11 λεπτά αρκούν για να πας στην κόλαση. Κι αυτή είχε πάει. 36 ώρες τώρα καθόταν ακίνητη στο πάτωμα – πυροστιά κοιτώντας το λευκό ταβάνι, τον βουβό μάρτυρα του πόνου της. Πόσο το μισούσε…Κι η μαμά; Πότε θα ερχόταν επιτέλους η μαμά; Την είχε ανάγκη. Μόνο αυτή είχε από τότε που τις άφησε ο πατέρας, πριν 12 χρόνια. Η αρρώστια τον νίκησε κι ένα πρωί έφυγε κοιτώντας για τελευταία φορά ένα άλλο λευκό ταβάνι, το ταβάνι του νοσοκομείου. Κι η μάνα… Αχ αυτή η μάνα. Με χίλιους κόπους την μεγάλωσε. Και τώρα που επιτέλους, μετά από παρότρυνση δική της, το πήρε απόφαση να φτιάξει τη ζωή της, ήρθε αυτός και σαν κλέφτης μπήκε και διέρρηξε το κορμί της, τη ζωής της…

Μα τι έκανα λάθος; Ας έρθει κάποιος να μου πει. Ναι, δεν έπρεπε να γυρίσω σπίτι προχθές το βράδυ. Μα τι με έπιασε κι εμένα και έφυγα από το πάρτυ τόσο νωρίς; Όχι, κακώς έμεινα εδώ μόνη μαζί του, χωρίς τη μαμά και τον παππού. Έπρεπε να πάω μαζί της στη Θεσσαλονίκη κι ας έχανα το πάρτυ. Κι αυτός ο παππούς τώρα του ήρθε να πάει στο χωριό του. Και ποιο χωριό είναι αυτό και δεν το ξέρουμε;… Αχ πότε θα γυρίσει η μαμά; Θέλω να κρυφτώ στην αγκαλιά της, να μου πει ότι όλα θα πάνε καλά. Αχ μαμά μου δεν το ήθελα. Δεν φταίω εγώ. Αλήθεια σου λέω… Έγιναν όλα τόσο γρήγορα. Ένας εφιάλτης που δεν ήταν ψέμα. Και τώρα; Πώς θα της το πω; Κι έχω και σένα ταβάνι να με κοιτάς… Μίλα! Πες κάτι… Φοβάμαι ταβάνι μου… Θέλω να φύγω από εδώ. Να ξεχάσω. Να πεθάνω. Να μην θυμάμαι. Να κομματιάσω κάθε σπιθαμή του κορμιού μου. Να μην το βλέπω, να μην το αγγίζω. Όχι ταβάνι μου, δεν μου αξίζει η αγάπη της. Δεν μου αξίζει…

Μάρτυς μου ο Θεός, Σωτήρη, θα τον σκοτώσω!

Η Μαρίνα βγήκε από το δωμάτιο σαν κυνηγημένη. Έπρεπε να σκεφτεί. Τώρα. Όχι αύριο. Για το παιδί της. Για το μονάκριβο 16χρονο κοριτσάκι της. Δεν είχε χρόνο. Τώρα έπρεπε να γίνει. Από στιγμή σε στιγμή θα άκουγε το κλειδί στην πόρτα. Ήταν βέβαιη πως θα γύριζε κι απόψε. Μα τι περίμενε; Πώς η Τόνια δεν θα της έλεγε τίποτα με το που θα έμπαινε σπίτι; Όλα τα λέγανε, χρόνια τώρα. Όταν η απανθρωπιά γίνεται νόμος, η αυτοδικία γίνεται τρόπος, άκουσε να λένε τις προάλλες στις ειδήσεις. Και τώρα να που αυτή έπρεπε να πάρει το νόμο στα χέρια της. Το μυαλό της ούρλιαζε να αρπάξει ένα μαχαίρι και να αρχίσει να τον καρφώνει παντού παντού παντού, ανελέητα, δίχως σταματημό. Λαχταρούσε να του ξεριζώσει την καρδιά με τα ίδια της τα χέρια. Αυτά τα χέρια που μέχρι χθες τον αγκάλιαζαν.

