-Τι θέλεις από μένα;
-Θέλω να σε βάλω κάτω και να φωνάξεις το όνομά μου.
-Ντροπή… Αν θέλεις τόσο πολύ να ακούσεις δυνατά το όνομά σου, πήγαινε στο αεροδρόμιο και καθυστέρησε να μπεις στην πτήση σου.
-Εσένα θέλω να το φωνάξεις.
-Τουλάχιστον είσαι ο πιο ειλικρινής μέχρι στιγμής.
-Λοιπόν; Θα πάμε κάπου;
-Πού;
-Σπίτι μου.
-Όχι ακόμη.
-Τι θέλεις από μένα;
-Να με ποθήσεις κι άλλο.
-Ξέρεις πως αν θέλω βρίσκω άνετα μια στη θέση σου, σε λίγα λεπτά.
-Να μην σε κρατάω, τότε.
Ο Κάδμος έσκασε στα γέλια και η Νίνα απόλαυσε την φλέβα που χτυπούσε εμφανώς στο λαιμό του.
Όσο μπορούσε να απολαύσει, θα το έκανε.
Άλλος ένας που ήθελε να την βάλει κάτω, so what?
Άλλος ένας που δεν ήθελε τίποτε άλλο από εκείνη, έπρεπε να το χωνέψει πια στα 45 της.
Να αποτινάξει από πάνω της τον υπέρβαρο ζυγό του ρομαντισμού που την ακινητοποιούσε με τη μούρη στο χώμα, βάζοντας μια ατσάλινη δίδοντη πιρούνα στο σβέρκο της κάθε φορά που τέλειωνε η «πτήση» στα όνειρα.
Όλοι έρχονται και φεύγουν.
Καιρός να το χωνέψει.
Από σήμερα, από αυτόν τον άντρα που την κοιτάζει με τα πράσινα κουρασμένα του μάτια, θα ξεκινήσει το τσουβάλιασμα.
Όλοι οι άντρες ίδιοι.
Όλοι με ένα κοινό σκοπό.
Στεγνό σεξ.
Φευγιό.
Λύκοι της Στέπας και άντε παράτα μας Χέρμαν Έσσε.
Αφού αυτό θέλουν όλοι, μπορώ να απελευθερωθώ, σκέφτηκε η Νίνα και άναψε το 3ο τσιγάρο της κοιτάζοντάς τον ερευνητικά.
Είχε κάνει μια απίστευτη απόσταση σήμερα, ξημερώματα, για να πιει ένα ρημαδοκαφέ μαζί της και να την κοιτάξει στα μάτια.
Την έβαλε να μιλήσει για τη ζωή της.
Την κοιτούσε βαθιά μέσα στα μάτια χαμογελώντας.
Το ήξερε αυτό το βλέμμα:
«Γατάκι… η ζωή σου, το 1 χιλιοστό από την δική μου!»
Χαμογέλασε πλατιά κι εκείνη.
Το χαμόγελό της έλεγε:
«Με διασκεδάζει τόσο πολύ όταν με υποτιμούν.»
Ο Κάδμος την είχε τσουβαλιάσει ήδη κι εκείνος.
«Άλλη μια γυναίκα που θέλει να με σύρει από τη μύτη να παρακαλάω. Δε σφάξανε!»
Δεν μπορούσαν να μιλήσουν άλλο.
Δεν είχαν κάτι άλλο να πουν. Είχαν κάνει και οι δυο τις διαπιστώσεις τους και είχαν αποφασίσει πως δεν θα ανοίξουν ξανά την καρδιά τους πουθενά. Ο Κάδμος χαμογελούσε βαριανασαίνοντας. Η Νίνα κάθε φορά που κοιτούσε στα μάτια του έγλυφε τα χείλη της που ξαφνικά ένιωθε τόσο ξηρά.
Ο σερβιτόρος έφερε τους καφέδες.
-Θα μιλήσεις επιτέλους;
-Γιατί, εσύ μιλάς;
-Τι να πω; Δεν μπορώ να μιλήσω.
-Δείξε μου με νοήματα!
-Δεν μπορώ να σου πω αυτό που σκέφτομαι.
-Έλα, πες το μου στο αυτί..
Η Νίνα έσκυψε κοντά του και παραμέρισε τα μαλλιά της αφήνοντας το αυτί της ελεύθερο να ακούσει αυτό που ήξερε πολύ καλά πως θα ακούσει. Έτσι, γύμνωσε και τον λαιμό της. Η αρτηρία της χτυπούσε ανελέητα κι εκεί επάνω έσκυψε ο Κάδμος και μύρισε τις ορμόνες της.
Ορμόνες ανακατεμένες με μικρές στάλες ιδρώτα και το άρωμά της.
Πήρε μια βαθιά ανάσα με μύτη και στόμα.
Μύριζε λιβάνι και γαρδένια αυτή η γυναίκα, του φάνηκε αιώνας μέχρι να σύρει τα χείλη του στο αυτί της.
Καθώς ανέβαινε προς τα πάνω, εκείνη ένιωσε το στήθος της να σφίγγεται. Οι πόροι του δέρματός της έκλεισαν και ανασηκώθηκε και η παραμικρή τριχούλα στο σώμα της.
«Θα μπω μέσα σου, τώρα!»
Δεν είχε καταλάβει πως έκλεισαν τα μάτια της. Όταν τα άνοιξε, στο τραπεζάκι υπήρχε ένα χαρτονόμισμα και μερικά νομίσματα. Ο Κάδμος είχε σηκωθεί και κρατούσε ήδη το παλτό της ανοιχτό για να τη βοηθήσει να το βάλει.
