Ξημέρωσε Χριστούγεννα. Ήρθε η ώρα άλλη μια φορά να ανοίξω το κουτί μου. Ξύλινο από κέδρο, το ξύλο μοσχομυρίζει παρά τα χρόνια που πέρασαν. Το είχες φέρει δώρο για μένα από τους Αγίους Τόπους. Το κρατούσες τυλιγμένο όμορφα μέσα σε κόκκινο χαρτί με έναν φαρδύ καφέ φιόγκο, κοντά έξι μήνες πριν μου το δώσεις. «Τι είναι;» σε ρωτούσα. «Να πας στις δουλειές σου! Αυτό είναι δική μου δουλειά!» απαντούσες κοφτά. Το κοίταζα καλά- καλά και το λαχταρούσα όσο τίποτα. Η μάνα μου δεν ήξερε να μου πει, όχι ότι θα μου έλεγε ακόμα κι αν ήξερε. «Μαμά, τι έχει μέσα αυτό το πακέτο και δεν μου λέει η γιαγιά; Παίζει με την υπομονή μου!» «Ε, άστηνε να παίζει, τι τρώγεσαι; Σάμπως ότι έχει δικό σου δεν είναι; Όλα της εγγόνας της δεν τα έχει τάξει;».
Ήταν παραμονές Χριστουγέννων του 1998, όταν μάθαμε για τον καρκίνο. Οι γιατροί ήταν φειδωλοί στις προβλέψεις τους κι εγώ ήξερα ότι θα έφευγες. Με κοίταζες και με μάλωνες που θύμωνα με τον Θεό τον ίδιο κι αρνιόμουν να πάω στην εκκλησία. Ούτε μαζί σου, ούτε με κανέναν. Το βλέμμα σου με μάλωνε, μα τα χέρια σου με παρηγορούσαν. Ήταν βράδυ Χριστουγέννων και καθόμασταν όλοι μαζί στο σαλόνι και χαχανίζαμε με τις βλακείες του Γιωργή και τα παθήματα του μπαμπά στο στρατό. Το Στρατέλι μας, με τα ποδηλατικά ρούχα που ποτέ δεν χώνεψες, ξαπλωμένο πάνω στον καναπέ λαγοκοιμόταν ακούγοντας χιλιοειπωμένες ιστορίες. Εσύ τεχνηέντως έκλεβες τα μελομακάρονα από την πιατέλα δίπλα σου, μην τυχόν και σε δει η μάνα κι αρχίσει τη μουρμούρα για το σάκχαρο. Εγώ μόνιμα καθισμένη στο σκαμνί δίπλα σου, χρόνια τώρα, από παιδί που μου το ‘φτιαξε ο παππούς. «Δυο μέτρα γυναίκα γίνηκες, δυο κάτια γίνεσαι πάνω σε δαύτο.» έλεγες, μα το βλέμμα σου καμάρωνε που δεν είχα ξεκολλημό από την ποδιά σου.
Κάποια στιγμή σηκώθηκες και πήγες με συρτά βήματα στο δωμάτιό σου. Άνοιξες το συρτάρι κι έβγαλες το πακέτο. Όταν σε είδα να το κρατάς πετάχτηκα όρθια.
-Κακομαθημένη εγγόνα μου! Έλα μέσα. Εμάς θα μας επιτρέψετε για λίγο. Ναι; Συνεχίστε την παρέα σας και μετά θα καλαντίσουμε και το Γιωργή μας θα παίξει κανονάκι και το Στρατέλι μας, σαν αποφασίσει να ντυθεί σαν άνθρωπος, θα φέρει το μαντολίνο του. Γιωργή μου, της Παναΐας το κάλαντο πρώτο, ναι, γιαβρί μου;
Καθίσαμε αντικρυστά όπως πάντα.
-Άνοιξέ το! Έλα! Το ξετύλιξα προσεκτικά και είδα ένα ξύλινο στρογγυλό κουτί με λουκέτο και με μια σχισμή κουμπαρά στο καπάκι. Σε κοίταξα με περιέργεια.
-Γιαβρί μου, σ’ αρέσει;
-Ναι, αλλά δεν καταλαβαίνω. Κουμπαράς;
-Ναι, μα αλλιώτικος. Εδώ θα αποταμιεύεις ευχές. Κόρη μου, εγώ σε έμαθα να πιστεύεις στα θαύματα! Εγώ από μωρό σε μιλάω για τα εύκολα και τα δύσκολα της ζωής. Και κοίτα, κοίτα μια εγγόνα που έχω. Σε καμαρώνω, τζιέρι μου, και σε θαυμάζω και στα εύκολά σου και στα δύσκολα. Άκου λοιπόν. Σαν παντρεύτηκα τον Κωσταντή μου, η μάνα μου μου έδωσε εμένα ένα ευχόκουτο. Ο άνθρωπος, έλεγε η νόνα σου, στα δύσκολα εύχεται με όλη του τη δύναμη. Τις ευχές σου να τις γράφεις και να τις ρίχνεις στο ευχόκουτο. Μια φορά το χρόνο θα ανοίγεις το κουτί και θα βλέπεις πως τελικά όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Έτσι θα δυναμώνει η πίστη σου. Από τότε που γεννήθηκες στο δικό μου το ευχόκουτο ρίχνω ευχές σχεδόν μόνο για σένα. Να δίνει καλήν ευκολίαν ο Θεός σαν ταλανίζεσαι, κόρη μου. Το ευχόκουτό σου να μην το ξεχνάς, να μην το υποτιμάς και να μην το ευτελίζεις. Βάζε μέσα τις ευχές σου, όταν η δυσκολία τις κάνει να μοιάζουν προσευχές, όποτε νιώθεις τον ουρανό να σε πλακώνει και ο φόβος σου θεριεύει. Να βάζεις τις ευχές εκείνες που για να βγουν θέλουν να γίνει ένα θαύμα. Κατάλαβες, κοκόνα μου; Εγώ το δικό μου το ευχόκουτο το ανοίγω τα Χριστούγεννα, γιατί η Γέννησή Του είναι πιο κοντά στα θαύματα και οι ελπίδες μου μεγαλώνουν. Εσύ; Πότε λες;
-Γιαγιά μου, δεν με ξέρεις; Αφού κάνω ό,τι κάνεις. Τα Χριστούγεννα θα το ανοίγω. Και την Πρωτοχρονιά θα βάζω την πρώτη ευχή. Ε, να του αφήνουμε και μια βδομάδα να ξαποστάσει, ε;
Πρωτοχρονιά 1999.
Και Νέον Έτος αριθμεί. «Να μην πονάει η γιαγιά μου. Να μη φύγει ποτέ.» Η πρώτη ευχή του χρόνου έπιασε! Δεν πονούσες και από μέσα μας δεν έφυγες ποτέ.

