Από τη σκούρα μπλε κουρτίνα, ο πρωινός χειμωνιάτικος ήλιος έριχνε δειλά μερικές ασθενικές αχτίδες μέσα στο δωμάτιο. Το στρογγυλό ρολόι στον απέναντι τοίχο έδειχνε απειλητικά πως η ώρα ήταν περασμένη. Αποφασιστικά, ανακάθισε στο μικρό εξεταστικό κρεβάτι και άρχισε βιαστικά να μαζεύει τα ρούχα της από το πάτωμα.
«Μείνε λίγο ακόμα», της ψιθύρισε χαϊδεύοντας λάγνα τη γυμνή της πλάτη, αλλά εκείνη αγνοώντας το άγγιγμά του φόρεσε το ζεστό πουλόβερ της. Βαρύθυμος, βλέποντας την απροθυμία της να μείνει, σηκώθηκε και τη μιμήθηκε, αναζητώντας και τα δικά του ρούχα.
«Τα λέμε την Τετάρτη;» ρώτησε ενώ έδενε τα κορδόνια στα μποτάκια της, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει.
«Όχι, Χαρά, δεν τα λέμε την Τετάρτη», της απάντησε θυμωμένα και άναψε ένα τσιγάρο.
«Σε παρακαλώ, μην αρχίζεις πάλι…», είπε σχεδόν ικετευτικά, παίρνοντάς του το αναμμένο τσιγάρο από το χέρι και κοιτώντας τον πλέον κατάματα.
«Δεν πάει άλλο. Αύριο φεύγω για ένα συνέδριο στο Βέλγιο. Θα λείψω μια εβδομάδα. Όταν γυρίσω, θέλω μια απάντηση. ‘Η μαζί, ή χώρια Χαρά!» δήλωσε εκείνος κοφτά και φόρεσε την λευκή ποδιά του.
«Τελεσίγραφο μου δίνεις, για να καταλάβω;» διαμαρτυρήθηκε εκείνη προσπαθώντας να κρύψει την απόγνωση στη φωνή της.
«Πες το όπως θες. Ή μαζί, ή χώρια. Εσύ αποφασίζεις!» είπε και χωρίς να κοιτάξει πίσω βγήκε από το δωμάτιο.
Το περίμενε η Χαρά πως δεν θα αργούσε αυτή η στιγμή. Καθόλου δεν την είχε αιφνιδιάσει. Μήνες το έβλεπε πως ήταν θέμα χρόνου να φτάσουν σε αυτό το σημείο. Θεωρητικά, είχε προετοιμάσει τον εαυτό της, να όμως που, τώρα που συνέβαινε, αδυνατούσε να διαχειριστεί την απελπισία που ένιωθε. Έπιασε τα μαλλιά της σε μια πρόχειρη κοτσίδα και αφού πρώτα έλεγξε πως ο διάδρομος ήταν άδειος, βγήκε και εκείνη. Με γοργά βήματα αναζήτησε το δωμάτιο της μητέρας της και έσπρωξε την πόρτα μαλακά.
Σε μια πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο καθόταν η γυναίκα που την είχε φέρει στον κόσμο και έπλεκε ρυθμικά. Ούτε που σήκωσε το κεφάλι της να την κοιτάξει, αλλά αυτό η Χαρά το είχε πλέον συνηθίσει. «Ότι δεν δείχνει να αντιδρά στην παρουσία σου στον χώρο, το ξέρω πως εσένα σε πληγώνει, αλλά στη φάση που βρίσκεται, είναι ο μόνος τρόπος που έχει για να δείξει ότι κάποιο κομμάτι της σε αναγνωρίζει» , της είχε πει και με τα χρόνια είχε μάθει να παίρνει χαρά έστω από αυτό.
