Με το σώμα του κόντρα στον ασθενικό παγωμένο αέρα, χτύπησε το τσιγάρο του πάνω στην μπίντα και το άναψε . Κοίταξε την κουβέρτα του πλοίου να γυαλίζει κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι και αναστέναξε. Τρεις μέρες θα έμεναν στη ράδα, μέχρι να πάρουν όρντινα, να μπουν στον ντόκο, να φορτώσουν. Με σιτηρά θα γέμιζαν τα αμπάρια στο λιμάνι του Σαν Ντιέγκο και ύστερα θα σαλπάρανε για Τόκιο, να τα ξεφορτώσουν. Εννιά μήνες τώρα πηγαινοερχόντουσαν ανάμεσα στα δύο λιμάνια. Ακόμα ένα δρομολόγιο και από το Τόκιο θα ξεμπάρκαρε, θα ξαναγύριζε επιτέλους στην πατρίδα. Λίγο ακόμα ήθελε και θα συμπλήρωνε τη θαλάσσια υπηρεσία στο φυλλάδιο ώστε να μπορέσει να δώσει για το δίπλωμα του πρώτου. Καλά τα είχε καταφέρει. Έτσι όπως τα υπολόγιζε, λίγο μετά τα τριάντα, θα έφτανε στο ανώτατο αξίωμα που θα μπορούσε να φτάσει. Θα έπαιρνε με το καλό το δίπλωμα του και στη συνέχεια θα έκανε μερικά μπάρκα με ανασφάλιστα γκαζάδικα, να μαζέψει ένα καλό κομπόδεμα. Μπορεί τις αδελφές του να τις είχε παντρέψει, τον πατέρα του να τον είχε ξεκουράσει, αλλά από πίσω ερχόταν και ο μικρός. Και του μικρού του έκοβε. Τον μικρό θα τον σπούδαζε, ο κόσμος να γυρνούσε τούμπα.

Πέταξε τη γόπα στη θάλασσα και κοίταξε προς τη στεριά. Τα φώτα του λιμανιού στραφτάλιζαν λάγνα. Γιατί δεν είχε πάει με τους άλλους; Τι σκατά του συνέβαινε; Αυτός πάντα πρώτος πηδούσε στη λάντζα όταν ήταν να βγουν για διασκέδαση. Θα έπρεπε να είναι χαρούμενος. Θα έπρεπε να πίνει μαζί με τους άλλους. Θα έπρεπε να βρίσκεται τέτοια ώρα ξαπλωμένος σε δανεικά σεντόνια. Ποιο κρυφό σαράκι τον έτρωγε και κάπνιζε μονάχος του μέσα στο κρύο;

Άναψε ένα ακόμα τσιγάρο και έτριψε τον σταυρό, που φορούσε στον λαιμό του.
“Μάνα, δεν το φοράω. Είμαι άθεος, σου λέω!” είχε διαμαρτυρηθεί, όταν με το ζόρι του τον κρέμασε στον λαιμό.
“Νικόλα μου, εγώ όμως δεν είμαι. Κάνε μου το χατήρι γιε μου και μην το βγάλεις. Φόρα το για μένα”,
τον είχε παρακαλέσει εκείνη δακρυσμένη. Και στην κυρά Λένη χατήρι δεν χαλούσε εύκολα.

Πως θα φαινόταν άραγε στη μάνα του αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει; Θα του το συγχωρούσε ποτέ; Όχι, εκείνη ήταν άγιος άνθρωπος, θα καταλάβαινε… Οι υπόλοιποι ίσως δεν καταλάβαιναν ποτέ, ίσως δεν συγχωρούσαν ποτέ, η μάνα του όμως θα την αγκάλιαζε. Όταν της έλεγε πως αυτή η μικροκαμωμένη ξένη γυναίκα τον είχε στοιχειώσει όπως καμία άλλη γυναίκα, θα του έδινε την ευχή της.

Στα δέκα χρόνια που η θάλασσα είχε γίνει δεύτερο σπίτι του, από το κρεβάτι του είχαν περάσει δεκάδες γυναίκες. Πάντα όμως πίστευε πως οικογένεια θα έκανε με μια δικιά τους. Παπούτσι από τον τόπο σου και ας είναι και μπαλωμένο. Το ήξερε πως ήταν όμορφος. Το ήξερε πως ήταν νέος. Το ήξερε πως κατάφερνε όλες να τις κάνει να αναστενάζουν και να τον παρακαλάνε στην γλώσσα τους να πάει να τις ξαναβρεί.

“Άμο τε”, του έλεγε η Βραζιλιάνα Ροζάριο, σταυρώνοντας τα μακρυά καλλίγραμμα πόδια της με χάρη.“Για λιουμπλιού”, του έλεγε και η Ρωσίδα Νατάλια με τα μακριά ξανθά μαλλιά, που σαν χείμαρρος κάλυπταν τους λευκούς της ώμους .“Άι λάβ γιου”, του έλεγε και η Μισέλ από το Τενεσσί, όταν τον καβαλούσε με το μαύρο φιδίσιο κορμί της. Σε όποια γλώσσα όμως και αν είχε ακούσει το “σ΄ αγαπώ”, πάντα ξένο και ψεύτικο του φαινόταν. Γι’ αυτό, όσο καλά και αν περνούσε μαζί τους , ποτέ δεν ένιωσε την ανάγκη να το πει και ο ίδιος. Αν το έλεγε, θα το έλεγε στη δική του τη γλώσσα, σε κάποια που θα το καταλάβαινε.

