Στο καφενείο της Δόμνας άκουγες κυρίως Στελλάρα. Άντε και λίγο Στράτο ή Μάρκο αν είχε πάρει προσφορά τα καφάσια με τις μπίρες και κέρναγε το μισό μαγαζί.
Ένα διαλυμένο χωράφι ήταν πριν το αναλάβει με τον άντρα της, παιδαρέλια τότε, παντρεμένοι από έρωτα και φευγάτοι από τα αυταρχικά σπίτια των γονιών τους.

«Δομνίτσα, θα τον φτιάξουμε τον καφενέ, τι λες;»
«Ναι, Μάκη μου. Θα του ρίξω και χρώμα να ξές. Λίγο πρασινάκι, λίγο κοκκινάκι».
«Μοδιστράδικο θα μου το κάνεις, ρε; Πώς θα παίζει ο Στελλάρας εδώ;»
«Θα παίζει και θα αγαλλιάζει η καρδιά μας, αγάπη μου».

Δε μπορούσε να πει κι όχι ο Μάκης στα γλυκά τερτίπια της Δόμνας. Αγόρασαν κοψοχρονιά το χωράφι, από έναν χήρο έμπορο που ήθελε να τα παρατήσει όλα και να γυρίσει στο χωριό του, σήκωσαν μανίκια και ξεκίνησαν το όνειρό τους.

Μεγάλο δεν ήταν, μήτε και μικρό όμως. Σαν έμπαινες μέσα νόμιζες ότι μπορούσες να βγάλεις μία κραυγή και να κάνει αντίλαλο σε όλη τη γειτονιά. Όσο γέμιζε όμως κόσμο, τόσο έρχονταν οι παρέες πιο κοντά, φουμάρανε τον ίδιο καπνό, τσούγκριζαν τα ίδια ποτήρια, τραγουδούσαν τα ίδια τραγούδια.
Ο κυρ Γιώργος σήκωνε το ποτηράκι με το τσίπουρο στον αέρα και τραγουδούσε για τη φωτιά που έβρεχε στη στράτα του. Η Ιωάννα, μακρινή ξαδέρφη της Δόμνας που κουβαλήθηκε κι αυτή στην Αθήνα για να είναι κοντά της, σήκωνε τα χέρια ψηλά και ξεκινούσε τις στροφές για να βροντοφωνάξει για τα λερωμένα και τ’ άπλυτα.
Όλοι είχαν μία ιστορία να πουν στο καφενείο της Δόμνας, μία ιστορία να διηγηθούν, να κλάψουν γι’ αυτή και να πονέσουν.
Θα μου πείτε γιατί μόνο της Δόμνας κι όχι του Μάκη;

Γιατί ο Μάκης ήταν μία άλλη ιστορία… σκοτεινή. Πονεμένη. Αξέχαστη.

Η Δόμνα είχε χάσει δύο παιδιά. Δύο παιδιά που τα θελε περισσότερο κι από τη ζωή της. Ένας γιατρός, κομπογιαννίτης έλεγαν οι περισσότεροι, είπε ότι έφταγε η μήτρα της Δόμνας. Ο Μάκης δεν άντεξε, στη δεύτερη αποβολή έριξε μαύρη πέτρα πίσω του κι έφυγε από την πόλη. Παράτησε μία ετοιμόρροπη γυναίκα κι ένα μαγαζί με χρέη για να τραβήξει τον δικό του κόκκινο δρόμο.
Τον είπαν σκάρτο, κάθαρμα, άντρα χωρίς παντελόνια. Κάποιος τον είδε να τριγυρνάει με μικρούλες στο Μεταξουργείο, άλλος να συνοδεύει κυρίες της υψηλής κοινωνίας στη Κηφισιά. Φήμες και λόγια στοίχειωναν το καφενείο για πολύ καιρό μέχρι που η Δόμνα δεν άντεξε άλλο.
Πέταξε τις φωτογραφίες του, άλλαξε το όνομα κι απαγόρεψε οποιαδήποτε αναφορά στον πρώην άνδρα της.

