Δύσκολο βράδυ και  το σημερινό. Τα παιδιά δυσκολεύτηκαν να κοιμηθούν. Δεν τ’αφήνει ο θόρυβος απ’τις σειρήνες. Έχει πάνω από μια βδομάδα που ηχούνε αλλά εξακολουθούν να τρομάζουν. Πάνω που τα πήρε ο ύπνος έπεσε η πρώτη βόμβα. Ξυπνάνε πανικόβλητα. Προσπαθώ να τα καθησυχάσω. Παραμένω ήρεμη. Ξέρω πως δεν είμαστε εμείς ο στόχος. Απέχουμε όμως μόλις λίγα χιλιόμετρα από την εμπόλεμη ζώνη. Ο ήχος από τα Απάτσι χαρακτηριστικός ,το σφύριγμα που κάνει η βόμβα πριν σκάσει τρυπάει το μυαλό μου. Δεν μπορώ να πάψω να σκέφτομαι ποια παιδιά να ξενυχτάνε από την άλλη πλευρά της διαχωριστικής γραμμής.

Επιτέλους κοιμούνται από εξάντληση. Ύπνος ταραγμένος, τινάζονται συχνά. Μένω καθιστή στο δωμάτιο τους μέχρι που ξημερώνει. Μέχρι που δεν ακούγεται πια το παραμικρό. Με παίρνει ο ύπνος χωρίς να το καταλάβω στην καρέκλα. Αισθάνομαι ότι έχω κοιμηθεί μόλις πέντε λεπτά, όταν νομίζω πως ακούω να χτυπάει η πόρτα. Δεν δίνω σημασία, εξάλλου είναι τόσο νωρίς, δεν περιμένω κάποιον. Το χτύπημα ξανακούγεται δειλό και ανεπαίσθητο. Αποφασίζω να ανοίξω.

Ένα πιτσιρίκι στέκεται μπροστά μου, του μιλάω και δεν μου απαντάει. Μόνο με κοιτάει με δυο τεράστια μαύρα μάτια. Τρομάζω βλέποντας μέσα τους το κενό. Το βλέμμα του χαμένο, παλεύει να εστιάσει. Είναι κακοντυμένο και βρώμικο. Το περνάω για ζητιάνο. Μου φαίνεται όμως περίεργο. Τόσα χρόνια εδώ δεν έχω δει ποτέ ζητιάνο, ποτέ κανεις δεν χτύπησε την πόρτα μου. Συνεχίζω να του μιλάω. Εξακολουθεί να περιφέρει το άδειο του βλέμμα.

Ξυπνάει η μεγάλη μου κόρη κι έρχεται στην πόρτα. Πέντε χρονών ανθρωπάκι ήτανε τότε. Χωρίς να του μιλήσει, απλώνει το χέρι της, «Πεινάω», της λέει ο πιτσιρίκος. Τον ρωτάω αν θέλει να του φτιάξω πρωινό, καίγομαι να μάθω πώς βρέθηκε στην πόρτα μου. Μας ακολουθεί στην κουζίνα. Κάθεται μαζεμένος σε μια καρέκλα και περιμένει.

Του σερβίρω και ξεκινάει να τρώει. Μου κάνει εντύπωση ότι δεν πέφτει με τα μούτρα στο φαγητό. Τρώει αργά, το βλέμμα του περιφέρεται,τελειώνει το φαγητό του και μ’ευχαριστεί. Η μικρή τον ρωτάει αν θέλει κι άλλο, αρνείται αλλά μου ζητάει αν μπορώ να του δώσω φαγητό μαζί του, για την αδερφή μου, λέει. Τον ρωτάω πως βρέθηκε μόνο παιδί στην πόλη μας ,που είναι το σπίτι του ,η οικογένειά του.

Είναι από το διπλανό χωριό. Το σπίτι τους γκρεμίστηκε από τους βομβαρδισμούς. Ευτυχώς είχαν προλάβει να πάνε στο καταφύγιο. Το διπλανό χωριό, που το μόνο που μας χωρίζει είναι μια διαχωριστική γραμμή και η περίπολος. Δεν μπορούν να περάσουν από κει, έρχονται από κρυφά μονοπάτια με κίνδυνο να τους πυροβολήσει ο στρατός αν τους εντοπίσει. Έχουν αποκοπεί από τα γύρω μέρη, οι προμήθειες τελείωσαν, απαγορεύεται να μπει ο οποιοσδήποτε. «Πεινάμε», μου λέει, στο χωριό. Μ’έστειλε η μάνα μου από το μονοπάτι να βρω φαγητό. Έχω αλλα τρία μικρά αδέρφια. Μπορώ  και συνεννοούμαι στη γλώσσα του. Μου μιλάει για τους βομβαρδισμούς, πως σκοτώθηκε ο πατέρας του με τον μεγάλο του αδερφό από τις πρώτες κιόλας μέρες.

Ακούω σοκαρισμένη. Είναι τόσο κοντά και ταυτόχρονα τόσο μακριά μας. Την ώρα που εμείς ζούμε την καθημερινότητά μας, το διπλανό χωριό βομβαρδίζεται. Άνθρωποι καθημερινά σκοτώνονται, άνθρωποι χάνουν τα σπίτια τους, άνθρωποι πεινάνε. Συγκλονίζομαι. Μου μιλάει σαν να αφηγείται απλά μια ιστορία. Το βλέμμα του άδειο. Το δικό μου γεμάτο. Γεμάτο ντροπή για όλα αυτά που συμβαίνουν δίπλα μου, γεμάτο ντροπή που αισθανόμουν ανακούφιση που δεν είμαστε εμείς ο στόχος.

