Θα σου πω μία ιστορία. Θα σου πω γιατί μίσησα, κλώτσησα, σκότωσα τον έρωτα μέσα μου. Και μαζί με αυτόν και εμένα. Κάτσε εδώ, δίπλα μου. Η μάλλον όχι. Κάτσε απέναντί μου. Να βλέπεις τα μάτια μου.

Φοιτητούδι ήμουν. Εικοσιένα σκάρτο. Από αυτά που πρέπει να χρησιμοποιήσεις το κλισεδιάρικο μπουμπούκι για να τα περιγράψεις. Λίγο ξανθιά, λίγο τσουπωτή, λίγο παράξενη, λίγο αντιρρησίας, λίγο απ΄ όλα όσα προσφέρει η νιότη. Σε ένα ήμουν πολύ. Ήμουν πολύ ερωτευμένη.

Με αυτόν. Ας τον πούμε Γιώργο. Μικρή σημασία έχει άλλωστε το όνομα όταν έχουν περάσει είκοσι και χρόνια.
Ανέπνεα Γιώργο. Ζούσα Γιώργο. Μύριζα Γιώργο. Γευόμουν Γιώργο. Φοιτητές μαζί, στην ίδια πόλη του εξωτερικού. Ζούσαμε τον έρωτα που τα σώματα από μόνα τους απαιτούν να ενωθούν. Που το μυαλό από μόνο του απαιτεί να το γεμίσει ο πόθος του για τον άλλο. Ξύπναγα το πρωί και έβρισκα το χέρι του να με κρατάει σφιχτά, στην ίδια ακριβώς στάση που ήταν όταν αποκοιμιόμασταν το βράδυ. Οι ώρες των μαθημάτων βασανιστικές. Ήμουν μακριά του. Για εκείνον το ίδιο. Έτσι έλεγε.

Λάτρευα μικρά, περίεργα πράγματα πάνω του. Το λακκάκι που κάνουν τα οστά του αστραγάλου του. Μία μικρή, άτακτη τούφα μαλλιών που είχε στο σβέρκο του. Την αίσθηση όταν με έχωνε με το ζόρι σχεδόν στην αγκαλιά του και με τύλιγε με την αγάπη του. Το πως με έκανε να γελάω δυνατά. Το πως με έφτανε στην παράδοση κάθε βράδυ στο κρεβάτι μας.
Λάτρευε μικρά, περίεργα πράγματα πάνω μου. Το πως μασάω τα χείλη μου. Την καμπυλότητα του ώμου μου. Το πως άλλαζαν οι διαθέσεις μου μέσα σε δευτερόλεπτα. Δεν βαριέμαι ποτέ με εσένα μου έλεγε. Πόσα μου έλεγε… Πόσο τα θυμάμαι ακόμη.

Ήμασταν ευτυχισμένοι. Χαμένοι σε έναν δικό μας μικρόκοσμο, που μόνοι μας χτίσαμε λιθαράκι-λιθαράκι. Βάλαμε ο καθένας τη δική του πινελιά σε αυτόν τον μικρόκοσμο. Κάθε πινελιά και χάδι, κάθε πινελιά και φιλί, κάθε πινελιά και έρωτας.

Έτσι πέρναγαν οι μήνες μας. Με έρωτα, φιλιά, αγκαλιές και γέλια. Θεέ μου, πόσα γέλια… Μέχρι λίγο πριν τον χρόνο.
Τότε που τρομοκρατημένη του έδειχνα το θετικό τεστ εγκυμοσύνης. Τότε, που είδα μία φευγαλέα συννεφιά στα μάτια του. Τότε, που η συννεφιά εξαφανίστηκε και εμφανίστηκε η χαρά! Χάρηκε!!! Ο αγαπημένος μου χάρηκε! Και μαζί του χάρηκα και ‘γω. Τι και αν ήμασταν μόλις 21; Το παιδί αυτό φάνταζε στα μάτια μας σαν το πιο υπέροχο διαμάντι που χαρίζαμε ο ένας στον άλλο.

Περάσαμε τρεις μήνες περπατώντας αγκαλιά και κάνοντας όνειρα. Πως θα είναι το μωρό μας άραγε; Σε ποιον θα μοιάζει; Ποιανού τα μάτια θα πάρει; Τα δικά σου να πάρει αγάπη μου, μου ψιθύριζε. Χτίζαμε πια τα όνειρα μας λιθαράκι, λιθαράκι. Λιθαράκι και φιλί, λιθαράκι και αγάπη. Και τα χτίσαμε τα όνειρα. Τα γιγαντώσαμε. Τα κάναμε τεράστια και χωθήκαμε μέσα τους, μέσα στην ευτυχία τους, μέσα στην θαλπωρή τους. Τα βάλαμε μέσα στον μικρόκοσμό μας και τον κατέκτησαν, περήφανοι κατακτητές που λάφυρά τους ήταν η ψυχή μου στο τέλος.

Γιατί από τα όνειρα ξυπνάς. Απότομα πολλές φορές. Εγώ ξύπνησα μία Πέμπτη μεσημέρι όταν γύρισα στο σπίτι και από τον μικρόκοσμό μας έλειπε κάθε τι δικό του. Κάθε ίχνος του, μικρό και μεγάλο είχε σβηστεί σαν να πέρασε ένας χαιρέκακος θεός με μία μαγική γομολάστιχα.

Δεν τον ξαναείδα ποτέ. Δεν του ξαναμίλησα ποτέ. Έμαθα για την απόφαση του να με εγκαταλείψει από την μητέρα του, η οποία με εμφανή ανακούφιση μου το ανακοίνωσε κλείνοντας με το: «δεν κάνεις για την οικογένειά μας»
Και έτσι έμεινα μόνη. Σε μία ξένη χώρα. Μια φοιτητριούλα, λίγο μπατίρισσα κιόλας, με ένα μωρό στην κοιλιά. Να πρέπει μόνη της να αποφασίσει για… τα πάντα. Να φροντίσει για… τα πάντα.

Όταν βγήκα από το χειρουργείο της έκτρωσης, δεν μου είχαν αφαιρέσει μόνο το έμβρυο. Μου είχαν αφαιρέσει την ψυχή. Το κομμάτι αυτό της ψυχής που ερωτεύεται, που αγαπάει, που ποθεί. Ξέρεις όμως; Όταν αφαιρείς αυτό το κομμάτι, αφαιρείς τα πάντα. Γιατί παύεις να ερωτεύεσαι, να αγαπάς και να ποθείς και εσένα τον ίδιο.

Καλά να είσαι Γιώργο, όπου και αν είσαι. Ευτυχισμένος να είσαι Γιώργο, όπου και αν είσαι. Ελπίζω να κατάφερες να ονειρευτείς ξανά Γιώργο. Και να κράτησες την ψυχή σου.

Όσο για εσένα, γλυκιά μου συνομιλήτρια, συμβουλή δεν έχω να δώσω. Ο καθένας γράφει τη δική του ζωή. Ορίζει τη δική του μοίρα, ότι και αν του πετάξει αυτή η ζωή στη μάπα. Γιατί στη μάπα τα πετάει, δεν μας λυπάται.
Την ψυχή σου κορίτσι μου. Την ψυχή σου όμως κράτησε. Θωράκισε. Προστάτευσε. Αυτή θα σε κρατάει παρέα στις μεγάλες μοναξιές, αυτή θα σε στυλώνει στις μεγάλες λύπες. Την ψυχή σου κορίτσι μου. Την ψυχή σου και τα μάτια σου.

Βιβιέν