Το είπε όμως τελικά και ας ήξερε πως δεν τον καταλαβαίνει. Το είπε και το εννοούσε. Πολλά της είπε που εκείνη δεν μπορούσε να κατανοήσει. Μόνο και μόνο για να τα βγάλει από μέσα του, πριν τον πνίξουν. Τίποτα! Δεν γινόταν αλλιώς. Μόλις το βαπόρι έπιανε πάλι Τόκιο, θα έτρεχε να τη βρει. Θα έτρεχε να της πει πως θα την έπαιρνε μαζί του, ακόμα και σηκωτή. Πως ήταν διατεθειμένος να την παντρευτεί ατάκα και επιτόπου, προκειμένου να μην την χάσει.

Και όσο η υγρασία περόνιαζε το σώμα του και η κάφτρα από το τσιγάρο του έλαμπε μέσα στο σκοτάδι, άρχισε να αναπολεί πως είχε νιώσει όταν την πρωτοείδε. Αυτό το μικροσκοπικό πλάσμα, με τα μαύρα μαλλιά και τα σχιστά μάτια, που σε μια στάση λεωφορείου, με ένα και μόνο χαμόγελο είχε φέρει αντάρα μέσα του. “Ψυχρός λαός”, του έλεγαν οι άλλοι για τους γιαπωνέζους, και τους είχε πιστέψει. Μαλακίες! Στα δέκα χρόνια, μόνο αυτή η γυναίκα, από τον περίεργο εκείνο τόπο, είχε καταφέρει να τον κάψει ολοσχερώς, πριν καν τον αγγίξει.

Την κυνήγησε πολύ. Για καλή του τύχη, το καράβι βρισκόταν για μέρες δεμένο στο ναυπηγείο, για να φτιάξουν τη βλάβη που είχε προκύψει. Και εκείνος, στημένος καθημερινά, την ίδια πάντα ώρα, στην ίδια πάντα στάση, μόνο και μόνο για να ανταλλάξουν μερικές ματιές, για λίγα λεπτά. Στην καζούρα τον είχαν πεθάνει οι άλλοι του πληρώματος, αλλά καρφί δεν του καιγόταν. Όταν όμως προσπάθησε να της πιάσει κουβέντα, εκείνη αμήχανα, με νοήματα του έδειξε πως δεν γνώριζε αγγλικά, και χαμογελώντας του, μπήκε στο λεωφορείο της και έφυγε για ακόμα μια φορά, αφήνοντας τον πίσω. Τότε ήταν που το πήρε απόφαση πως δεν άντεχε άλλο. Έτρεξε σ’ ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο και αγόρασε δύο λεξικά. Ένα αγγλο-ιαπωνικό για τον ίδιο και ένα ιαπωνο-αγγλικό για εκείνη.

Έκπληκτη, γούρλωσε τα μικρά της μάτια, μόλις το ακούμπησε στα λεπτοκαμωμένα της χέρια. Εκείνη τη μέρα δεν μπήκε μέσα στο λεωφορείο. Το άφησε να φύγει. Μάλλον είχε καταλάβει πόση ήταν η λαχτάρα του να επικοινωνήσουν. Λες και έχουν νόημα οι λέξεις όταν μιλάνε οι καρδιές, όταν μιλάνε τα σώματα, όταν μιλάνε οι ματιές.

“Κλαρί πάνω στο ποτάμι” σήμαινε το όνομα της, και σαν κλαρί έμοιαζε. Ένα κλαρί εξωτικό, ένα κλαρί γεμάτο λουλούδια, ένα κλαρί που ανακάτευε τα σωθικά του κάθε φορά που τον κοιτούσε και που θα το έκανε δικό του, πάση θυσία.

“Σουμίε σ΄ αγαπάω. Θα ξανάρθω. Στο υπόσχομαι!” της είχε πει απελπισμένος στα ελληνικά, όταν την χαιρετούσε, βδομάδες πριν. Κι εκείνη δακρυσμένη είχε τεντωθεί και τον είχε αγκαλιάσει. Δεν τον καταλάβαινε. Το μόνο που καταλάβαινε ήταν πως την άφηνε. Ο Έλληνας θα έφευγε και δεν θα τον ξαναέβλεπε. Αυτή η επίγνωση ήταν ζωγραφισμένη στο στρογγυλό πρόσωπο της. Με μια φωτογραφία της και μ’ ένα φιλί τον είχε αποχαιρετήσει. Ένα φιλί που έκρυβε έναν ωκεανό συναισθημάτων. Έναν ωκεανό, όπως αυτόν που τους χώριζε αυτήν τη στιγμή.

Θα την έπειθε όμως να τον ακολουθήσει. Κι εκείνη και όλους τους άλλους θα έπειθε για την επιλογή του! Και η πρώτη λέξη που θα τη μάθαινε στα ελληνικά, θα ήταν το “σ’ αγαπώ”. Να της το λέει και να το καταλαβαίνει. Να του το λέει και να λιώνει.

“Εδώ είσαι ρε Νίκο; Ετοιμάζεσαι για σκάντζα βάρδια;” ακούστηκε πίσω του η φωνή του μαρκόνη.
“Εδώ…Σε καμία ώρα σκαντζάρω. Καραντί έχει απόψε”, σχολίασε εκείνος διφορούμενα.
“Σχεδόν μπουνάτσα έχει, ρε. Σου σάλεψε;” απόρησε ο ασυρματιστής, κοιτώντας τη θάλασσα.
“Καραντί μέσα μου, Γεράσιμε, μέσα μου”, μονολόγησε και σήκωσε τη νιτσεράδα του μέχρι τα αυτιά.

σ.σ. :καραντί, το:σκαμπανέβασμα του καραβιού εξαιτίας θαλασσοταραχής που συνεχίζεται και μετά την παύση του ανέμου, φουσκοθαλασσιά.