Παράξενο πράμα το γενέθλιο. Άγριο. Σε στήνει στον τοίχο και σε κοιτάει στα μάτια. Δε μπορείς να του κρυφτείς, σε ξέρει καλύτερα από σένα. Ξεγυμνώνει το φτιασιδωμένο είδωλο σου και στην απόλυτη σιωπή του μετρημένου χρόνου σου σε ρωτάει χωρίς ίχνος συμπόνιας στη φωνή του:
– Tι έχεις κάνει μέχρι τώρα που ΑΛΗΘΕΙΑ να μετράει;
– Έχεις πληρώσει το αντίτιμο για τις ανάσες που έχεις πάρει;
– Ποιανού τη ζωή, η ζωή σου έχει σώσει;

Κι έχει περάσει καιρός από τότε που σου χαριζόταν το γενέθλιο και σε συμπονούσε και σκούπιζε το δάκρυ σου, στη μόνη του ερώτηση “είσαι καλά;”

Έχει περάσει καιρός. Σκλήρυνε κι αυτό, μαζί με σένα. Δε ρωτάει ανοησίες πλέον, δεν έχει να κάνει με παιδάκι. Τόσες χιλιάδες χιλιόμετρα έχεις περπατήσει, δεν δικαιούσαι να σου κρατάει κανένας πια το χέρι, δεν θα σε νταντέψει πια κανείς – πόσο μάλλον τα χρόνια σου που σε κοιτάν στα μάτια. Δεν έχει σημασία αν είσαι καλά, αν χαμογελάς, αν κλαις ή αν έχεις πια παγώσει. Δεν έχει σημασία αν σβήσεις το κερί στην τούρτα μα αν καταφέρεις να το κρατήσεις αναμμένο στο μυαλό σου – για όσο πάει.

Θες να μιλήσεις στο γενέθλιο για τους φίλους σου, για την οικογένεια, για το παιδί, για τη δουλειά σου. Μα δεν χωράνε στον καθρέφτη απόψε, η κορνίζα χωράει μόνο εσένα και συ δεν έχεις να του δείξεις κάτι άλλο εκτός από τον αυχένα σου. Έτσι όπως σκύβεις το κεφάλι, όπως κουλουριάζεσαι μόνο ένας αυχένας είσαι. Ένα κορμί κουβάρι. Και το γενέθλιο σε κοιτάει σιωπηλό.

Λίγο λίγο σα να “σπάει”.

Λίγο λίγο σα να σπάει.

Απλώνει το χέρι του αργά. Και χαϊδεύει το δέρμα σου, εκεί. Και κλαις δυνατά και τρομάζουν οι Ερινύες και λουφάζουν και πισωπατούν οι τύψεις και ψοφάνε οι βρώμες οι ενοχές. Η ταπεινότητα τις σκοτώνει, η συγνώμη, η αποδοχή της αδυναμίας, η παραδοχής της ήττας.

Δεν είσαι τίποτα σημαντικό, δεν κατάφερες τίποτα εξαιρετικό, δεν έκανες απόσβεση τους πόνους της γέννας της μάνας σου ούτε και φέτος. Το γενέθλιο σου μαρκάρει άλλη μια χρονιά που έμεινες κουκκίδα στο χάρτη των σπουδαίων. Άλλη μια χρονιά που έγινες βορά στον φόβο και στη λύπη. Σου ψιθυρίζεις δύο λέξεις. “Δεν πειράζει.” Δεν πειράζει, μάτια μου. Δεν πειράζει.

Δεν πειράζει.

Σηκώνεις το κεφάλι, κοιτάζεις το γενέθλιο που σχηματίζει με τα χείλη του δύο λέξεις. “Δεν πειράζει”. Σου δίνει τα χέρια, σε σηκώνει, σε στροβιλίζει στο χορό.

“Δεν πειράζει”.

Γεννήθηκες άνθρωπος μοναχικός, μόνος μέσα σε χιλιάδες, σκοτεινός, μοναδικός. Ψάχνοντας να βρεις μια σταγόνα νόημα να αγκιστρωθείς. Και βρίσκεις και αρπάζεσαι από μια τούφα παιδικά μαλλιά, από ένα νεύμα μιας αγάπης, από το δώρο ενός φίλου.

– Tι έχεις κάνει μέχρι τώρα που ΑΛΗΘΕΙΑ να μετράει; Σε ξαναρωτάει το γενέθλιο πριν σε αποχαιρετήσει και για φέτος.

Έμεινα ζωντανή!! απαντάς και αφήνεσαι να αιωρηθείς σε μια ανάμνηση. (Είναι άραγε ανάμνηση ή συμβαίνει τώρα;)

Είσαι 7 χρονών κι είναι Μεγάλη Εβδομάδα, στην Αγία Γαλήνη. Σ’ αφήνουν να κολυμπήσεις κι ας είναι Απρίλης μήνας. Η μέρα είναι ηλιόλουστη μα το νερό ακόμα παγωμένο. Δεν ξέρεις γιατί μα η ευτυχία, σαν τη θάλασσα, σε λούζει. Κρυστάλλινη, πεντακάθαρη ευτυχία. Βυθίζεσαι κι ανοίγεις τα μάτια, κοιτάζοντας μέσα από το νερό τον ουρανό.

–  Μου υπόσχεσαι; του φωνάζεις, πριν ξεμακρύνει. Όταν έρθει η ώρα, να με πας εκεί!

–  Κάποια μέρα… Μα όχι ακόμα. Έχεις πολλά μαθήματα ακόμα να πάρεις, πολλά γενέθλια να κατευνάσεις πριν φτάσεις να αξίζεις Κρυστάλλινη θάλασσα στην Αγία Γαλήνη.