Γκρίνιαζε ο κακομοίρης ο κυρ Σπύρος, λίγο στα αστεία, λίγο στα σοβαρά σ’ όλα τα οικογενειακά τραπέζια και τις συνάξεις μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Γκρίνιαζε κι αναστέναζε:
«Αν ήταν να με κρεμάσουν με τους χορτασμένους από έρωτα, άδικα θα πάω!»

Γκρίνιαζε και τα παιδιά του γελούσαν και μάλωναν την μάνα τους κι εκείνη μάλωνε πάλι τον άντρα της που πιάνει τέτοιες κουβέντες μπροστά στα παιδιά «σα δεν ντρέπεται, μεγάλος άνθρωπος»

Κι άντε πάλι άλλη φορά να παραπονιέται, σαν την έβλεπε να φέρνει το γλυκό, άσπρη, άσπρη κι αφράτη και λαχταριστή, παρά την ηλικία της η κυρά του αλλά σοβαρή και μαζεμένη πάντα «καλόγρια έπρεπε να γίνει η μάνα σας, όχι να παντρευτεί» και να τα χαχανητά και τα αθώα πειράγματα των παιδιών και τα ψευτόμούτρα της Ευγενίας του.

Απλός άνθρωπος του λαού κι εργάτης ο κυρ Σπύρος δεν κάτεχε και πολλά από το παιχνίδι της σαγήνης και της αποπλάνησης. Τον έρωτα τον έμαθε παιδάκι, στα έντεκα, άντε δώδεκα στα στενάκια του Μεταξουργείου, βιαστικά και χωρίς συναίσθημα, με αντάλλαγμα ένα ταληράκι, φυλαγμένο ευλαβικά από τα πρώτα του μεροκάματα στο εργαστήριο. Είχε όμως μια έμφυτη ευγένεια και ποτέ δεν ήταν πιεστικός με την κυρά του. Δεν ήξερε να την πλησιάσει, όπως το είχε δει εκείνη στον κινηματόγραφο που πηγαίνανε, με λουλούδια και κεριά και σαμπάνιες αλλά και αγροίκο δεν τον έλεγες. Στα χρόνια που ήταν αρραβωνιασμένοι δεν την είχε “ατιμάσει” αλλά και μετά, μετά το γάμο δηλαδή, πάντα την ρωτούσε αν ήθελε. Άγαρμπα ίσως, αλλά την ρωτούσε.

Η Ευγενίτσα πάλι, δεν μπόρεσε ποτέ απόλυτα να παραδοθεί στην ηδονή της σάρκας κι όλο θα έψαχνε δικαιολογίες για να το αποφύγει. Έκανε τα παιδιά της, ήταν μια καλή μάνα, προστατευτική και τρυφερή, ήταν μια καλή σύζυγος, τίμια που φρόντιζε το στεφάνι της και τον είχε κορώνα στο κεφάλι της, καλοταϊσμένο, καλοντυμένο, άρχοντα! Χαλί να γίνει να την πατήσει αλλά μέχρι εκεί. Όταν ήταν για κρεβάτι, όλο δικαιολογίες έβρισκε. Μια θα ετοίμαζε το φαγητό, μια θα ήταν του τάδε αγίου ή της τάδε αγίας, μια θα ήταν Σαρακοστή «Τούρκεψες άνθρωπε μου πια ολωσδιόλου;» του έλεγε κι ο κυρ Σπύρος μαζευόταν στην γωνιά του άπραγος. Μετά του έφτιαχνε το καφεδάκι του, του έφερνε το φρουτάκι του και τον καλόπιανε τον άντρα της, του έδινε κι ένα φιλί στα πεταχτά όταν ήταν φρεσκοξυρισμένος αλλά έφευγε γρήγορα γρήγορα μην και τον πονηρέψει ότι θέλει άλλα.

Η Ευγενίτσα ήταν το μεγαλύτερο παιδί από τα τέσσερα της οικογένειάς της. Το σπίτι τους ήταν μια ξύλινη παράγκα στα προσφυγικά της Κοκκινιάς, ένα δωμάτιο όλο κι όλο και μια φτωχική κουζινούλα. Τα παιδιά και οι γονείς κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο, και κάθε βράδυ η Ευγενίτσα που ήταν η μεγαλύτερη ξυπνούσε από τα αγκομαχητά και τις βαριές ανάσες του πατέρα της και το τρίξιμο του κρεβατιού των γονιών της. Την πρώτη φορά φώναξε δειλά την μάνα της, νόμιζε ότι ο πατέρας της την χτυπούσε και της έκανε κακό αλλά η μάνα της πνιχτά της είπε να γυρίσει το κεφαλάκι της από εκεί και να κοιμηθεί κι ότι όλα ήταν εντάξει. Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί αλλά αυτός ο μονότονος βρυχηθμός του πατέρα της, σαν άγριου ζώου, που πονούσε ή υπέφερε την τρόμαζε πάρα πολύ και στοίχειωνε τα βράδια της. Κουκουλωνόταν με το σεντόνι και προσπαθούσε να κοιμηθεί και ζήλευε τον ήσυχο ύπνο που έκαναν τα μικρά της αδέλφια.

