Από πού ξεκινάς να σπας ένα αυγό;
Να ξεφλουδίζεις τα τσόφλια του, να ανοίγεις περισσότερο τις μικρές ράγες που θα σε οδηγήσουν στο γλυκό ασπράδι και στο κιτρινωπό κρόκο του; Πόσο δυνατά πρέπει να το ραγίσεις, πόσο απαλά να το ξεγυμνώσεις; Και στο τέλος, όταν έρθει η ώρα να φαγωθεί, θα σε απασχολεί καθόλου τι ήταν πριν καν φανεί η πρώτη ρωγμή; Τι έκρυβε μέσα του κι αν άξιζε να παραμείνει έτσι;
Καθόλου.
Το μόνο που θα μας νοιάζει μετά είναι τι ομελέτα θα φτιάξουμε. Γιατί αν θες να φας ομελέτα, πρέπει να σπάσεις μερικά αυγά.

Ο Νικήτας περίμενε καρτερικά στην είσοδο του μαιευτηρίου. Κρατούσε την ανθοδέσμη σφιχτά, κρύβοντας την με το τζάκετ του για να μην παρασέρνει τα άνθη ο αέρας. Το κρύο τσουχτερό κι η κατσούφα υπάλληλος στο γκισέ αργούσε υπερβολικά. Ένα όνομα είχε ζητήσει, πόσο δύσκολο ήταν να το βρει;
«Δεν βλέπω το όνομα της κυρίας εδώ. Είστε σίγουρος ότι έχει κάνει εισαγωγή;»
«Ναι, κυρία μου, είμαι σίγουρος. Έλεγξε ξανά, σε παρακαλώ και βιάζομαι».
Η υπάλληλος ξεφύσηξε αγανακτισμένη κι άρχισε να πληκτρολογεί. Ένας δυνατός αέρας παραλίγο να παρασύρει την ανθοδέσμη μακριά κι ο Νικήτας έσκυψε να την κρατήσει. Η πόρτα της εισόδου άνοιξε δίπλα του και στο μαιευτήριο μπήκαν φουριόζοι ένα ζευγάρι, ακολουθούμενοι από έναν σκασμό σόγια.
Κάποιοι βιάζονται πολύ να γεννήσουν, σκέφθηκε ο Νικήτας.

Η Αλεξάνδρα ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο κι έκλεισε για λίγες στιγμές τα μάτια της. Δεύτερη διπλοβάρδια, πριν τρεις ημέρες νυχτερινό κι είχε ακόμα πέντε ώρες για να σχολάσει. Ποτέ άλλοτε στην επαγγελματική της εμπειρία, ως τώρα, δεν είχε δει τόσες γέννες. Λες κι είχαν βαλθεί όλοι να γεννήσουν Δεκέμβριο και να γεμίσει ο κόσμος Τοξότες. Τρελό ζώδιο, σαλεμένο, ανυπόταχτο. Σαν την ίδια.
«Αλεξάνδρα, κοίταξε την θερμοκοιτίδα 2Β, νομίζω ότι το μωρό υποτροπιάζει. Ετοίμασε σίδηρο αν χρειαστεί», της φώναξε η προϊσταμένη κι αυτή έγνεψε κουρασμένα. Της άρεσε η δουλειά της. Ήταν κουραστική κι απαιτητική, τα λεφτά όχι τόσο καλά αλλά όταν αντίκριζε δύο μικρά ματάκια να βλέπουν για πρώτη φορά τον κόσμο γύρω τους, την έκανε να ξεχνιέται. Και να χαμογελά. Και να μη θυμάται κάποια άλλα ματάκια που είχε να δει χρόνια.

Ο Ανδρέας έκανε βόλτες γύρω από το κινητό του. Το είχε ακουμπισμένο στο τραπέζι, είχε βάλει τα παπούτσια του και το παλτό του, κι απλά έκανε κύκλους. Μέσα του, βαθιά, πίστευε ότι όσο πιο πολύ περπατήσει τόσες περισσότερες πιθανότητες είχε να χτυπήσει το κινητό. Το σύμπαν συνωμοτούσε εναντίον του, το πίστευε!
Βλακείες, σκέφθηκε. Δε θα τα έχει πάρει τα λουλούδια. Ή, αν τα έχει πάρει, δε θέλει να με καλέσει. Αυτό είναι, δε θέλει να με καλέσει! Δε θέλει να δω το μωρό μου, θα το δει πρώτα ο μαλάκας της κι όχι εγώ!
Άρπαξε το κινητό του και πάνω στα νεύρα του παραλίγο να το κάνει ένα με τον τοίχο. Εκείνο όμως χτύπησε τελευταία στιγμή κι η αναπνοή του κόπηκε πάνω στην ταραχή του.
«Ναι; Ναι; Μαρία, εσύ;»
Η φωνή που ακούστηκε διακοπτόταν συνεχώς από ένα βάρβαρο βουητό.
«Κυ… κύριε Ανδρέα; Ο Νικήτας είμαι. Τα… τα έβαλα τα λουλούδια. Μαζί με το γράμμα, ναι. Στο δωμάτιό της. Στο νούμερ-»
«Νικήτα; Μ’ ακούς; Γαμώτο!»
Η κλήση είχε κοπεί. Ξαναδοκίμασε να καλέσει αλλά μία μηχανική φωνή τον πληροφορούσε ότι ο συνδρομητής δεν ήταν διαθέσιμος.
Ο Ανδρέας πήρε βαθιές ανάσες, άφησε το κινητό στο τραπέζι, έριξε κρύο νερό στο πρόσωπό του, μάζεψε τα πράγματά του κι έφυγε από το σπίτι. Η μοναδική σκέψη που έκανε ήταν πότε θα κρατούσε στην αγκαλιά το γιο του μαζί με το Μαράκι του.