Θα τον σκοτώσω τον αλήτη. Ναι Σωτήρη μου. Θα τον σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια. Θυμάσαι Σωτήρη; Στο ορκίστηκα το βράδυ που έκλεισες τα μάτια σου για πάντα. Δεν έχω ξεχάσει τον όρκο μου, εκεί στο νεκροκρέβατό σου, και δεν θα τον πατήσω. 23 χρονών ήμουν ορφανή από μάνα και πατέρα, χήρα από άντρα. Γύρεψα βοήθεια από τη μάνα σου αλλά αυτή δεν βγήκε από το μοναστήρι ούτε καν για να σε αποχαιρετήσει. Ο πατέρας σου τι να κάνει; Ένα ζωντανό ερείπιο στη φυλακή, περίμενε ο έρμος να του πάω τσιγάρα με το παιδί στην αγκαλιά. Κι όταν αποφυλακίστηκε τον πήρα εδώ μαζί μας, όπως σου υποσχέθηκα. Και πότε, αλήθεια Σωτήρη μου, ποτέ δεν τον ρώτησα για τα περασμένα. Και τον σεβάστηκα Σωτήρη μου σαν τον πατέρα που δεν είχα… Και τώρα η μοίρα πάλι μας χτύπησε κι αυτή τη φορά σαν τυφώνας πέρασε από τη ζωή μας και τα σάρωσε όλα. Πόση βρωμιά Θεέ μου!…Εγώ φταίω. Σε πρόδωσα Σωτήρη μου κι άφησα στην καρδιά μου να κοιτάξει άλλον άντρα. Μα θα τον σκοτώσω Σωτήρη μου. Θα τον σκοτώσω με εκείνο το μαχαίρι που φύλαγες στο συρτάρι σου μαζί με μια παλιά κούκλα και κάτι ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Αλήθεια τι το ήθελες εκείνο το μαχαίρι; Κι εκείνο το κοριτσάκι ποιο ήταν;

Ένα κλειδί ακούστηκε στην πόρτα. Ανατριχίλα και φόβος μαζί. Της ήρθε εμετός.
Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο πατέρας. Την βρήκε να κλαίει στο πάτωμα. Ένα κουφάρι με μάτια σκοτεινά, γεμάτα οργή και πόνο συνάμα. Σαν πήγε να την πλησιάσει ένα ουρλιαχτό ακούστηκε, και μετά το ουρλιαχτό έγινε μούγκρισμα. Σαν μούγκρισμα λύκαινας έτοιμη να ορμήσει στη λεία της. Γύρεψε απαντήσεις αλλά καμιά απάντηση δεν πήρε. Μονάχα δάκρυα. Δάκρυα και σιωπή. Κατευθύνθηκε στο δωμάτιο της εγγονής του. Ένα ερείπιο αγκαλιά με μια ξεχαρβαλωμένη κούκλα. Την ήξερε εκείνη την κούκλα. Ήταν το μόνο που είχε απομείνει από την κόρη του. Την πλησίασε. Καμιά κίνηση φόβου. Έβλεπε στα μάτια της να ουρλιάζει το μέσα της, άκουγε τους χτύπους της καρδιά της, αλλά εκείνη έμενε βουβή, ασάλευτη, αβοήθητη… Μια υποψία διαπέρασε το κορμί του. Και μετά σαν να κατάλαβε.

Η Μαρίνα λικνιζόταν αργά σε μια κουνιστή πολυθρόνα κοιτώντας το ταβάνι. Αχ αυτό το ταβάνι, ο πιο πιστός του σύντροφος τα χρόνια της φυλακής. Σ’ αυτό άνοιγε την καρδιά του, σ’ αυτό ομολογούσε τα κρίματά του κι ας μην ξαλάφρωνε. Κι εκείνη σαν να είχε εκείνο το γνώριμο βλέμμα. Ένα βλέμμα σαλεμένο από τη φρίκη, χαμένο σε ανομολόγητες βίαιες σκέψεις. Το είχε δει πολλές φορές στη φυλακή το βλέμμα αυτό. Έτσι ήταν το βλέμμα όλων όσων είχαν βάψει τα χέρια τους με αίμα, αναζητώντας δικαίωση και λύτρωση μαζί. Κάπως έτσι θα ήταν και το δικό του, όταν έμπηγε το μαχαίρι στην καρδιά του αδελφού του, που τόλμησε και σήκωσε τα μάτια και τα χεριά του στην Στέλλα του. Κι η Μαρίνα κρατούσε τώρα το ίδιο μαχαίρι. Μα πού το βρήκε αυτό το μαχαίρι;

Η ιστορία δεν έπρεπε να επαναληφθεί. Δεν έπρεπε η εγγονή του να μεγαλώσει με τη ρετσινιά της ντροπιασμένης, δεν έπρεπε να αντικρίσει χαμηλωμένα βλέμματα, να ακούσει ψιθύρους, άδικους και δίκαιους συνάμα. «Αυτή είναι η κόρη της φόνισσας«… Στη δική του ιστορία η κόρη του είχε γράψει τον τραγικό επίλογο. «Οι Ερινύες έπλεξαν θηλιά για την κόρη του αδελφοκτόνου» έγραψαν οι εφημερίδες. Κανείς δεν είδε το σακατεμένο από πόνο κορμί της. Κανείς δεν πόνεσε τον πόνο της. Και να που τώρα η ζωή τους έπαιζε περίεργα παιχνίδια. Να που η ανιψιά της κρεμασμένης κόρης, η εγγονή του αδελφοκτόνου, της κλήρωσε η ζωή να παίξει τον ίδιο ρόλο. Η μαχαιριά στην καρδιά του πιο δυνατή από τις απανωτές μαχαιριές που ο ίδιος πριν χρόνια κατάφερε στον ίδιο του τον αδελφό. Αβάσταχτος ο πόνος, για δεύτερη φορά. Έπρεπε να εμποδίσει το κακό να απλωθεί αυτή τη φορά παντού. Τώρα.
Με ένα καφέ στα χέρια κι ένα τσιγάρο, έκατσε κοντά στη Μαρίνα. Ήρθε ο καιρός να ανοίξει την καρδιά του και να ξεκίνησε να αφηγείται μια ιστορία από τα παλιά και τ’ αλησμόνητα, δίχως αίσιο τέλος. Μια ιστορία που όφειλε να της πει όταν του άνοιξε το σπιτικό της.

