Η πτήση μας κόντευε να φτάσει στον τελικό προορισμό. Πόσο γρήγορα περνά η ώρα όταν “χάνεσαι” στο απέραντο του ουρανού, με συντροφιά τις σκέψεις! Είχαμε ξεκινήσει από την Αθήνα με τριάντα πέντε βαθμούς και οι ενδείξεις στις οθόνες του αεροπλάνου έδειχναν παρόμοια θερμοκρασία στην πόλη υποδοχής μας. Θα έλεγε κανείς ότι το σύμπαν συνωμοτούσε με κάθε τρόπο για να φωτίσει αυτό το ταξίδι ζωής, που μόλις είχε ξεκινήσει.

Η φωνή της Έλενας διέκοψε βίαια την περιπλάνησή μου στα σύννεφα. “Θέλω να σου πω για τελευταία φορά πως δεν πρέπει κανείς και για κανέναν λόγο να μάθει γι’ αυτήν τη συνάντηση, διαφορετικά θα…”. Τη διέκοψα απότομα: “Σε παρακαλώ, σταμάτα αμέσως. Εδώ κι έναν μήνα γίνεται η ίδια κουβέντα, έχει καταντήσει κουραστικό όλο αυτό. Κάναμε μια έντιμη συμφωνία και δεν σκοπεύω να την αθετήσω. Άλλωστε, μην ξεχνάς ότι δέχτηκα την πρόταση που εσύ μου έκανες, εγώ δεν ζήτησα ποτέ κάτι τέτοιο”.

Κατανοούσα πλήρως τη δυσχερή θέση στην οποία βρισκόταν. Η νομοθεσία που διέπει το απόρρητο ανάμεσα στον δότη και τον λήπτη, για τις μεταμοσχεύσεις μυελού των οστών, είναι αυστηρότατη και απαράβατη. Ο πρώτος και σημαντικότερος όρος στο συμφωνητικό που υπογράφει κανείς όταν αποφασίσει να γίνει εθελοντής, είναι ακριβώς αυτός: δεν θα μπορέσεις και δεν πρέπει ποτέ να μάθεις τα στοιχεία του λήπτη, ακόμα κι αν το επιδιώξει ο ίδιος. Εν μέρει κατανοητός ο περιορισμός, παρά ταύτα στο σύνολό του φάνταζε στο δικό μου μυαλό εντελώς παράλογος. Είχα συνειδητά συμβιβαστεί με την ιδέα, λοιπόν. Ήξερα πως αν κάποτε τύχαινε να έχω την τιμή να δώσω λίγο από μένα, δεν επρόκειτο ποτέ να μου αποκαλυφθεί ο τελικός παραλήπτης.

Η Έλενα, πρόεδρος του Συλλόγου των εθελοντών, είχε κάνει το αδιανόητο: είχε παραβιάσει τους κανονισμούς, υποκύπτοντας στις εκκλήσεις του περιβάλλοντος του παραλήπτη, που ζητούσε μια εκ του σύνεγγυς συνάντηση με τον δότη. Τα κίνητρά της παρέμεναν άγνωστα σ’ εμένα, μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ομολογώ ότι πέρασαν από το μυαλό μου διάφορες εκδοχές, ακόμα κι αυτή των υλικών ανταλλαγμάτων. Από την άλλη, η πρωτοβουλία αυτή συνιστά μια καθ’ όλα έκνομη ενέργεια, για την οποία όχι απλά θα έχανε τη δουλειά της, σε περίπτωση που γινόταν γνωστή, αλλά επιπλέον θα είχε να αντιμετωπίσει και τις αντίστοιχες νομικές κυρώσεις. Όπως και να ‘χει, δεν με αφορούσε πια. Είχα αποφασίσει να συμμετάσχω στην παρεκκλίνουσα αυτήν πράξη, μετά από πολλή σκέψη. Και διάλεξα να το κάνω. Για μένα, για να δικαιώσω τη βούληση της ψυχής μου.