Χριστούγεννα 2017. Γύρισα από τη Λειτουργία. Λείπουν τα παιδιά από το σπίτι. Έφτιαξα τούρκικο καφέ γλυκό, όπως τον έπινες εσύ, όπως τον πίνω κι εγώ που με έμαθες ούτε στον καφέ να μη μ’ αρέσουν τα μέτρια. «Ο καφές σου να είναι σαν τη ζωή σου, απόλυτος. Ή γλυκός ή πικρός. Για τα μέτρια εγώ δεν σ’ έχω.» έλεγες. Κάθισα στο γραφείο μου, σε κοίταξα και άνοιξα το ευχόκουτο. Ένα- ένα διάβασα τα χαρτάκια με τις ευχές της χρονιάς που πέρασε. Ευχές που γράφτηκαν σε ώρες δύσκολες, γιατί ήρθαν πολλές τέτοιες. Καμιά εκατοστή χαρτάκια. Καμιά εκατοστή ευχές. Εκατό φορές που έχασα το κουράγιο μου και εκατό φορές που πίστεψα στα θαύματα και προχώρησα. Πέρασε ένας χρόνος με εισροές και εκροές. Με μεγάλες αποχωρήσεις, μα και ακόμα μεγαλύτερες προσελεύσεις. Μικρές και μεγάλες απώλειες, μα και μεγάλα οφέλη. Από τις εκατό ευχές δεν υλοποιήθηκε αυτούσια ούτε μία. Μα δεν έχει καμία σημασία. Πέρασαν τα δύσκολα μιας χρονιάς και είμαι εδώ. Διάβασα τις ευχές αναπολώντας τις στιγμές που γράφτηκαν και λίγο-λίγο το μέτρημα άλλαξε και κατέληξα να μετρώ τις ευλογίες της χρονιάς που πέρασε.
Το ευχόκουτό μου είναι ξανά άδειο, έτοιμο να γεμίσει για άλλη μια φορά με τις ευχές που θα μοιάζουν προσευχές τον επόμενο χρόνο. Γιαγιά μου, τελικά η δική σου ευχή, η πιο μεγάλη προσευχή, έχει πιάσει. Κάθε χρόνο να είμαι καλά, να είμαι εδώ και λίγο παραπέρα, λίγο αλλιώς και πάντα γεμάτη με τις ευχές μου και τις δικές σου. Καλά Χριστούγεννα και Ευτυχισμένο το Νέο Έτος.

 

Ta Bizoudakia tis Attartis