Αυτές οι αδικίες του πολέμου! Τι χρειάζεται πια για να ζει ένα παιδί χωρίς το βάρος της καταστροφής και της απώλειας; Καλά ζούσαμε εμείς εδώ, στην άλλη πλευρά. Όμως κάποιοι δεν επιλέγουν να βρίσκονται τόσο κοντά στο θάνατο, ζώντας την απάνθρωπη πλευρά του πολέμου. Αυτήν που οδηγεί ένα πιτσιρίκι αυτόματα και χωρίς ενδοιασμούς στην ανάγκη της επιβίωσης, αψηφώντας το θάνατο για να βρει τροφή. Ένα παιδί τόσο δα. Με βλέμμα θλιμμένο, θρηνώντας ίσως σιωπηλά το μεγάλο αδελφό, ταραγμένο παράλληλα από το χαμό του αγαπημένου του πατέρα.

Και μετά σκέφτομαι τη μάνα. Μπαίνω στα δικά της ρούχα και βλέπω τη φρίκη της απώλειας. Ένα γκρεμισμένο σπιτικό από τους πυροβολισμούς και τις βόμβες, ένα γιο του οποίου τα μάτια δε θα ξαναδώ ποτέ. Ένα σύζυγο «κολώνα» που δε θα με χαιδέψει ξανά, φιλώντας με το πρωί όταν ξυπνάμε. Και τρία παιδιά που με κοιτούν με άδεια φοβισμένα μάτια. Που κουρνιάζουν σε μια αγκαλίτσα ζητώντας θαλπωρή και ηρεμία.

Σηκώθηκα από την καρέκλα με βουρκωμένα μάτια. «Ελα αγόρι μου». Άνοιξα την ντουλάπα της μικρής εκείνη με τα ρούχα. Βρήκα αθλητικά μπλουζάκια που ήμουν σίγουρη ότι του ταίριαζαν γάντι. «Θέλεις ένα ωραίο ζεστό μπάνιο;» Για πρώτη φορά είδα το αγοράκι να χαμογελάει. Αν και κουρασμένος ο πιτσιρικάς έγνευσε καταφατικά. «Και να κοιμηθείς λίγο άμα θέλεις. Να σε δει η μαμά ξεκούραστο.»

Όση ώρα το παιδί πλατσούριζε μέσα στην μπανιέρα και χαλάρωνε, ετοίμαζα ένα μικρό σακίδιο. Μπλουζάκια και αλλαξιές, για τα τρία αδέλφια. Όσα είχα. Εφτιαξα μερικές αράδες σάντουιτς, τους έβαλα από εκείνο το ονομαστό σαλάμι που αγόρασα για μια γιορτή, έβαλα γεμιστά, ελιές και φρούτα. Ναι θα ήταν λίγο βαρύ το φορτίο αλλά νομίζω πως ο μικρός θα τα κατάφερνε. Έγραψα ένα σημείωμα στη μάνα. Ευχόμουν να το παραλάβει, ήταν σημαντικό. Δεν μπορούσα να συνοδεύσω το παιδί στα κρυφά μονοπάτια πίσω στο καταφύγιο. Ελπίζω να με καταλάβαινε ως μάνα προς μάνα.

Το νεαρό παλικαράκι τελειώνοντας το χαλαρωτικό μπανάκι του πήρε έναν υπνάκο. Μεσημέριασε αλλά είχε χρόνο. Λίγες ξέγνιαστες στιγμές ήταν αναγκαίες πριν την επιστροφή. Σε ποιο παιδί άλλωστε αξίζει να χανει την οικογένειά του, να γίνεται ζητιάνος ή να κοιμάται στο δρόμο; Προσευχήθηκα πραγματικά να γυρίσει σώο στη μάνα του με μια χαραμάδα ελπίδας. Πόσο άδικο βάρος για ένα παιδάκι! Η ζωή πολλές φορές σε αναγκάζει να είσαι δυνατός.

Το παιδί ετοιμάστηκε να φύγει. «Να προσέχεις και μην ξεχάσεις να δώσεις το σημείωμα στη μαμά». Μου έγνεψε καταφατικά. «Ευχαριστώ Κυρία», έτρεξε και χάθηκε πίσω από τα δέντρα…

Το βράδυ εκείνο δεν κοιμήθηκα. Υπερένταση με κατέκλυσε. Κι αν δεν έφτασε ποτέ, κι αν οι περιπολίες το έπιασαν; Aχ αυτή η μάνα, πόσο δύσκολο να βιώσει και τρίτη απώλεια. Πόσο πια δύναμη να δείξει κανείς σε τέτοιες εποχές; Μια ψυχούλα κουβαλάμε όλοι. Τα χαράματα άκουσα ομιλίες έξω από το σπίτι. Πλησίασα την εξώπορτα και άνοιξα. Μία πανέμορφη μελαχροινή αλλά κουρασμένη γυναίκα μαζί με τρία παιδάκια με κοιτάζαν. Πόσο πολύ έμοιαζαν! Το μεγαλύτερο αγοράκι χαμογέλασε. Τα γνώριμα γλυκά ματάκια του δεν ήταν πια τρομαγμένα και άδεια. Τα κατάφερε ο νεαρός. Το σημείωμα είχε φτάσει σώο στη μάνα.

 Όλια και Ελένη Τσεμπεράκη Mottet