Δύο φιγούρες απομακρύνθηκαν αγκαλιασμένες καθώς στο τραπεζάκι άχνιζαν απείραχτοι δυο καφέδες. Δύο φιγούρες θόλωσαν τα τζάμια της παλιάς BMW με τα σκισμένα καθίσματα.
Την έβαλε να καθίσει επάνω του.
Δύο οργασμοί τράνταξαν το ερημικό αλσύλλιο με τις πρώτες διεισδύσεις.
Εκείνη έβαλε τη γλώσσα της στο αυτί του και η βαριά της ανάσα τον έκανε να της δαγκώσει τον ώμο.
Την απομάκρυνε λίγο ώστε να μπορέσει να κοιτάξει το πλούσιο στήθος της.
Με το ένα χέρι, κατέβασε το σουτιέν αποκαλύπτοντας δυο σκληρές ρώγες έτοιμες για φάγωμα και με το άλλο χέρι περιεργάστηκε το σχήμα και το μέγεθος του κώλου της.
Άρπαξε τα στήθη της και με τα δυο χέρια και άρχισε να γλύφει, να ρουφάει και να δαγκώνει απαλά.
«Πιο δυνατά! Δάγκωσέ με! Πιο δυνατά ΓΑΜΩΤΟ!» Ούρλιαξε εκείνη.
Στην πρώτη δαγκωνιά, ένιωσε τα ζεστά της υγρά να ποτίζουν το τζιν, το εσώρουχό του και τον πούτσο του.
Σκληρός, χοντρός και μακρύς, όλος λουσμένος από τα υγρά αυτού του θηλυκού που δεν μπόρεσε να της το παίξει ιστορία.
Είχε σηκώσει τα χέρια της και στήριζε τον αυχένα της και το στήθος της ανεβοκατέβαινε μπροστά στο πρόσωπό του.
Έβαλε τη μια παλάμη του χαμηλά στην κοιλιά της. Στο ύψος της μήτρας. Και πίεσε. Με το άλλο χέρι γλίστρησε εύκολα και μπήκε με δυο δάχτυλα μέσα της. Πίεζε από μέσα και απ’ έξω.
Το θηλυκό του βρυχήθηκε σα λέαινα.
Οι συσπάσεις της τον έφεραν στα όριά του. Ακόμη δεν είχε ανοίξει το παντελόνι του και θα έχυνε σα 13χρονο.
Την έσπρωξε απαλά για να κρατηθεί.
«Έχεις προφυλακτικό;» την ρώτησε κι εκείνη έσκυψε στο μπροστινό κάθισμα να ψάξει την τσάντα της φέρνοντας την απίστευτα στρογγυλή κωλάρα της στη μούρη του.
«Γαμώτο σου!» ψέλλισε και άνοιξε τα μάγουλά της και έχωσε τη γλώσσα του γλύφοντας και τις δυο τρύπες.
Τα χείλη της είχαν φουσκώσει και άρχισε να τα δαγκώνει με μανία.
Εκείνη βογκούσε και τον παρακαλούσε να σταματήσει.
Ούτε που την άκουγε. Ξαναέβαλε δάχτυλο, γλώσσα και ξεκούμπωσε το παντελόνι του ελευθερώνοντας ένα πούτσο τεράστιο που γυάλιζε.
Η Νίνα γύρισε να του δώσει το προφυλακτικό και τον είδε να πάλλεται. Οι φλέβες ήταν έτοιμες να σκάσουν.
Τον πήρε στο στόμα χωρίς χέρια.
Ο Κάδμος αλύχτησε σα σκύλος.
Φόρεσε το προφυλακτικό του και την έβαλε να μισοξαπλώσει. Γονάτισε με το ένα πόδι και κράτησε για μερικά δευτερόλεπτα τον πούτσο του στην είσοδο της σχισμής της.
«Πάρε με γαμώτο!!!!!!!» του φώναξε εκείνη κι αυτό ήταν που περίμενε κοιτάζοντάς την στα μάτια για να εισβάλλει με πόνο μέσα της.
Ολόκληρος σε κάθε χτύπημα και μέχρι το μισό κεφάλι βγαίνοντας.
Την παίδευε και παιδευόταν. Με τον αντίχειρά του της πάταγε την κλειτορίδα ρυθμικά.
Τι ωραίο κουμπί που είχε το παλιοθήλυκο.
Την κατάλληλη στιγμή μπήκε ολόκληρος και καθώς την έσπρωχνε άρπαξε τις βυζάρες τις και άρχισε να στρίβει με δύναμη και τις δυο ρώγες.
Εκείνη φώναζε το όνομά του με κομμένη την ανάσα, τα χείλη της έτρεμαν, έτρεμε ολόκληρη σπαρταρούσε στα δυο του χέρια που τη βαστούσαν τώρα από τη μέση και της ανασήκωναν τη λεκάνη ελαφρώς.
Βγήκε απότομα γιατί το ένιωσε…
Πετάχτηκε ένα ποτάμι πάνω στο στέρνο του, στην κοιλιά του το δεύτερο και ένα τρίτο έβρεξε ξανά τα καθίσματα.
Και ξαναμπήκε απαλά καθώς την είδε αποκαμωμένη και ακίνητη να κλείνει τα μάτια της .

Απαλά, αργά και ρυθμικά έχυσε κι εκείνος φωνάζοντας «ΚΑΥΛΑ ΜΟΥ ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ»
Και έτσι της φωνάζει εδώ και 12 χρόνια.
Αμαρτία να αφήνεις τέτοια καύλα ελεύθερη.
Την κράτησε δικιά του, ο μάγκας.

Kirsteenah