Με αργές κινήσεις κάθισε στην άδεια πολυθρόνα δίπλα της και έβγαλε μέσα από την τσάντα και τις δικές της βελόνες. Χαμογελώντας, κοίταξε το άθλιο πράγμα που κρεμόταν από εκείνες. Ο θεός να το έκανε κασκόλ αυτό που έπλεκε! Μακάρι να την είχε αφήσει να της μάθει πλέξιμο, όταν την παρακαλούσε. Τότε ήταν όμως μικρή και της φαινόταν τόσο βαρετό το πλέξιμο. Τότε δεν ήξερε πως θα έφταναν κάποτε, σαν μια μυστική γλώσσα, να είναι ο μόνος τρόπος επικοινωνίας μεταξύ τους. Γι΄ αυτό, λίγες εβδομάδες νωρίτερα αγόρασε βελόνες και νήμα, και με τη βοήθεια του ιντερνέτ πάλεψε σκληρά να μάθει να πλέκει. Γεμάτο τρύπες ήταν το γκρι κασκόλ που κρατούσε στα χέρια της. «Τρύπες στη ψυχή, τρύπες και εκεί», σκέφτηκε και θαύμασε το υπέροχο κόκκινο κασκόλ που κρατούσε στα χέρια της η μητέρα της.
Για λίγα λεπτά απορροφήθηκε κοιτώντας τα ροζιασμένα χέρια που αρμονικά επαναλάμβαναν με χάρη τις κινήσεις. Σαν χέρια ταχυδακτυλουργού έμοιαζαν, με τις δύο μακριές βελόνες να εναλλάσσονται σε έναν περίεργο χορό, που δημιουργούσε από το τίποτα το κάτι. Και ήταν τόσο όμορφο αυτό το κάτι, που λυπόταν απίστευτα κάθε φορά που έπρεπε να της το ξηλώσουν για να μην ταραχτεί.
«Είναι ειλικρινά αξιοθαύμαστο πράγμα ο ανθρώπινος εγκέφαλος, ακόμα και όταν επέρχεται ο εκφυλισμός και το σταδιακό σβήσιμό του. Ένα – ένα διαγράφονται τα αρχεία μέσα στο μυαλό της. Αυτό όμως, για έναν περίεργο λόγο, είναι εκείνο που πεισματικά αρνείται να αφήσει. Δεν είναι συνειδητή επιλογή και δεν θα μάθουμε ποτέ γιατί, ενώ δυσκολεύεται πλέον να πιάσει το πιρούνι μόνη της, μόλις πιάνει τις βελόνες θυμάται δεξιότητες πολύ πιο περίπλοκες. Όπως βλέπεις όμως, ακόμα και αυτό, μοιάζει με απέλπιδα προσπάθεια ενός σιωπηλού νου. Το ότι πλέκει μόνο το συγκεκριμένο κόκκινο κασκόλ, το ότι αρνείται να πιάσει άλλο χρώμα, το ότι αντιδρά βίαια και με κρίσεις όταν αυτό τελειώνει, όλα αυτά δείχνουν πως, ακόμα και αυτό το θεωρητικά υγιές τμήμα του μυαλού της, δεν θα αργήσει να μολυνθεί. Λυπάμαι Χαρά, αλλά πρέπει να ξέρεις όλα τα δεδομένα. Το Αλτσχάιμερ είναι μη αναστρέψιμο, μη θεραπεύσιμο.» την είχε κατακεραυνώσει, όταν είχε τολμήσει να πιστέψει πως ίσως η εμμονή με το κόκκινο κασκόλ αποτελούσε σημάδι έστω και αργής ίασης. Εκείνο το βράδυ ήταν που παραδόθηκε τόσο στην επίγνωση της κατάστασης της μητέρας της, όσο και σε εκείνον. Κανένα νόημα δεν είχε να παλεύει για τίποτα από τα δύο.
