Το σαλόνι είναι ζεστό. Χριστουγεννιάτικα στολισμένο, με το δέντρο και τη φάτνη στη μια άκρη, κάλτσες πάνω από το τζάκι, γιρλάντες και ένα πολύχρωμο τραπεζομάντιλο στην τραπεζαρία. Τα χαλιά στρωμένα. Τα φώτα σβηστά. Ησυχία επικρατεί.Η ώρα είναι δώδεκα. Μεσάνυχτα. Ξημερώματα Πρωτοχρονιάς. Έξω η θερμοκρασία έχει πέσει κάτω από το μηδέν και το χιόνι λευκαίνει την πόλη. Ελάχιστα αμάξια κινούνται στους κρύους δρόμους.

Σε μια καρέκλα του σαλονιού κάθεται ένας άντρας. Φοράει τις πιτζάμες του. Καπνίζει. Περιμένει. Την πρώτη φορά δεν ήξερε και την έπαθε. Χρειάστηκε πολύ χρόνο για να επαναφέρει τη ζωή του ιδίου και του γιου του σε φυσιολογικά πλαίσια. Το ψυχολογικό βάρος ήταν μεγάλο και για τους δύο. Σταδιακά, όμως, τα κατάφεραν. Με βοήθεια, αλλά τα κατάφεραν.

Ακούει θόρυβο. Από την καμινάδα του σβηστού τζακιού. Πετάει το αποτσίγαρο στο τασάκι δίπλα του. Ανάβει καινούργιο. Ξέρει ποιος έρχεται. Του πήρε αρκετό καιρό για να το συνειδητοποιήσει, έψαξε πάρα πολύ, συγκέντρωσε πολλές πληροφορίες και μαρτυρίες. Δεν είναι εύκολο για έναν ενήλικα που μεγάλωσε σε αφιλόξενο περιβάλλον να δεχτεί ότι η μαγεία υφίσταται.

Βλέπει σκόνη να τινάζεται από το τζάκι και καταλαβαίνει πως κάτι μεγάλο σέρνεται εκεί. Στα αρχεία των ΜΜΕ είχε βρει άρθρα για ανθρώπους ανά τον κόσμο που έχασαν αυτές τις γιορτινές μέρες κάποιον δικό τους. Που τον βρήκαν νεκρό, διαμελισμένο, μες στα αίματα. Δεν υπήρχε ύποπτος για τα αστυνομικά όργανα της εκάστοτε χώρας. Το φαινόμενο είναι παγκόσμιο, κυριολεκτικά. Αναφέρθηκαν θεωρίες συνωμοσίας και άλλες παράλογες υποθέσεις. Καμιά δεν ευσταθούσε, όμως.

Εκτός από μία, που κανένας δεν παραδεχόταν και που ο άντρας το σκέφτηκε πολύ πριν το δεχτεί τελικά.
Μια σκιά σωριάζεται στο χαλί. Είναι τεράστια. Μοιάζει στρογγυλή, σαν μεγάλη μπάλα ποδοσφαίρου. Αλλά μετά ο άντρας βλέπει το πλάσμα να ορθώνεται. Έχει δύο πόδια και δύο χέρια και ένα κεφάλι.

Ανάβει το φως.
Η σκιά αποκτά χρώματα. Κόκκινη στολή, μαύρη ζώνη και μαύρες μπότες, λευκή γενειάδα.
«Γεια σου, Άη-Βασίλη», λέει ο άντρας.
Ο Άη-Βασίλης γυρίζει προς το μέρος του. Χαμογελάει. «Γεια σου», λέει με γαλήνια φωνή. «Με περίμενες».
Ο άντρας νεύει. Παρατηρεί τον χοντρό γέρο. Έχει τρομαχτικά μάτια, μαύρα, κενά μάτια, που έρχονται σε αντίθεση με τη γενειάδα του και το χλομό του πρόσωπο. Αλλά δεν φοβάται. Ο Άη-Βασίλης δεν έχει έρθει γι’ αυτόν. Όχι, έχει έρθει για τον γιο του. Γιατί ο γιος του πιστεύει στον Άη-Βασίλη, ενώ αυτός όχι.
«Θα προσπαθήσεις να με σταματήσεις;» ρωτά ο Άη-Βασίλης.
Ο άντρας κουνά αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι», απαντάει. Το έχει πάρει απόφαση εδώ και καιρό, πολύ πριν τα Χριστούγεννα. Ο Άη-Βασίλης έρχεται για όσους πιστεύουν σ’ αυτόν και… τους τρώει. Κανείς εδώ και τόσα χρόνια δεν τον έχει σταματήσει.
«Τότε γιατί είσαι ξύπνιος; Δεν θα ήταν καλύτερα για σένα να μην ακούς;»
«Μάλλον. Αλλά ήθελα να δω τον περιβόητο άγιο των παιδιών. Όπως ξέρεις, ποτέ μου δεν πίστεψα σ’ εσένα. Στο ίδρυμα που μεγάλωσα δεν υπήρχαν άγιοι. Δεν υπήρχε μαγεία. Μόνο ξύλο, φωνές, τιμωρίες. Πειθαρχία, έτσι αποκαλούσαν το σύστημά τους».
Ο Άη-Βασίλης δεν μιλάει. Συνεχίζει να χαμογελάει.
«Η γυναίκα μου πίστευε σ’ εσένα. Ακόμα και στα τριάντα της».
«Ναι, ήταν καλή πιστή. Και γευστικότατη, οφείλω να πω». Ο Άη-Βασίλης τρίβει την τεράστια κοιλιά του. «Τώρα θα ήθελα να πάω για τον γιο σου».
Ο άντρας κλείνει τα μάτια του και συμφωνεί.
«Εσύ θα κάτσεις εκεί;»
«Ναι».
«Όπως θες». Ο Άη-Βασίλης προχωρά και περνά δίπλα του. Μια αψιά μυρωδιά αναδίδεται από το σώμα του. Αηδιαστική, ένας συνδυασμός σάπιου κρέατος και βόθρου.