Όταν μεγάλωσε λιγάκι κατάλαβε ότι κάτι γίνεται ανάμεσα στο ζευγάρι, κάτι που έχει σχέση με τα παιδιά αλλά όταν κάτι αναφερόταν σε παρέες ή γινόταν κάποιο αστείο όλοι οι ενήλικοι δαγκώνονταν κι έκαναν νοήματα ό ένας στον άλλο να πάψουν και μετά οι μανάδες έριχναν ένα παγωμένο βλέμμα στα κορίτσια που δεν υπήρχε περιθώριο για παραπάνω συζήτηση ή πολύ λιγότερο για ερωτήσεις. Όταν ήρθε η ώρα της για παντρειά η μάνα, η θεία και οι άλλες γυναίκες της οικογένειας της είπαν πως το βράδυ του γάμου θα κάνει ότι της ζητήσει ο άντρας της, της αρέσει δεν της αρέσει αλλά να μην ξεχάσει να στρώνει ένα πετσετάκι πάνω στο κρεβάτι ή όπου αλλού μέχρι να κάνει την «δουλειά» του. Της είπανε ότι μπορεί να ματώσει, και να πονέσει την κοιλιά της αλλά τίποτα δεν θα πει γιατί όλες το περάσανε και έτσι πρέπει να γίνει. Της είπαν επίσης, αν τυχόν της άρεσε πάλι να μην το πει και να μην βγάλει άχνα για να μην την περάσει το στεφάνι της για καμιά «αντρού» και πώς μετά να της έχει εμπιστοσύνη να κρατήσει σπίτι και την τιμή της ψηλά; Δεν της έδωσαν άλλες λεπτομέρειες και δεν τόλμησε να ρωτήσει, ήδη την είχαν τρομοκρατήσει όλα αυτά. Προσέθεσαν μόνο πως αυτή η «δουλειά» είναι έτσι στην φύση του άντρα όπως όταν φυσάει την μύτη του όταν έχει συνάχι ή φτύνει ένα φλέμα και γι αυτό δεν πρέπει να το αρνείται ποτέ. Εκεί της ήρθε εμετός μ αυτήν την σκέψη αλλά και πάλι δεν είπε τίποτα. Αφού έτσι το έπαθαν όλες, έτσι θα το πάθαινε κι αυτή!

Μεγαλώνοντας και στρογγυλεύοντας στα σωστά σημεία, η Ευγενίτσα παρακολουθούσε την αγωνία του πατέρα της και της μάνας της να μην χάσει την περιβόητη τιμή της. Μην την ξελογιάσει κανένας μορφονιός ή να μην τηνε στριμώξει κανείς εκεί στα προσφυγικά και την «χαλάσει» και μετά ποιος θα την έπαιρνε «τρύπια»; Όλα αυτά φαντάζανε πολύ τρομακτικά στο μυαλό του κοριτσιού, περιπλεγμένα με ένα απόλυτο μυστήριο που καμιά φορά της έσφιγγε το στομάχι και πολύ συχνά την αηδίαζε. Οι λέξεις που κρυφάκουγε είχαν μια σκληρότητα και την τάραζαν αφάνταστα και μαζί και με τα αγκομαχητά και τους πνιχτούς αναστεναγμούς μέσα στην ησυχία της νύχτας είχαν γίνει όλα στο μυαλό της ένα συνονθύλευμα που την πανικόβαλλε. Τι σχέση είχαν όλα αυτά με τα φιλιά που έδιναν οι ηθοποιοί στις όμορφες κοπέλες στις ταινίες που έβλεπαν στον κινηματογράφο, σκαρφαλωμένα πάνω στους τοίχους; Αυτά ήταν τόσο όμορφα, τόσο μαγικά. Τι δεν καταλάβαινε; Η μάλλον τι δεν της εξηγούσαν;

Όταν πήγε ψυχοκόρη σε ένα γέρικο ζευγάρι χωρίς παιδιά στα δεκαπέντε της κατάλαβε η Ευγενίτσα, κατάλαβε αλλά με τον χειρότερο τρόπο που θα μπορούσε ένα νεαρό πλάσμα να μυηθεί στο παιχνίδι του έρωτα. Όταν κάθε βράδυ κολλούσε το κορμάκι της στον τοίχο για να αποφύγει τα χάδια του παππούλη – κοντά εβδομήντα χρονών – που μ ένα μακάβριο χαμόγελο και με βαριές ανάσες που σιγά σιγά βάραιναν και πιο πολύ προσπαθούσε να την πλησιάσει, να χώσει το ροζιασμένο χέρι του, να ξαπλώσει λίγο κοντά της.

Δεν ήταν κρύα η Ευγενίτσα, όπως την έλεγε ο κυρ Σπύρος ο άντρας της, ήταν μια πληγή που αιμορραγούσε, ένα μπουμπούκι που κόπηκε την στιγμή που έπρεπε να ανθίσει, μια ψυχή που καμιά τρυφερότητα δεν μπόρεσε να την γιατρέψει ποτέ ολότελα.