Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα

Έκλεισα τα μάτια μου, σφίγγοντας δυνατά το πόμολο της μπαλκονόπορτας.
Αγκομαχούσα. Έχω τραβήξει μαλακία για πολλές γκόμενες, κάθε στιγμή της ημέρας, σε κάθε μέρος. Ποτέ όμως δεν την έπαιξα πέντε φορές, στην ίδια ημέρα, για μία γυναίκα.
Ή μάλλον… για ένα ζευγάρι πόδια.

Κοίταξα προς το απέναντι μπαλκόνι και χάζεψα τα πανύψηλά της πόδια. Τα είχε απλώσει πάνω στο κάγκελο, φορώντας αυτές τις καυλωτικές, κόκκινες γόβες. Έτριβε τα μπούτια της μεταξύ τους, ανεβοκατεβάζοντας το διχτυωτό καλσόν. Μπορεί να την χάζευε κι άλλος, μπορεί όλη η γειτονιά, αλλά εγώ ήξερα ότι μόνο για εμένα έβγαινε στο μπαλκόνι.
Σήκωσα το κινητό και της έστειλα ένα μήνυμα στην εφαρμογή.
«Πέμπτη φορά σήμερα. Με έχεις πεθάνει καυλιάρα μου».
Το μήνυμα παραδόθηκε, το είδε, δεν απάντησε. Σχεδόν έτρεμα για μία της απάντηση, ένα χαμογελάκι, ένα κλείσιμο ματιού. Ντύθηκα γρήγορα κι έπεσα εξουθενωμένος στο κρεβάτι. Κρατούσα το μελανιασμένο πέος μου, πρησμένο, ερεθισμένο. Πονούσα, όμως ήθελα κι άλλο. Όσο σκεφτόμουν τα μηνύματά της, τα πόδια της, τις υποσχέσεις της που δε θα τηρούσε ποτέ.
Δεν ξέρω γιατί είχα αρρωστήσει έτσι μαζί της. Πάντα είχα σαλεμένα βίτσια με πολλές γυναίκες. Τρελαινόμουν με συγκεκριμένα παπούτσια που τα φορούσαν συγκεκριμένα πόδια. Γούσταρα ψιθύρους στ’ αυτιά και γλώσσα χωμένη μέσα, ως το τύμπανο. Δαγκώματα στους ώμους και στην ωμοπλάτη. Το σεξ για εμένα δεν ήταν μόνο στεγνό γαμήσι. Ήταν μία ηδονιστική ολοκλήρωση.
Κι η συγκεκριμένη τύπισσα μου το προσέφερε χωρίς να με έχει αγγίξει ποτέ. Χωρίς να με έχει αντικρίσει ποτέ. Μόνο με γραπτά λόγια και τεράστια, χυμώδη πόδια.