Μαρίνα, κορίτσι μου κάνε την καρδιά σου πέτρα, μαρμάρωσε τον πόνο σου και άκουσέ με μια στιγμή. Μετά κάνε ό,τι καταλαβαίνεις. Την ξέρω την οργή που σφίγγει το λαιμό σου. Σκοτώνοντας όμως, δεν την κατευνάζεις. Νιώθεις μια δικαίωση παροδική, μια δικαίωση που δεν είναι ικανή να αποτρέψει το νέο κύμα πόνου που θα σκάσει πάνω σου σε λίγο. Ο άνθρωπος είναι γεννημένος για καλό αλλά και για το μεγαλύτερο κακό. Εσύ γιατί γεννήθηκες;… Αν είσαι αποφασισμένη να το κάνεις δεν θα σε αποτρέψω. Εγώ πήρα εκδίκηση στο παρελθόν και για λίγο ένιωσα λευτερωμένος. Μαύρισε το μυαλό μου από το μίσος και μ’ αυτό το μαχαίρι που έχεις δίπλα σου καθάρισα τη βρωμιά. Πλήρωσα όμως το τίμημα και μάλιστα ακριβά. Μπήγοντας το μαχαίρι στην καρδιά του δεν θα αλλάξεις αυτό που έγινε. Δεν θα δώσεις τέλος στον καημό σου. Δεν θα πάρεις μακριά τον πόνο του παιδιού μας. Δεν θα πάψει να φοβάται, να ντρέπεται. Είναι άδικο Μαρίνα. Είναι ένοχος αλλά δεν σκότωσε κανέναν… Σκέψου την Τόνια. Ρώτα την Τόνια. Έχει ανάγκη τη μάνα της ή μια μάνα στη φυλακή; Μια μάνα φόνισσα ή μια μάνα να της κρατά το χέρι, να ακούει την καρδιά της; Αν νομίζεις ότι ο δικός σου πόνος σου είναι αφόρητος, εγώ, που με τις πράξεις μου κατέστρεψα την οικογένειά μου κι έχασα το παιδί μου, θα σε ρωτήσω «αφόρητος σε σύγκριση με τι»;…. Να, πάρε το μαχαίρι αν θες και δώσε ένα τέλος. Ένα τέλος όμως που δεν θα φέρει την κάθαρση που καρτεράς. Ένα τέλος, απαρχή νέου Γολγοθά για την Τόνια, που ήδη έχει να αντιμετωπίσει τα δικά της φαντάσματα. Σε χρειάζεται Μαρίνα. Σε χρειάζεται δίπλα της. Το βέλος που ρίχνεις, κόρη μου, δυστυχώς δεν ξαναγυρνά…

Λίγες ώρες μετά το ξημέρωμα τους βρήκε και τους τρεις μαζί, αγκαλιά εκεί στο πάτωμα. Ένα ανθρώπινο κουβάρι που ψυχορραγούσε. Τα δάκρυα είχαν αφήσει αυλακιές στα πρόσωπά τους. Μα τα μάτια τους τώρα ήταν γεμάτα δύναμη κι ίσως για πρώτη φορά φαινόταν σ’ αυτά η ελπίδα, η πίστη στο αύριο. Τρεις ψυχές γίνανε μία. Μια καρδιά, ένας παλμός.. Η απόφαση είχε ληφθεί…
Πλάι τους, δίπλα σε ένα μαχαίρι, ένα κινητό που αναβόσβηνε καλώντας το 15900.

Η Γραμμή SOS 15900 είναι µια υπηρεσία εθνικής εµβέλειας που δίνει τη δυνατότητα στις γυναίκες θύµατα βίας ή σε τρίτα πρόσωπα να επικοινωνήσουν άµεσα µε ένα φορέα αντιμετώπισης της έµφυλης βίας. Τη γραμμή στελεχώνουν ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι που παρέχουν άμεση βοήθεια σε έκτακτα και επείγοντα περιστατικά βίας σε 24ωρη βάση, 365 μέρες το χρόνο (http://womensos.gr/).