Πολλές φορές έχουμε σκεφτεί στην ζωή μας «Τι θα συνέβαινε εάν…»
Εγώ δεν το σκέφτηκα όσο έπρεπε τελικά.

Εκείνο το βράδυ είχα ετοιμάσει ένα τρικούβερτο γλέντι, εγώ, ο εαυτός μου και το τορεντάδικο. Σειρές που με περίμεναν με λαχτάρα για να τις ροκανίσω, φαγητό από τα έτοιμα για να το καταβροχθίσω και κόκα κόλες στο ψυγείο για να τις καταπιώ. Ετοίμασα λοιπόν την σεζόν την οποία θα έβλεπα σερί ως το πρωί και έκανα την παραγγελία μου στο σουβλατζίδικο. Το ανοιχτό παράθυρο μου έφερνε στο διαμέρισμα φωνές και θορύβους που μου θύμιζαν ότι εκεί έξω υπάρχει ζωή. Υπήρχε κόσμος που διασκέδαζε, γελούσε, φλέρταρε.
Αποφάσισα να το κλείσω, όχι προτού όμως πάρει το μάτι μου έναν μυστήριο τύπο με σκούρο κοστούμι που στεκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο, καπνίζοντας νευρικά. Εκείνη την στιγμή, χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Άνοιξα στον ντελιβερά και άκουσα φασαρία από το κάτω πάτωμα. Το παλικάρι με τα σουβλάκια μου έκλεισε το μάτι
«Ετοιμάζει παρτάκι το μωρό από κάτω. Θα ακούσεις σήμερα πράματα και θάματα!»
Τον κοίταξα με το φρύδι σηκωμένο και αμίλητος του έδωσα τα λεφτά. Λίγο πριν τον στείλω, άκουσα το τρίξιμο της πόρτας από κάτω. Τακούνια, ομιλίες, φιλί στο μάγουλο, κι η πόρτα έκλεισε.

Αδιαφορώντας για οτιδήποτε συνέβαινε έξω από τον προσωπικό μου χώρο, αποφάσισα να στρωθώ στον καναπέ και να απολαύσω το Σαββατόβραδο μου. Τι σας είχα πει ότι τα πράγματα στην ζωή μου γίνονται πολύ απότομα; Τόσο πολύ, που δεν πρόσεξα το καλώδιο της τηλεόρασης που προεξείχε με αποτέλεσμα να σωριαστώ φαρδύς πλατύς στο πάτωμα με πεταμένα πιτόγυρα τριγύρω στο σαλόνι.
Στην αρχή αγανάκτησα την τύχη μου. Μετά συνειδητοποίησα ότι εκτός από έντονο πόνο που ένιωθα στο δεξί μου αυτί – το οποίο είχε κολλήσει στο πάτωμα, άκουγα και ομιλίες. Περισσότερα βήματα, μία ανδρική φωνή γελαστή, μία γυναικεία αυστηρή. Οι χαραμάδες και οι αυλακιές του παλιού ξύλινου πατώματος, μου επέτρεπαν να ακούω ξεκάθαρα τι γίνεται στο κάτω διαμέρισμα.
Κανονικά θα σηκωνόμουν αδιάφορος και θα μάζευα το χάλι που είχα κάνει στο σαλόνι. Όμως κάτι με σταμάτησε εκείνη την μέρα. Μία κραυγή, δυνατά χαστούκια και μία συρόμενη, βαριά, μεταλλική πόρτα. Ένας άνδρας φώναζε βοήθεια και μετά οι κραυγές απελπισίας αντικαταστάθηκαν από μουρμουρητά. Η καρδιά μου σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα και παίρνοντας μία βαθιά ανάσα, κατάφερα να σηκωθώ όρθιος.
Το υπόλοιπο βράδυ το πέρασα κάνοντας χιλιόμετρα στο σαλόνι και προσπαθώντας να καταλάβω τι έπρεπε να κάνω. Να έπαιρνα την αστυνομία; Και τι να τους έλεγα, άκουσα κραυγές και φωνές από κάτω; Κι αν αυτή ερχόταν με κάνα μπαλτά και με έσφαζε;