Μελαγχολικά προσπάθησε να στερεώσει τις βελόνες σωστά στα χέρια της και αργά-αργά ξεκίνησε να πλέκει και η ίδια. Σκόπευε να του το χαρίσει αυτό το άθλιο γκρι κασκόλ, όταν το τελείωνε. Τώρα δεν θα προλάβαινε να του το δώσει. Σίγουρα σε μια εβδομάδα, δεν θα προλάβαινε…
«Πρέπει να προλάβω. Πρέπει να προλάβω…» ψέλλισε με αγωνία η μητέρα της, κάνοντας τη Χαρά σχεδόν να τρομάξει. Εβδομάδες είχαν περάσει από την τελευταία φορά που την είχε ακούσει να μιλάει. Δεν ήξερε τι την τρόμαζε περισσότερο, ο απόκοσμος ήχος από τις σκουριασμένες φωνητικές χορδές, ή μήπως οι λέξεις που εξέφραζαν εντελώς τυχαία και τις δικές της σκέψεις;
Την τελευταία φορά που της είχε μιλήσει, την είχε ρωτήσει αν έχει παιδιά. Και όταν η Χαρά της είπε πως έχει μια κόρη, εκείνη είχε σχεδόν χαμογελάσει και της είχε πει πως και εκείνη έχει μια κόρη, που πηγαίνει στο νηπιαγωγείο. Ανείπωτη ήταν η στιγμιαία ευτυχία που είχε νιώσει. Ακόμα δεν την είχε διαγράψει εντελώς. Ακόμα κάπου υπήρχε μέσα της. Και ύστερα ήρθε πάλι η σιωπή και ο μεταλλικός ήχος από τις βελόνες να ντύσει τις πολύωρες ανώφελες συναντήσεις τους.
«Μαμά; Τί πρέπει να προλάβεις;» ρώτησε χωρίς να περιμένει από εκείνη να απαντήσει.
«Πρέπει να προλάβω. Πρέπει να προλάβω να του το δώσω», συνέχισε ενώ η ανησυχία και η αγωνία που ζωγραφιζόταν όλο και πιο έντονα στο πρόσωπό της προμήνυε πως κάποια κρίση ήταν προ των πυλών και πάλι. Βιαστικά, η Χαρά σηκώθηκε αγνοώντας τις λέξεις που είχαν βγει από το στόμα της μητέρας της και τρέχοντας αναζήτησε μια νοσοκόμα. Σε λίγα λεπτά, μια ηρεμιστική ένεση είχε προλάβει το κακό και η γηραιά κυρία λαγοκοιμόταν μακάρια στο κρεβάτι της, με τη Χαρά δίπλα να της κρατάει σφιχτά το χέρι.
«Αχ βρε μάνα, τι θα κάνω; Βοήθησε με. Μακάρι να μπορούσες να με ακούσεις. Μακάρι να μπορούσες να με πάρεις αγκαλιά, όπως όταν ήμουν μικρή, και να διώξεις τους φόβους μου. Μακάρι να μπορούσα να σου πω πόσο κουβάρι έχω κάνει τη ζωή μου, και ας με μάλωνες μετά. Που είσαι μανούλα μου χαμένη…; Δώσε μου ένα σημάδι να έρθω να σε βρω. Πόσο ανάγκη σε έχω ακόμα», είπε και ακούμπησε κουρασμένη το κεφάλι της πάνω στο ζεστό χέρι της μάνας της, που ακίνητο στεκόταν πάνω στο λευκό σεντόνι. Και τότε ένιωσε κάτι σαν χάδι. Σίγουρα ήταν χάδι!
«Μα σας λέω με χάιδεψε! Σήμερα νομίζω πως με ακούει! Σίγουρα με αναγνωρίζει! Γιατί δεν με πιστεύετε;» διαμαρτυρήθηκε στην ξινισμένη νοσοκόμα, που ενοχλημένη που έπρεπε για δεύτερη φορά να τρέχει στον ίδιο θάλαμο, την κοιτούσε με αδιαφορία.