Ο καιρός κύλησε, η Δόμνα μεγάλωσε, γέρασε κι ήταν έτοιμη πλέον να αφήσει δουλειά, κουζίνα και σερβίρισμα για να ζήσει ήσυχα τα μοναχικά, γεροντικά χρόνια της. Το μοναδικό που λυπόταν ήταν το μαγαζί. Δεν είχε σε ποιον να το αφήσει. Είχε γεμίσει ο τόπος καφετέριες, από αυτές που σκάνε αυτά τα “ντάπα ντούπα” χωρίς κάποια φωνή να τα συνοδεύει κι ο κόσμος της είχε σπάσει. Καθείς σπίτι του και στο μπαλκόνι του.
Αλλά το λυπόταν το διαολεμένο. Όλη τη ζωή της είχε χτίσει εκεί, μυριάδες στάλες από τον ιδρώτα της είχαν ποτίσει τα πλακάκια του.

Τελικά πήρε την απόφαση να το δώσει αντιπαροχή στο δήμο να το κάνουν ό,τι τους φωτίσει ο Θεός. Μάζεψε τα πράγματα της, έστησε κι ένα τελευταίο γλέντι αποχαιρετιστήριο σε όσους ακόμα την επισκέπτονταν και την τελευταία μέρα ετοιμάστηκε να βάλει το μεγάλο λουκέτο στην ψηλή, τζαμένια πόρτα.
Μία σκιά μεγαλόσωμη της έκρυψε τον ήλιο και γύρισε να κοιτάξει. Ένας ψηλός, νεαρός άνδρας, όχι πάνω από εικοσιπέντε, στεκόταν πίσω της και χαμογελούσε.
«Καλησπέρα σας. Είστε η ιδιοκτήτρια, σωστά;»
«Ναι, γιαβρί μου. Ήμουν, βασικά, το πούλησα στο δήμο»,
απάντησε η Δόμνα σιγοψιθυρίζοντας την τελευταία λέξη μη θέλοντας ακόμα να το πιστέψει.
«Ενδιαφέρον… έχετε υπογράψει χαρτιά;»
«Όχι ακόμα, έχω ραντεβού αύρ… μα γιατί ρωτάς; Τι σε κόφτει εσένα;»

Ο νεαρός δεν ήταν αγενής, κάθε άλλο, αλλά την παραξένευε αυτό το ενδιαφέρον για ένα παλιό και ταλαιπωρημένο μαγαζί.
«Λέω να το αγοράσω εγώ. Πάντα ήθελα να δουλέψω ένα καφενείο».
Η Δόμνα τον κοίταξε καλά καλά κι έκανε άθελά της ένα βήμα πίσω. Το στόμα του, τα χείλη του, τα μάτια του…
«Μακ-»
Ο νεαρός την πλησίασε.
«Γιώργος. Χαίρω πολύ, κυρία Δόμνα. Εμπιστευτείτε με. Καλύτερα στα χέρια κάποιου που θα το νοιάζεται παρά σε κάποιου αδιάφορου δημοσίου υπαλλήλου».
Το χέρι του είχε μεγάλα δάχτυλα, όπως εκείνου.
Η χειραψία του σκληρή, αποφασιστική, όπως εκείνου.
Τα λόγια του τραχιά, με ένα ελαφρύ ψεύδισμα, όπως εκείνου.
Ο Γιώργος άφησε το λουκέτο στην άκρη, άνοιξε την πόρτα, πλησίασε το παλιό κασετόφωνο του μαγαζιού κι έβαλε μέσα ένα CD.
Η Δόμνα τον κοιτούσε και σαν μαγεμένη τον πλησίασε. Το καφενείο είχε αλλάξει, είχε γεμίσει κόσμο, φωνές, γέλια, τραπέζια, ποτήρια, φαγητά. Η μουσική ξεκίνησε να παίζει.
«Ο πατέρας μου ήταν καλός άνθρωπος, κυρία Δόμνα. Έκανε ένα μεγάλο λάθος, ένα τραγικό λάθος και μέχρι που έκλεισε τα μάτια του το μετάνιωνε. Ελπίζω, αυτή η κίνησή μου, να τον συγχωρέσει, έστω κι ελάχιστα, στα μάτια σας. Μου χαρίζετε αυτόν τον χορό;»
Η Δόμνα έπιασε τα χέρια του και χαμογέλασε.
Η Σωτηρία ξεχύθηκε από τα ηχεία και της θύμισε το πρώτο τους, μαγεμένο, ερωτικό τραγούδι.

«Το ‘ξερα μια μέρα πως θα ρθείς.
Και τις τρέλες σου θα βαρεθείς.
Μη… μου… ξαναφύγεις πια… μάγκα μου.
Μείνε… μές στην αγκαλιά μου».