Η Έλενα είχε περιοριστεί στο να μου γνωστοποιήσει μόνο δύο στοιχεία, αναφορικά με την αποστολή μας: Βελιγράδι, αγόρι ετών οκτώ. Έτσι, στα τυφλά σχεδόν, προσγειωθήκαμε στη σερβική πρωτεύουσα. Θα μας περίμεναν εκεί οι γονείς, που με τόση θέρμη είχαν επιδιώξει τη συνάντηση αυτή. Έχοντας παραλάβει τις αποσκευές μας, βρεθήκαμε στον κεντρικό χώρο του αεροδρομίου. Με την άκρη των ματιών μου “συλλαμβάνω” στο βάθος της αίθουσας έναν ψηλό, γεροδεμένο, μελαχρινό άντρα να κουνά το χέρι του προς το μέρος μας. Η Έλενα ανταποδίδει το νεύμα και γυρνώντας προς εμένα, αναφωνεί: “έφτασε η ώρα”! Δίπλα του στεκόταν μια μετρίου αναστήματος καστανόξανθη γυναίκα. Και οι δυο τους έδειχναν να είναι γύρω στα σαράντα. Η γυναίκα κρατούσε από το χέρι της ένα χαριτωμένο καστανό αγοράκι, που αγκάλιαζε ένα μπουκέτο με άσπρα τριαντάφυλλα.

Καθώς πλησιάζαμε, ένιωθα τους σφυγμούς μου να ανεβαίνουν επικίνδυνα. Σε λίγα δευτερόλεπτα στεκόμουν μπροστά στον μικρό ήρωα. Με κοίταξε με τα τεράστια, καταγάλανα μάτια του, ύστερα ψιθύρισε κάτι στη μαμά του και αστραπιαία έπεσε τρέχοντας στην αγκαλιά μου, προτείνοντας τα λουλούδια. Αυτό που έβγαινε από τη δύναμη με την οποία με έσφιξε, ξεπερνούσε κατά πολύ το αίσθημα της ευγνωμοσύνης. Ένας αδιόρατος, ανεξήγητος ηλεκτρισμός, για ένα κομμάτι του εαυτού μου, που επέστρεφε. Αυτός ήταν ο Αντρέ, λοιπόν. Ο ανώνυμος λήπτης, που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχα γνωρίσει μόνο μέσα από τις ανυπόγραφες (και μεταφρασμένες) χριστουγεννιάτικες κάρτες που ανταλλάζαμε στις Γιορτές. Το οκτάχρονο θαύμα, ο μαχητής που μόλις στα δύο του χρόνια κλήθηκε να ριχτεί σε μια μάχη σκληρή, με τα στατιστικά και τα προγνωστικά να είναι εναντίον του. Κι όμως, βγήκε νικητής.

Η Έλενα μου συστήνει τους γονείς, τον Γκεόργκι και την Άνια. Ακολουθούν λίγα δευτερόλεπτα μιας “εκκωφαντικής” σιωπής ανάμεσά μας. Μόνο τα μάτια μιλούσαν. Η Άνια γονατίζει μπροστά μου και περνά τα χέρια της γύρω από τα γόνατά μου. Αστραπιαία προσπαθώ να τη σηκώσω με τα χέρια μου. Με τραβάει προς το μέρος της και αρχίζει να τα φιλάει. Χανόμαστε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Πνιγμένη στα αναφιλητά, ψελλίζει διάφορες εκφράσεις στα Σερβικά, που όμως δεν μπορώ να τις καταλάβω. Τι σημασία έχει! Οι γλώσσες είναι απλά εργαλεία. Τα συναισθήματα ανάμεσα στους ανθρώπους είναι εκείνα που μπορούν να υπερπηδήσουν κάθε πιθανό εμπόδιο στην επικοινωνία και να γεφυρώσουν οποιοδήποτε γλωσσικό χάσμα. Εκεί, αγγίζοντας τη Μάνα Γη, συνειδητοποίησα το μεγαλείο του να είσαι άνθρωπος. Τη σπουδαιότητα και την αξία της ίδιας της ζωής. Ο Αντρέ είχε στο μεταξύ κουρνιάσει στην αγκαλιά του πατέρα του, ο οποίος είχε επίσης αφήσει τα δικά του “ποτάμια” να ξεχειλίσουν, για να με υποδεχτούν.

Κοιτάζοντας τον σαστισμένο μικρούλη κατάματα, διαπιστώνω κάτι πιο βαθύ και ορμητικό από τα δάκρυα, που εδώ και ώρα είχα πάψει να ελέγχω. Ναι, νιώθω ευγνωμοσύνη! Μόλις μου χαρίστηκε το πιο σπουδαίο, το πιο ακριβό δώρο του κόσμου! Σ’ ευχαριστώ άγγελε μου, που με βοήθησες να νιώσω Άνθρωπος!

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΑΚΟΣ

 

http://www.elpida.org/gr/mmmo/become_donor.html#.WtB8tS5ubIU