«Κυρία μου, αντανακλαστικό ήταν. Στην μητέρα σας χορηγήθηκε τόσο ηρεμιστικό, που και υγιής άνθρωπος θα αδυνατούσε να επικοινωνήσει, πόσο μάλλον εκείνη. Αν επιμένετε, να καλέσω τον γιατρό που την παρακολουθεί», δήλωσε ψυχρά η λευκοντυμένη γυναίκα και εκείνη έκανε μια απότομη αρνητική κίνηση με το κεφάλι της. Δεν θα άντεχε να τον έβλεπε ξανά, ειδικά σε αυτή την ταραγμένη κατάσταση που βρισκόταν.
«Θα μου κάνετε μια χάρη; Με πληροφόρησαν πως έχετε νέο προσωπικό στον όροφο. Θα μπορούσατε να ενημερώσετε τις νέες συναδέλφους σας για την ιδιαιτερότητα της μητέρας μου; Θα εκτιμούσα αφάνταστα αν θυμόσασταν να ξηλώνετε πότε – πότε το κασκόλ που πλέκει. Εγώ θα ξηλώσω πριν φύγω αρκετές σειρές και θεωρητικά μέχρι την επόμενη επίσκεψη μου δεν θα υπάρξει θέμα. Αλλά, επειδή όπως ξέρετε σπάνια το αφήνει από τα χέρια της, μόνο όταν κοιμάται κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Θα ενημερώσετε λοιπόν τις κοπέλες που κάνουν τη νυχτερινή βάρδια;» παρακάλεσε σχεδόν ικετευτικά, ελπίζοντας να ευαισθητοποιήσει τη νεαρή γυναίκα που είχε απέναντι της.
«Γνωρίζετε πως κάνουμε ό,τι μπορούμε. Ο γιατρός ήταν πολύ αυστηρός μαζί μας όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα, μετά την τελευταία κρίση. Στην κλινική όμως κυρία μου νοσηλεύονται πολλά άτομα και η νυχτερινή βάρδια είναι η πιο δύσκολη. Σας το είπαμε και τότε, η μητέρα σας εκείνη την ημέρα δεν το είχε αφήσει καθόλου από τα χέρια της. Έπλεκε σχεδόν εφτά ώρες ασταμάτητα. Πριν αναλάβει η νυχτερινή, η απογευματινή προσπάθησε να της το πάρει, αλλά ο εκνευρισμός της ήταν τέτοιος που φοβηθήκαμε ότι θα προκαλούσαμε έτσι μια κρίση και της το αφήσαμε. Η νυχτερινή μέχρι να κάνει τη νοσηλεία και να χορηγήσει τα χάπια στους ασθενείς, απλά δεν πρόλαβε. Λες και εκείνο το βράδυ ήταν αποφασισμένη να το τελειώσει πάση θυσία. Πιστέψτε με, κανείς μας δεν ξεχνά εκείνο το βράδυ, ακόμα και εμείς που δεν είχαμε βάρδια. 15 Οκτωβρίου ήταν, και δυο άνθρωποι κόντεψαν να χάσουν τη δουλειά τους εξαιτίας του συμβάντος. Έχουν περάσει σχεδόν τέσσερις μήνες από τότε και παράπονο δεν πρέπει να έχετε. Το πήραμε το μάθημά μας. Οπότε, μην ανησυχείτε. Αν συμβεί κάτι παρόμοιο, θα την κοιμίσουμε έστω και τεχνητά και θα ξηλώσουμε το κόκκινο κασκόλ που έχει στοιχειώσει όλους όσους δουλεύουμε εδώ. Το κασκόλ αυτό δεν πρόκειται ποτέ ξανά να ολοκληρωθεί», είπε τυπικά και χωρίς να ρίξει δεύτερη ματιά στη Χαρά, βγήκε από το δωμάτιο.