Έκανα την πάπια κι η πάπια με γέμισε με εφιάλτες όλη την νύχτα. Σηκώθηκα το επόμενο πρωί λουσμένος στον ιδρώτα. Άνοιξα την μπαλκονόπορτα και βγήκα να αναπνεύσω καθαρό αέρα. Η γυναίκα του κάτω ορόφου βγήκε εκείνη την στιγμή, φορώντας μία καπαρντίνα και πήγε στο μπακάλικο απέναντι.
Δεν ξέρω τι έφταιξε στην απόφαση που πήρα. Οι πολλές σειρές που έβλεπα; Η μαλακία που μας πιάνει εμάς τους άνδρες να το παίζουμε γενναίοι; Το ότι ήμουν απλώς βλαμμένος;
Όπως και να χει, δεν το σκέφθηκα πολύ εκείνη την στιγμή. Άνοιξα την πόρτα μου, κατέβηκα τα σκαλιά κι έφτασα έξω από το διαμέρισμα της. Η πόρτα ήταν παλιά και το πόμολο φαίνεται ότι προεξείχε ελάχιστα. Έστησα αυτί αλλά δεν άκουσα τίποτα. Επικρατούσε μία τρομακτική κι απόκοσμη ησυχία. Μετά από δύο λεπτά, κατάλαβα ότι παίζω με την τύχη μου κι αποφάσισα να φύγω. Την ώρα που γύρισα πλάτη, ακούστηκε ένα τρίξιμο από το διαμέρισμα και κάτι γυάλινο να σπάει. Κόλλησα πάλι το πρόσωπό μου πάνω και τότε τον άκουσα. Κάποιος φώναζε βοήθεια, μία φωνή θαμμένη βαθιά σαν σε πηγάδι.
Έσπρωξα την πόρτα αλλά τζίφος. Έπεσα πάνω της δύο φορές, χτύπησα, σιχτίρισα τον εαυτό μου, ξανάπεσα κι η πόρτα άνοιξε με δύναμη. Το χολ μύριζε κάτουρο και σπέρμα. Αηδιασμένος και καλύπτοντας την μύτη μου, προχώρησα προς τα μέσα. Υπήρχε μόνο ένα μουντό κι αρρωστημένο κόκκινο φως παντού. Αλυσίδες κρέμονταν από το ταβάνι, κάποιες είχαν γάντζο στις άκρες τους. Πάνω στους καναπέδες πεταμένα εσώρουχα και δερμάτινα ρούχα. Δονητές και κάθε λογής βοηθήματα διακοσμούσαν τα ράφια. Η μυρωδιά με πέθαινε, θα έκανα εμετό, γύρισα να φύγω αλλά η φωνή ακούστηκε πάλι. Πιο καθαρή, πιο έντονη.
Προχώρησα περισσότερο και βρέθηκα μπροστά σε έναν διάδρομο. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Ξεκίνησα να την κλοτσάω με δύναμη κι η κλειδαριά έσπασε. Το θέαμα που αντίκρισα έφερε το αποτέλεσμα που δεν είχε φέρει η μυρωδιά. Το στομάχι μου άδειασε όσο τα μάτια μου προσπαθούσαν να επεξεργαστούν την πληροφορία μπροστά τους.
Δεξιά κι αριστερά του διαδρόμου υπήρχαν αλυσίδες με γάντζους. Πάνω σε κάθε γάντζο ένα ανδρικό, γυμνό κορμί. Κάποια κουνιόνταν νωχελικά, άλλα ήταν τελείως ακίνητα. Στο πέος κάθε άνδρα, υπήρχε φορεμένη μία δερμάτινη, μυτερή κατασκευή. Τα χέρια τους ήταν δεμένα οπισθάγκωνα αλλά δεν έβλεπα κανέναν να έχει την δύναμη να ανταποκριθεί.
Μόνο μία φωνή στο βάθος με ξύπνησε. Ο χθεσινός άνδρας στο πεζοδρόμιο, χτυπιόταν σαν μανιακός, προσπαθούσε να ξεφύγει. Αίμα ανάβλυζε από τον αυχένα του, ένας γάντζος καρφωμένος τον σήκωνε εκατοστά πάνω από το έδαφος.
Κίνησα προς το μέρος του δισταχτικά και με το στομάχι μου να ανακατεύεται ξανά. Τον πλησίασα.
Στην αρχή χαμογέλασε. Μετά όμως μία έκφραση τρόμου κάλυψε όλο του το πρόσωπο.
Με το κεφάλι του, μου έκανε νεύμα να κοιτάξω πίσω.
Δεν πρόλαβα.
Ένα μυτερό αντικείμενο καρφώθηκε στον αυχένα μου, ένας αφόρητος πόνος με τύλιξε και αιχμηρά νύχια μπήκαν στο στήθος μου. Η αλυσίδα που με κρατούσε με ανέβασε πάνω όσο εγώ σπαρταρώντας, προσπαθούσα να ελευθερωθώ.
Η γυναίκα ήρθε μπροστά, με έγδυσε και μου φόρεσε στο πέος μου μία δερμάτινη, μυτερή κατασκευή.
Κοίταξε μία εμένα και μία τον άνδρα που απείχε πλέον εκατοστά απέναντι μου.
Χαμογέλασε.
«Σήμερα λέω να γεμίσω όλες μου τις τρύπες… ταυτόχρονα. Τι λέτε;»

 

skinned_alive