Όλοι στο νησί ήξεραν πως η Αθηνά είχε χάσει τον άντρα της, τον Κωστή, δυο χρόνια τώρα. Την έβλεπαν να τριγυρνά στους δρόμους του νησιού σα χαμένη, από τότε που ο Κωστής έφυγε ένα πρωί για να ψαρέψει. Ναυτικός στο επάγγελμα, έφευγε για πολύμηνα ταξίδια. Μα δεν άντεχαν άλλο αυτή την απόσταση και ο Κωστής αποφάσισε να αφήσει τα ταξίδια και να ασχοληθεί με την αλιεία. Έμπειρος στη δουλειά του, κανείς δε φανταζόταν πως η κακοκαιρία εκείνη τη μέρα θα ήταν ικανή να του στερήσει τη ζωή. Στα 27 της την άφησε μόνη, να παλεύει να κρατηθεί ζωντανή μακριά του. Μαυροφορούσα από εκείνη τη μέρα, με βλέμμα μόνιμα χαμηλωμένο, δεν είχε πει λέξη από τότε. Δε μιλούσε σε κανέναν. Κάθε νύχτα καθόταν στην ακρογιαλιά και χάζευε τη θάλασσα. Έγραφε γράμματα και τα άφηνε μέσα σε μπουκάλια να ταξιδεύουν για να βρεθούν κοντά του. Κι ας μην ερχόταν καμία απάντηση. Του μιλούσε, κι αυτό μπορούσε να απαλύνει λίγο τον πόνο της.

Έτσι κι απόψε, βγήκε απ’ το σπίτι κι ακολούθησε το δρόμο μέχρι τη παραλία. Ο αέρας φυσούσε μανιασμένος και δεν υπήρχε άνθρωπος τριγύρω. Το μαύρο φόρεμα ανέμιζε μέσα στο σκοτάδι κι όσο η Αθηνά χανόταν μέσα του, ταίριαζε τόσο η μορφή της σ’ αυτή τη καταχνιά. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους της κι ο άνεμος τα έκανε να χαράζουν το πρόσωπό της τόσο δυνατά. Μα ο πόνος είχε γίνει πια φίλος της. Δε θέλησε στιγμή να τον διώξει μακριά της. Έντυσε μ’ αυτόν τη ζωή της αφού εκείνος δεν ήταν πια κοντά της. Στα χέρια της δυο φύλλα χαρτί. Ήταν το τελευταίο γράμμα που ο Κωστής της είχε κάποτε γράψει. Στο λαιμό της φορούσε το φυλαχτό του. Ήταν το μόνο που της άφησε πίσω να τη προσέχει όταν έφυγε εκείνο το πρωινό για δουλειά. Λες και ήξερε τι θα συμβεί. Κι ήταν το μόνο που την έκανε να ξεχωρίζει απόψε μέσα στο σκοτάδι. Δε το έβγαλε ποτέ από πάνω της. Κρεμόταν πάνω απ’ την καρδιά της και τη ζέσταινε μέχρι τη ψυχή της.

Με βήματα αργά κι αβέβαια προχώρησε προς τη θάλασσα. Στο ένα χέρι κρατούσε το γράμμα. Με το άλλο έπιασε σφιχτά το φυλαχτό στο στήθος της. Τα πέλματά της αέρινα πάνω στην άμμο, άφηναν ισχνές αποδείξεις ύπαρξης. Με βλέμμα κενό, κοιτούσε τα κύματα, μα δεν έβλεπε τίποτα. Μονάχα η μορφή του υπήρχε στο μυαλό της. Το νερό χάιδεψε τις άκρες των δαχτύλων της. Παγωμένο, μα ζέσταινε τη ψυχή της. Την αγαπούσε τη θάλασσα από παιδί βλέπεις. Ταξιδιάρα η ψυχή της, ταξίδευε όταν την αντίκριζε. Μέχρι που πήρε μακριά της ό,τι αγαπούσε πιο πολύ.

Το μαύρο φόρεμα άρχισε να βρέχεται κι εκείνη όλο και προχωρούσε προς τα μέσα. Το νερό είχε κιόλας φτάσει στο στήθος της. Το κορμί της έτρεμε απ’ το κρύο, μα δε σταμάτησε στιγμή να προχωρά. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. »Πάρε με κοντά του, σε παρακαλώ» ξεστόμισε και τα δάκρυά της χάθηκαν μέσα στα κύματα. Το χέρι της στο φυλαχτό του Κωστή. Όσο προχωρούσε το έσφιγγε όλο και πιο δυνατά. »Αγκάλιασε με μάτια μου, κράτα με κοντά σου» ψιθύρισε κι έμεινε ακίνητη. Το νερό είχε πια φτάσει στο λαιμό της. Έβγαλε το φυλαχτό και το έδεσε στον καρπό της. Έγειρε προς τα πίσω το κορμί της, άνοιξε τα χέρια της κι άφησε το νερό να σηκώσει το βάρος της. Το γράμμα επέπλεε μαζί της. Το κρατούσε πεισματικά. Δε γινόταν να το αποχωριστεί. Έκλεισε τα βουρκωμένα μάτια της και με τα παγωμένα της χείλη ξεστόμισε »Περίμενέ με».

Τα κύματα είχαν πια αγριέψει και το ρεύμα της θάλασσας καθοδηγούσε το κορμί της Αθηνάς σ’ ένα ξέφρενο χορό. Εκείνη αφέθηκε στη μελωδία των κυμάτων και ακολουθούσε τυφλά. Δεν ένιωθε φόβο. Ένιωθε πως ήταν στην αγκαλιά του. Το φεγγάρι έλουζε το κορμί της και τη συντρόφευε εκείνη τη βραδιά. Ένα τεράστιο κύμα την πλάκωσε. Το γράμμα ξέφυγε απ’ το χέρι της και μόνο τότε άνοιξε για λίγο τα μάτια της. Κοίταξε τον ουρανό μέσα απ’ το νερό και προσπάθησε να βγει στην επιφάνεια. Αδύνατο να τα καταφέρει. Τα κύματα άγρια, της στερούσαν κάθε δικαίωμα για ζωή. Το κορμί της είχε βαρύνει τόσο πολύ. Μα η ψυχή της ξαλάφρωνε κάθε λεπτό που περνούσε.

Το επόμενο πρωί ο αέρας είχε ηρεμήσει και ο ήλιος ζέσταινε ξανά το νησί. Δυο ολόλευκοι γλάροι πετούσαν πάνω απ’ τα νερά. Μια γειτόνισσα της Αθηνάς που είχε βγει για να κάνει τα ψώνια της ημέρας, ούρλιαξε ξαφνικά. Κόσμος μαζεύτηκε τριγύρω απορημένος. Το κορμί της Αθηνάς είχε ξεβραστεί στην παραλία. Το φυλαχτό έλειπε απ’ το λευκό της χέρι. Το φόρεμά της, κολλημένο πάνω στο άψυχο κορμί της, είχε σκιστεί σε πολλά σημεία. Δυο άτομα έτρεξαν κοντά και τη σκέπασαν με δικά τους πανωφόρια για να μη φαίνεται η γύμνια της. »Τουλάχιστον τώρα θα είναι μαζί», ψιθύρισε κάποιος. Οι γλάροι πέταξαν μακριά και χάθηκαν στον ορίζοντα. Κι όπως τους χάιδευε ο ήλιος, το φυλαχτό έλαμπε στα φτερά του ενός.