Μπορεί να «κρεμαστεί» μια ολόκληρη ανθρώπινη ζωή από ένα μάλλινο κόκκινο κουβάρι; Γιατί, αυτό είχε γίνει για τη ταλαίπωρη μάνα της εκείνο το κόκκινο κουβάρι. Μια νοητή σημαδούρα. Το καταλάβαινε πως για το προσωπικό ήταν δύσκολο να κατανοήσει πόση σημασία είχε και για τις δυο τους αυτό το κόκκινο, μισοτελειωμένο κασκόλ. Δεν απαιτούσε κάτι τέτοιο. Το μόνο που ήθελε ήταν να μην ξαναδεί τη μητέρα της στην κατάσταση που την είχε δει εκείνο το βράδυ. Δεν θύμιζε άνθρωπο. Ένα γέρικο αγρίμι ήταν ολόκληρη . Άναρθρες κραυγές και αφρούς έβγαζε από το στόμα. Και με το τελειωμένο κασκόλ στο χέρι, ημίγυμνη, κλωτσούσε με δύναμη υπερφυσική όποιον πήγαινε να την πλησιάσει, ακόμα και τη Χαρά. Δεν θα το άντεχε να χρειαστεί να συναινέσει ξανά να της ρίξουν αναισθητικό βελάκι, λες και ήταν κανένα επικίνδυνο αφιονισμένο ζώο. Αυτό δεν ήθελε να το ξαναζήσει.
Ενοχικά, έπιασε το όμορφο κόκκινο κασκόλ που κρεμόταν στη μια βελόνα και γλίστρησε τους πόντους έξω από αυτή. Πόντο – πόντο άρχισε να το ξηλώνει και λίγο πριν το ξηλώσει όλο, βάλθηκε να πιάσει και πάλι τους πόντους πάνω στη βελόνα. Οι νοσοκόμες φυσικά και δεν έκαναν κάτι τέτοιο. Ξήλωναν βιαστικά όλο το κομμάτι, μάζευαν σε κουβάρι το νήμα και ακουμπούσαν πάνω στο κομοδίνο κουβάρι και βελόνες, για να το ξεκινήσει εκείνη την επόμενη μέρα πάλι από την αρχή. «Κάτι από Πηνελόπη και μέρα της μαρμότας θύμιζε όλο αυτό», σκέφτηκε μελαγχολικά και άφησε το εργόχειρο δίπλα στο κομοδίνο. Κόντευε μεσημέρι και έπρεπε να φύγει, για να πάρει το παιδί από το σχολείο. Με τρυφερότητα έσκυψε πάνω από το κοιμισμένο σώμα της μητέρας της και τη φίλησε στο μάγουλο, χαϊδεύοντας με τα ακροδάχτυλα τα ανάκατα λευκά μαλλιά της. Ρούφηξε με όλη της τη δύναμη τη μυρωδιά που ανέδιδε το κεφάλι της και βγήκε ήσυχα από το θάλαμο. «Χαρούλα μου, οι άνθρωποι έχουν ο καθένας τη δική του ξεχωριστή μυρωδιά. Όσα αρώματα και αν φορέσεις, αυτή η μυρωδιά θα είναι που θα σε ξεχωρίζει. Αυτή τη μυρωδιά, ακόμα και αν ξεχάσεις τα μάτια του άλλου, τα χέρια του άλλου, την εικόνα του ολόκληρη, αυτήν πάντα θα τη θυμάσαι», της έλεγε όταν ήταν παιδί και τη ρωτούσε γιατί τη μύριζε κάθε φορά που την αγκάλιαζε για καληνύχτα. Να, που τώρα οι όροι είχαν αντιστραφεί.
Ξημερώματα της επόμενης μέρας χτύπησε το τηλέφωνο της. Από την ώρα και μόνο ήξερε πως δεν θα ήταν για καλό. Μόλις όμως είδε τον δικό του αριθμό, συννέφιασε.
«Ποιος είναι;» ρώτησε νυσταγμένα ο άντρας της και χωρίς να περιμένει πραγματική απάντηση, γύρισε ενοχλημένος πλευρό.
Βιαστικά σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο σαλόνι. Ποτέ άλλοτε δεν είχε πάρει έτσι απροκάλυπτα τέτοια ώρα τηλέφωνο. Δύο χρόνια κρατούσε τα προσχήματα με κάθε δυνατό τρόπο. Για να την παίρνει τέτοια ώρα, κάτι σοβαρό θα ήθελε.