Ο άντρας περιμένει, κάνοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Ακούει κάποια πράγματα από τον επάνω όροφο, αλλά τα απωθεί. Δάκρυα κυλούν από τα μάτια του και τα σκουπίζει.
Μετά από δέκα λεπτά, ακούει τα βήματα του Άη-Βασίλη στις σκάλες. Ο χοντρός γέρος περνά ξανά δίπλα από τον άντρα, κατευθυνόμενος προς το τζάκι. Όμως, σταματάει και στρέφεται προς τον πατέρα του παιδιού. Η γενειάδα του είναι κόκκινη κι αυτή τώρα. Χαμογελάει ξανά. «Νόστιμος και ο γιος σου», λέει. «Ήταν παγωμένος, βέβαια, αλλά δεν με χάλασε κιόλας».
Ο άντρας δεν μιλάει. Καπνίζει και παρατηρεί με μάτια δακρυσμένα τον Άη-Βασίλη.
«Λοιπόν», λέει εκείνος, «πρέπει να φύγω. Έχω πολλά γεύματα ακόμα».
Γυρίζει προς το τζάκι.
«Πώς αισθάνεσαι;» ρωτάει ο άντρας.
Ο Άη-Βασίλης σταματάει και τον κοιτάζει. «Τι;»
«Πώς αισθάνεσαι;»
«Ικανοποιημένος», απαντάει. «Αλλά όχι όσο θα ήθελα. Γι’ αυτό πρέπει να πηγαίνω».
Αλλά τότε νιώθει καούρες στο στομάχι του. Τον πονάει. Βήχει δυνατά. Κάτι ανεβαίνει στον οισοφάγο του και, όταν ξαναβήχει, βλέπει πράσινες κηλίδες στα γαντοφορεμένα χέρια του. Ματώνει. Κοιτάζει τον άντρα. «Τι μου έκανες;»
«Δηλητηρίασα τον γιο μου», απαντά ατάραχος εκείνος. «Και το δηλητήριο πέρασε σε σένα».
Ο Άη-Βασίλης γονατίζει. Τρέμει. Ξερνάει πράσινα αίματα στο χαλί. Βογκάει. Ωστόσο, σηκώνει λίγο το πονεμένο βλέμμα του. Υπάρχει απορία εκεί. Δεν καταλαβαίνει. Δεν μπορεί να πεθάνει, όχι όπως οι θνητοί. Οπότε… πώς γίνεται;…

Ο άντρας παρακολουθεί καπνίζοντας. «Είσαι ισχυρός», λέει. «Δεν θα μπορούσα να σε σκοτώσω με ένα πιστόλι, ούτε καν με βόμβα. Όχι. Εσύ χρειαζόσουν κάτι άλλο. Κάτι που θα σε έπληττε βαθιά». Ο άντρας χαμογελάει, αλλά αδύναμα. «Σκέφτηκα, πώς μπορείς να νικήσεις ένα ον που τρέφεται κυριολεκτικά από τους πιστούς του; Δεν είσαι θεός, αλλά πλησιάζεις αρκετά. Χρειάζεσαι άτομα να πιστεύουν σε σένα. Για να υπάρχεις και να σε θρέφουν». Σηκώνεται και πλησιάζει τον πεσμένο Άη-Βασίλη. «Τι θα γινόταν, όμως, αν κάποιος πιστός σου πέθαινε αποδεχόμενος πως δεν υπάρχεις;»
Ο Άη-Βασίλης κοιτάζει τον άντρα. Δάκρυα τρέχουν στα χοντρά μάγουλά του.
«Είπα στον γιο μου ότι δεν υπάρχεις. Ότι είσαι δημιούργημα της φαντασίας. Τον πόνεσε. Έκλαψε. Με… με μίσησε». Ο άντρας δακρύζει κι αυτός ξανά. «Αλλά το δέχτηκε. Το δέχτηκε».
Ο Άη-Βασίλης πέφτει στο πάτωμα, με το στόμα ανοιχτό.
«Όμως, δεν ήθελε να ζήσει άλλο», συνεχίζει ο άντρας. «Τόσο πολύ πίστευε σε σένα». Ανασηκώνει τους ώμους του. «Ήταν δυστυχισμένος. Δεν περίμενε πια τα Χριστούγεννα με τόση λαχτάρα. Οπότε… έπρεπε να κάνω κάτι. Και γι’ αυτόν, αλλά και για σένα». Αναστενάζει. «Κι αυτό έκανα. Έβαλα δηλητήριο στο φαγητό του. Παραμονή Πρωτοχρονιάς σκότωσα τον γιο μου κι αυτός εσένα». Σκύβει κοντά στο αυτί του Άη-Βασίλη και ψιθυρίζει: «Δεν θα σκοτώσεις ξανά. Ο γιος μου ήταν το τελευταίο σου γεύμα».

Ο Άη-Βασίλης δεν αποκρίνεται. Είναι νεκρός.