Οι μέρες κυλούσαν σαν αχανές εγκεφαλογράφημα. Μηχανικές κινήσεις ως τη στιγμή που θα μου έστελνε μήνυμα, θα έτρεχα τουαλέτα και θα έχυνα σε δευτερόλεπτα σκεπτόμενος τα πόδια της, το σώμα της, τα προστυχόλογά της. Μου είχε γίνει εμμονή, ο λόγος για να ξυπνήσω το πρωί και η τελευταία απόλαυση για να κοιμηθώ το βράδυ.
Είχαν περάσει δύο βδομάδες από την πρώτη στιγμή που τη βρήκα στην εφαρμογή. Η φώτο της, δύο πανέμορφα πόδια. Η περιγραφή της, μυστήρια και παραπονιάρικη. Της έπιασα κουβέντα και στη μία ώρα είχα κολλήσει. Μιλούσε σαν να με ήξερε, σαν να με έβλεπε κάθε μέρα από μία κρυφή κλειδαρότρυπα παρ’ όλο που δεν είχα συναντηθεί ποτέ.
Από τον χάρτη της εφαρμογής είδα ότι έμενε πολύ κοντά μου. Ποτέ δεν περίμενα ότι θα έμενε στην απέναντι πολυκατοικία, με το πίσω μου μπαλκόνι θέα στο δικό της. Κι ότι κάθε βράδυ, θα ξημεροβραδιαζόμουν εκεί, ακουμπισμένος στον τοίχο, τρίβοντας τον καβάλο μου.
Όνομα δεν ήξερα, μόνο ένα ψευδώνυμο. Μιλένα.
«Γιατί δεν εμφανίζεσαι σήμερα, μωρό μου;» της έστειλα όλο απόγνωση. Είχε αργήσει τουλάχιστον δέκα λεπτά. Συνειδητοποίησα ότι η ιδέα και μόνο ότι θα την έβλεπα με καύλωνε. Απάντηση στο μήνυμα δεν πήρα.
«Θα με στήσεις σήμερα; Όλη μέρα αυτό σκεφτόμουν, γιατί με τυραννάς έτσι;»
Καμία απάντηση πάλι. Ξεφύσηξα δυνατά κι αποφάσισα να τραβήξω μία μαλακία με την σκέψη της να χαλαρώσω. Μέχρι που χτύπησε το κουδούνι. Ντύθηκα γρήγορα και πέταξα το κινητό στο κρεβάτι.
Η πιο λογική εξήγηση, τέτοια ώρα το βράδυ, ήταν να είναι κάποιος από την πολυκατοικία. Η πιο παράλογη και συνάμα η πιο επιθυμητή, με έκανε να τρέμω ολόκληρος.
«Ποιος είναι;»
Δύο χτυπήματα ξανά. Κοίταξα από το ματάκι κι είδα ένα καπέλο μαύρο, μακρύ, να το πλαισιώνουν καστανές μπούκλες. Άνοιξα δειλά την πόρτα.
Πρώτα έβαλε τα πόδια της μέσα. Το διχτυωτό καλσόν που έβλεπα κάθε βράδυ να ανεβοκατεβαίνει μαζί με τις κόκκινες γόβες που λάτρευα να χτυπάνε πάνω στο κάγκελο.
Ύστερα μπήκε εκείνη. Φορούσε μόνο ένα κοντό παλτό, ανοιχτό πάνω στο στήθος κι ένα μαύρο καπέλο στο κεφάλι. Δεν έκλεισα την πόρτα, δεν μπορούσα καν να ανοίξω το στόμα μου να μιλήσω. Όλα, τα έκανε αυτή.
Με έστησε πάνω στον τοίχο κι άρχισαν τα δάχτυλα της να περιεργάζονται το σώμα μου. Η στύση μου ήταν ήδη δυνατή από το πρώτο λεπτό που την αντίκρισα κι η καρδιά μου σφυροκοπούσε τόσο που νόμιζα ότι θα σκίσει το στήθος μου και θα πεταχτεί έξω. Προσπάθησα να δω τα μάτια της αλλά όποτε το έκανα, απωθούσε το πρόσωπό μου. Σήκωσε το γόνατό της κι άρχισε να τρίβει τον ερεθισμένο πούτσο μου. Τα χέρια μου την άγγιξαν, τα χτύπησε, τα έδιωξε μακριά. Δεν ήθελε επαφές, δεν ήθελε πρωτοβουλίες. Μόνο να είμαι στο έλεός της.
Έβγαλε το παλτό της και θαμπώθηκα από το υπέροχο σώμα της. Σουτιέν δεν φορούσε, μόνο ένα μαύρο στρινγκ. Γύρισε και κόλλησε τον υπέροχο κώλο της πάνω μου. Καθοδήγησε τα χέρια μου στη μέση της και χαμήλωσε ίσα ίσα το καλσόν. Και μόνο η ιδέα ότι θα έμπαινα μέσα της ήταν ικανή να με κάνει να τελειώσω από τώρα.
Κρατήθηκα όμως. Κρατήθηκα κι όταν ένιωσα το ζεστό μουνί της, όταν ένιωσα τα υγρά της να με πλυμμηρίζουν, όταν άκουσα τα αγκομαχητά της. Κρατήθηκα για τουλάχιστον τρία λεπτά.
Τελείωσα πάνω στο στήθος της και κατέρρευσα στο πάτωμα. Μου έκλεισε τα μάτια, μου φίλησε απαλά τα χείλη, ντύθηκε γρήγορα κι έφυγε. Ούτε μέχρι το κρεβάτι κατάφερα να συρθώ εκείνο το βράδυ. Κοιμήθηκα στο κρύο, γυμνό πλακάκι.
Την επόμενη μέρα την έψαξα στην εφαρμογή. Δεν υπήρχε πουθενά. Είχε σβήσει τον λογαριασμό της. Το βράδυ κοιτούσα στο μπαλκόνι μπας και εμφανιστεί αλλά μέσα μου ήξερα ότι αυτό ήταν αδύνατο. Η στιγμή είχε τελειώσει, η καύλα είχε κορυφωθεί, το μυστήριο είχε ξεφτίσει. Πότε από τότε δεν έχω γνωρίσει γυναίκα να με έχει αρρωστήσει τόσο πολύ. Ακόμα και τώρα, παντρεμένος με μία όμορφη και γλυκιά κοπέλα, στέκομαι κάποια βράδια στη πόρτα και ξαναζώ στο μυαλό μου την σκηνή εκείνη.
Μόνο και μόνο η σκέψη είναι ικανή για να με τελειώσει σε δευτερόλεπτα και να τρέμω πάνω στο κρύο πλακάκι, μήπως και νιώσω – έστω και στη φαντασία μου – το άγγιγμά της.

 

 Skinned_Alive