«Παρακαλώ;»
«Χαρά, συγνώμη που σε ενοχλώ. Δεν ήθελα να σε ενημερώσει άλλος. Στο αεροδρόμιο είμαι, και πριν δέκα λεπτά με πήραν από την κλινική. Χαρά μου, μωρό μου, λυπάμαι… Αλήθεια λυπάμαι. Πρέπει να πας από εκεί. Έφυγε ήρεμη Χαρά. Τα κορίτσια λένε πως σχεδόν χαμογελάει. Μην ταραχτείς, αλλά τελείωσε το κασκόλ. Όλη τη νύχτα πρέπει να έπλεκε. Η νέα νοσοκόμα δεν είχε ενημερωθεί και δεν προβληματίστηκε. Μόλις το τελείωσε όμως, δεν έκανε φασαρίες όπως την άλλη φορά. Ξάπλωσε στο κρεβάτι με το κασκόλ στο χέρι και αποκοιμήθηκε. Στον πρωινό έλεγχο τη βρήκαν νεκρή. Μάλλον ανακοπή, λέει ο συνάδελφος που την κοίταξε. Πες μου πως με θες δίπλα σου και ακυρώνω τώρα το ταξίδι. Δεν είσαι μόνη σου… Ζήτησε το μου και εγώ θα έρθω», είπε χωρίς ανάσα, αλλά οι τελευταίες φράσεις του χτύπησαν στο κενό. Η Χαρά είχε τερματίσει την κλήση.
Ώρες μετά, με το κόκκινο κασκόλ στην τσάντα της, κάπνιζε στο προαύλιο της κλινικής σκυθρωπή. Ούτε μισό δάκρυ δεν είχε καταφέρει να ρίξει, ακόμα και τη στιγμή που της έδειξαν το άκαμπτο σώμα. Σαν ρομπότ είχε υπογράψει όλα τα χαρτιά και περίμενε υπομονετικά κάτω από το χειμωνιάτικο ουρανό το γραφείο κηδειών. Και όπως πέταγε αφηρημένα τη γόπα σε ένα παρτέρι, με την άκρη του ματιού της έπιασε ένα κομματάκι από ένα κόκκινο κασκόλ να ανεμίζει, ενώ ο κάτοχος του έστριβε στη γωνία. Χωρίς λογική, άρχισε να τρέχει ξωπίσω από τον άγνωστο κύριο. Λαχανιασμένη τον πρόφτασε και εκείνος έκπληκτος την κοίταξε με απορία.
«Συγνώμη. Χίλια συγνώμη. Το κασκόλ σας. Που το βρήκατε;», ρώτησε τον ηλικιωμένο ψηλό άντρα με αγωνία, κοιτώντας εξεταστικά το φθαρμένο από το χρόνο κόκκινο κασκόλ, που έμοιαζε εκπληκτικά στο σχέδιο με εκείνο που η ίδια είχε μέσα στην τσάντα της.
«Είναι ένα παλιό δώρο. Κάποιος που σήμαινε πολλά για μένα, το έφτιαξε πριν από σαράντα περίπου χρόνια. Περίεργο που με ρωτάτε σήμερα γι’ αυτό το κασκόλ…» είπε εκείνος συγκινημένος, κοιτώντας τη διερευνητικά.
«Μα, φυσικά. Εσύ πρέπει να είσαι η Χαρά. Πόσο μεγάλωσες… Λυπάμαι παιδί μου για την απώλειά σου. Ήμουν κάποτε φίλος της μητέρας σου», συνέχισε κομπάζοντας λίγο στην λέξη φίλος.
«Σας παρακαλώ. Πείτε μου όλη την αλήθεια για το κασκόλ. Μόνο αυτό μου απέμεινε…» ψέλλισε η Χαρά ενώ ποτάμια από δάκρυα έβρεχαν τα παγωμένα μάγουλα της.
