα. Μου έριξες μια τελευταία περιφρονητική ματιά και συνέχισες τον δρόμο σου.
Στην αρχή δεν ήθελα να το δεχτώ. Ξέρεις όταν βιάζουν όχι μόνο το σώμα σου αλλά και την ψυχή σου, το σοκ δεν σε αφήνει να δεις καθαρά. Νόμιζα πως όλο αυτό ήταν ένας φριχτός εφιάλτης και όπου να ναι θα ξυπνούσα, χωρίς μελανιές, χωρίς πόνο, χωρίς τα δάκρυα να τρέχουν ασταμάτητα. Και τα μηνύματα συνεχίστηκαν με την μορφή απειλών και ψίθυροι άρχισαν να κυκλοφορούν στους διαδρόμους του σχολείου.
Τότε ήταν που σκέφτηκα να μιλήσω. Να αναζητήσω βοήθεια. Η μητέρα μου ήταν η πρώτη μου επιλογή. Είδα την οργή στα μάτια της, τον τρόμο, την ντροπή καθώς της έλεγα όλη την ιστορία. Ήμουν σίγουρη πως είχα βρει επιτέλους ησυχία. Η μητέρα μου με αγαπούσε, θα έκλεινε τις πληγές μου. Δεν φανταζόμουν ότι θα άνοιγε περισσότερες. Το χαστούκι που μου έδωσε με ξάφνιασε. Βρωμοθήλυκο, μου φώναξε, εσύ φταις για όλα. Καλά να πάθεις.
Σιώπησα. Δεν είπα λέξη σε κανέναν άλλο. Άλλαξα αριθμό και τα μηνύματα σταμάτησαν, όχι όμως και οι ψίθυροι, ούτε οι κρυφές ματιές που μου έριχναν οι συμμαθητές μου όταν με έβλεπαν. Υπομονή, έλεγα στον εαυτό μου. Θα ξεχαστεί το θέμα, θα ξεχάσεις και εσύ, όλα θα γίνουν φυσιολογικά. ‘Όλα θα γίνουν και πάλι καλά. Γελάστηκα. Με γέλασες εσύ.
Βλέπεις, σου είχα χαλάσει τα σχέδια κι αυτό δεν σου άρεσε. Το να δημοσιεύσεις τις φωτογραφίες μας στο ίντερνετ, το θεώρησες σαν μια καλή εκδίκηση. Και οι ψίθυροι έγιναν ομιλίες, κατηγορίες, βρισιές. Άρχισαν τα ανώνυμα τηλεφωνήματα στο σπίτι. Ζούσα σε μια κόλαση. Ή μάλλον σε κάτι χειρότερο από αυτό.
Ανοίγω τα μάτια μου ξαφνικά. Δεν θέλω να θυμάμαι άλλο. Τα τραύματα στην ψυχή μου είναι πιο βαθιά από εκείνα στην σάρκα μου. Πονάνε, ματώνουν, συνέχεια ρωτάνε γιατί; γιατί σε εμένα; τι έφταιξα; τι έκανα για να το αξίζω όλα αυτό; Τίποτα. Είναι η μόνη λογική απάντηση που μπορώ να δώσω στον εαυτό μου.
Κοιτάζω ξανά στο πεζοδρόμιο. Η κυκλοφορία έχει αραιώσει. Ο ήλιος κοντεύει να δύσει. Το αεράκι έχει δυναμώσει. Τα μαλλιά μαστιγώνουν το πρόσωπο μου. Αλλά δεν με νοιάζει. Τίποτα δεν με ενδιαφέρει πλέον. Το μόνο που έχει σημασία για μένα είναι το τώρα. Το εδώ. Ένα βήμα μπροστά. Ένα βήμα πίσω…