Η Μαρία έπαιρνε ανάσες. Αυτό της είχαν πει, αυτό έκανε. Ακουμπούσε την κοιλιά της κι έπαιρνε ανάσες. Ο άνδρας της, λίγα μέτρα μακριά, της έδινε κουράγιο. Ο «άνδρας» της… ας όψεται η ανάγκη κι η ξεροκεφαλιά κάποιου άλλου.
«Λοιπόν, κ. Μενελάου, θα πάμεε στην αίθουσα τοκετού άμεσα γιατί βλέπω ότι το παιδί έχει πάρει θέση. Θα γεννήσετε φυσιολογικά».
Η Μαρία γούρλωσε τα μάτια και κοίταξε την νοσοκόμα λες κι έβλεπε φάντασμα.
«Μα, τι λέτε! Ο γιατρός μου είχε πει ότι θα γεννήσω με καισαρική γιατί υπήρχε κίνδυνος προεκλαμψίας και-»
«Ναι, το γνωρίζουμε. Μας έχει ειδοποιήσει. Τα πράγματα όμως άλλαξαν. Δε θα προλάβει να έρθει, θα σας αναλάβει ο κ. Λεπενιώτης. Είναι πολύ καλός στη δουλειά του».
Η Μαρία προσπάθησε να μιλήσει αλλά δύο κοφτοί πόνοι, χαμηλά στην κοιλιά, την δίπλωσαν. Ξεκίνησε να παίρνει κι άλλες ανάσες όσο το φορείο που την είχαν ξαπλώσει άρχισε να κινείται. Άκουγε φωνές, το όνομά της, διαταγές από την νοσοκόμα, πόρτες να ανοίγουν.
Το βλέμμα της θόλωσε.
Ξάπλωσε πίσω και το τελευταίο πράγμα που σκέφθηκε πριν χάσει τις αισθήσεις ήταν το όνομά του.

Ο Νικήτας μπήκε στο αυτοκίνητο του κι έτριψε τα χέρια του για να ζεσταθεί. Το ηλίθιο κινητό, είχε μείνει από μπαταρία! Ελπίζω να άκουσε το μήνυμά μου ο κ. Ανδρέας, σκέφθηκε, και να μην έμεινε με την λαχτάρα. Θα τον έπαιρνε πάλι από το μαγαζί. Έβαλε μπρος την μηχανή, άναψε το καλοριφέρ να ζεσταθεί λίγο ο εσωτερικός χώρος και μετά ξεχύθηκε στην λεωφόρο.
Ένα πράγμα του τριβέλιζε το μυαλό σε όλη την διαδρομή. Αν όντως η βαριεστημένη υπάλληλος του μαιευτηρίου του είχε δώσει τον σωστό αριθμό δωματίου για να αφήσει την ανθοδέσμη.

Η Αλεξάνδρα έβαλε δύο κέρματα στο μηχάνημα και πάτησε το κουμπί που θα της έφερνε τον πολυπόθητο, νερωμένο καφέ της. Στάθηκε για μία στιγμή και κοίταξε προς το εσωτερικό του δωματίου 202. Ήταν άδειο αλλά, πάνω στο κομοδίνο του κρεβατιού, υπήρχε μία ανθοδέσμη αφημένη. Άρπαξε τον καφέ της και κινήθηκε προς τα εκεί. Τα λουλούδια ήταν πανέμορφα, μία γλυκιά πανδαισία με μαργαρίτες, κυκλάμινα και ανεμώνες.
Είχαν μία κάρτα μέσα, την οποία σήκωσε ενοχικά και διάβασε.

«Για την Μαρία μου που έχασα μέσα από τα χέρια μου και κυνηγώ όσο τίποτε άλλο να ξαναβρώ στην αγκαλιά μου. Και για το πλάσμα, που έρχεται στον κόσμο και θα γεμίσει το κενό μου. Σας αγαπώ και τους δύο. Όσο τίποτε άλλο».