«Παιδί μου, τι να σου πω… Πόσα λάθη έχω κάνει. Σαράντα χρόνια και ακόμα θυμωμένος ήμουν ο ανόητος, που διάλεξε εκείνον. Που με αυτό το κομπιασμένο πλέον κομμάτι ύφασμα με έβγαλε από τη ζωή της εκείνο τον Οκτώβρη, που τα ζήτησα όλα και έχασα τα πάντα. Μην τα σκαλίζεις. Φτάνει ένας άνθρωπος να ζει με συντροφιά ένα πλεκτό κασκόλ. Μην κάνεις το ίδιο λάθος με μένα. Μην της κρατήσεις κακία. Μακάρι να μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω. Δεν έπρεπε να έρθω, αλλά δεν άντεξα. Έπρεπε να πω αντίο, έστω και αργά», εξομολογήθηκε συντετριμμένος και η Χαρά τον έπιασε μαλακά από το μπράτσο για να τον στηρίξει. Με αργές κινήσεις τον βοήθησε να καθίσει στο πεζούλι ενός παρτεριού και όταν βεβαιώθηκε πως ήταν καλά, έβγαλε από την τσάντα της το κόκκινο κασκόλ.
«Τώρα όλα αποκτούν λίγο νόημα. Η μητέρα μου τα τελευταία χρόνια υπέφερε από Αλτσχάιμερ, αλλά φαντάζομαι πως αυτό το γνωρίζετε ήδη, μιας και κάπως πληροφορηθήκατε τον θάνατό της. Αυτό που δεν ξέρω αν γνωρίζετε, είναι πως δύο χρόνια τώρα, που νοσηλευόταν επειδή η κατάσταση είχε ξεφύγει εντελώς, ένα πράγμα έκανε μόνο, εκπλήσσοντας μάλιστα και τους γιατρούς που την παρακολουθούσαν. Καθημερινά έπλεκε το κασκόλ που κρατάω στα χέρια μου. Αναγκαζόμασταν να της το ξηλώνουμε κάθε βράδυ γιατί τη μια και μοναδική φορά που το ολοκλήρωσε, η σύγχυση της ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Αυτή η γυναίκα, που το μυαλό της δεν μπορούσε να δώσει καν εντολή να εκτελέσει απλές καθημερινές κινήσεις, που δεν θυμόταν ούτε και εμένα, που είχε σταματήσει να μιλάει, ζούσε για να ολοκληρώσει αυτό το κόκκινο κασκόλ. Αυτό το κασκόλ είναι δικό σας. Για εσάς το έπλεκε. Για εσάς και για μένα. Βοήθεια της ζήτησα απεγνωσμένη, χτες. Και να, που μέσα από το σκοτάδι της βρήκε τρόπο να μου τη δώσει. Αύριο θα γίνει η κηδεία. Θα χαρώ, αν μπορέσετε να έρθετε. Θα χαρώ ειλικρινά να μάθω όλη την ιστορία που σας δένει με τη μητέρα μου. Ο πατέρας μου πέθανε και εκείνος πριν έναν χρόνο. Σας παρακαλώ, μην κλαίτε. Δεν θα ήθελε να κλαίμε. Θα ήθελε να γνωριστούμε. Ηρέμησε να ξέρετε η ψυχή της. Ολοκλήρωσε το κασκόλ και έφυγε χαμογελαστή. Αρκετά είχε κουραστεί να κουτουλάει στα ντουβάρια του μυαλού της», είπε η Χαρά και απίθωσε στα χέρια του που έτρεμαν, το κόκκινο κασκόλ. Σε ένα λευκό χαρτί έγραψε το τηλέφωνό της και το έβαλε στην τσέπη του παλτό του. Τον βοήθησε να μπει σε ένα ταξί και, σκουπίζοντας το πρόσωπό της, επέστρεψε στον προαύλιο της κλινικής, ψάχνοντας το κινητό της.
«Έλα… Έλα κοντά μου όσο πιο γρήγορα μπορείς», είπε αποφασιστικά μόλις άκουσε την φωνή του στην άλλη άκρη της γραμμής.