Αλησμόνητες εικόνες ξεπήδησαν πάλι στο μυαλό της, χαράζοντας τα μάτια της. Δάκρυα ξέφυγαν από τις άκρες τους τα οποία σκούπισε γρήγορα με το μανίκι της.
«Αλεξάνδρα! Γρήγορα, έχουμε νέα εισαγωγή, υποθερμία και ταχυπαλμίες, μόλις γεννήθηκε!»
Η Αλεξάνδρα άφησε την ανθοδέσμη κι έτρεξε προς την αίθουσα με τα νεογνά. Το μικρό φορείο που μόλις είχε φτάσει, περιείχε δύο από τα πιο γλυκά πατουσάκια που είχε δει. Κοίταξε το πλασματάκι, ακούμπησε την επιφάνεια της γυάλας και του χαμογέλασε.
«Γεια σου, μικρούλη. Μην ανησυχείς. Θα σε φροντίσω εγώ. Το υπόσχομαι».

Ο Ανδρέας έφτασε στο μαιευτήριο κι όρμησε μέσα σαν σίφουνας. Κοίταξε τριγύρω, ελπίζοντας ότι θα εμφανιστεί κάποιος να του πει καλά νέα και να τον οδηγήσει αυτόματα στην Μαρία.
«Κύριε, ήρεμα, τι πάθατε; Ποιον ψάχνετε;»
Μία γυναίκα με στολή νοσοκόμας και μαύρα, κοκάλινα γυαλιά, τον ζύγισε από πάνω μέχρι κάτω.
«Ψάχνω… ψάχνω την κ. Μαρία Μενελάου. Έκανε εισαγωγή σήμερα, πριν… πριν λίγες ώρες. Δεν, δεν γνωρίζω αριθμό δωματίου».
Η γυναίκα, με αργές κινήσεις, έψαξε στον υπολογιστή της. Το ύφος της από βαριεστημένο έγινε έκπληκτο και μετά κοίταξε τον Ανδρέα με χέρια που έτρεμαν.
«Εμ… είστε… είστε συγγενής;»
Ο Ανδρέας δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του ούτε την υπομονή του.
«Είμαι ο σύζυγος. Βασικά, όχι ακριβώς. Είμαι ο πατέρας του παιδιού της!»
Η νοσοκόμα τον τράβηξε απαλά από το χέρι και του ζήτησε να καθίσει. Ο Ανδρέας δεν ήθελε να κάτσει. Η γυναίκα επέμεινε. Και τότε δεν χρειάστηκε να ακούσει τίποτα. Έτρεξε προς τους πάνω ορόφους φωνάζοντας το όνομα της Μαρίας.

Η Αλεξάνδρα κρατούσε τον μικρούλη, που είχαν καταφέρει να σώσουν μόλις λίγα λεπτά νωρίτερα, στην αγκαλιά της. Τον είχε τυλίξει σε μία πετσέτα και παρακολουθούσε το στοματάκι του που ανεβοκατέβαινε. Χαμογελούσε και προσπαθούσε να τον νανουρίσει, κουνώντας τον ελαφρά.
Η προϊσταμένη, της έκανε νόημα με το χέρι να την πλησιάσει.
«Έχει έρθει ο πατέρας… έτσι λέει δηλαδή. Ο άλλος που ήταν μαζί με την γυναίκα, με το που έμαθε τα νέα, έφυγε. Μαλάκας. Τέλος πάντων, αυτός που ήρθε επιμένει και θέλει να δει το μωρό του. Θα τον αφήσω, αρκεί να είσαι μαζί του, εντάξει; Αρκετά περάσαμε σήμερα».
Η Αλεξάνδρα έγνεψε κι η προισταμένη χάιδεψε τα πατουσάκια του μικρού.
«Μοιάζει στη μητέρα του…»
Της ξέφυγε ένα γαμώτο κι απομακρύνθηκε.
Ο Ανδρέας είχε ρίξει το πρόσωπο στα χέρια του και κουνιόνταν σαν το εκκρεμές. Με το που άκουσε βήματα να τον πλησιάζουν, σήκωσε το βλέμμα κι αντίκρισε το ωραιότερο πράγμα που είχε δει ποτέ στην ζωή του.
«Είστε ο Ανδρέας; Αυτός πιστεύω… είναι ο γιος σας».
Η Αλεξάνδρα παρέδωσε τον μικρό στην αγκαλιά του Ανδρέα. Είχε κάτι το βλέμμα του, κάτι αληθινό, ειλικρινές, αθώο. Ένα βλέμμα που είχε χάσει τη μισή ζωή του εκείνη τη μέρα κι είχε βρει την άλλη μισή ξανά.
«Της μοιάζει…» είπε ο Ανδρέας.
«Ναι…», απάντησε η Αλεξάνδρα κι έμεινε να τους κοιτάζει. «Τα λουλούδια σας, πάντως, σίγουρα θα της άρεσαν πολύ» του είπε και δαγκώθηκε.
Ο Ανδρέας την κοίταξε έκπληκτος, πήγε να απαντήσει αλλά τότε ο μικρός τους διέκοψε ρίχνοντας ένα δυνατό, υγιές κλάμα.