Ξέρεις πολύ καλά τι συμβαίνει εκείνη τη συγκεκριμένη, αδιαπραγμάτευτη και, για αρκετούς, πολυαναμενόμενη χρονική στιγμή. Κοιτάς τον κόσμο γύρω σου και σε κοιτάει κι αυτός. Κάποια βλέμματα γυρνoύν απότομα προς την άλλη μεριά, άλλοι χαζεύουν το κινητό τους ενώ κάποιοι τρίτοι χτυπάνε τα δάχτυλα ρυθμικά στο παντελόνι τους, μιμούμενοι τον ρυθμό από τη μουσική που ηχεί στ’ ακουστικά τους.
Είναι η στιγμή που τελειώνει η εργασιακή βδομάδα και ξεκινάει το κολασμένο Σαββατοκύριακο. Η στιγμή που «πρέπει» να νιώσεις πιο ελεύθερος, πιο αναζωογονημένος, να ξεχάσεις έννοιες, σκοτούρες και καταθλιπτικές ταβανοθεραπείες και να βγεις στα αστικά λιβάδια, ν’ ανακατευτείς με το αχανές πλήθος και να πιεις αλκοόλ μέχρι να αδειάσουν οι τσέπες σου.
Το νιώθεις στο λεωφορείο, στη στάση που κατεβαίνεις, στην ανηφόρα που αγκομαχάς για το σπίτι, στο σούπερ μάρκετ που ψωνίζεις κόκα κόλα για τα σουβλάκια που θα παραγγείλεις το βράδυ. Ο οργανισμός σου θέλει να γίνει ένα με την καρέκλα του γραφείου στην οποία έχεις χυθεί και ν’ αποφασίσει ποιο επεισόδιο από τα δεκάδες που έχεις κατεβάσει θα δει. Δε θες να βγεις έξω, δε θες να δεις αυτούς που θα βγουν έξω, αλλά η δύναμη της συνήθειας είναι ύπουλη και τρυπώνει σαν κουνούπι τον Αύγουστο.
Γιατί όλοι να θέλουν τόσο πολύ να βγουν κι εγώ όχι, αναρωτιέσαι.
Γιατί να προτιμάω να κάτσω στο μίζερο σπίτι μου, μπροστά από μία οθόνη, ενώ θα μπορούσα να χτυπιέμαι σαν χαλασμένη μαριονέτα στα μπαρ, προσπαθώντας να ρίξω με το δολοφονικό βλέμμα μου το γκομενάκι απέναντι, ρωτάς φωναχτά τον τοίχο.
Σκέψεις που περνούν μπροστά από το μυαλό σου, στέκονται για μία μόνο στιγμή αλλά είναι ικανές να σε βγάλουν από τη νιρβάνα σου. Το έκανες παλιότερα, το κάνεις τώρα θα το κάνεις και στο μέλλον. Μία Παρασκευή χωρίς να βγεις για “ποτάρες” είναι μία Παρασκευή χαμένη, σκέφτεσαι. Μία Παρασκευή, για την οποία θα μετανιώνεις στο μέλλον γιατί έχασες τη μοναδική ευκαιρία να ορμήξεις σαν γύπας στην αρένα των μονομάχων, να χαζεύεις κάθε θηλυκό που λικνίζεται στη μουσική του μαγαζιού, να μην κάνεις καμία κίνηση και στο τέλος να γυρίσεις στο κρεβάτι στο οποίο θα κλαις σ’ εμβρυακή στάση.
Σήμερα όμως είναι η μέρα σου.
Σήμερα που θα βγεις έξω με την παρέα, θα καταφέρεις αυτό που όλοι κυνηγούν και σχεδόν κανείς δεν πετυχαίνει.
Θα περάσεις «πραγματικά» καλά.

Φοράς ξεφτισμένο, δερμάτινο μπουφάν που δεν πρόλαβες πάλι να πλύνεις.
Τινάζεις το ασιδέρωτο πουκάμισο για να φύγουν οι ζάρες και το φοράς καμαρωτός- καμαρωτός μπροστά από τον, γεμάτο στάμπες, καθρέφτη σου.
Ξεσκονίζεις τα παπούτσια που φοράς καθημερινά στη δουλειά, στον καφέ, στο σπίτι, όταν βγάζεις τον σκύλο κι είσαι έτοιμος για τρελά ξενύχτια.
Είσαι έτοιμος να δαμάσεις τα κύματα, να βγεις γυμνόστηθος με τη σανίδα του σερφ και να γευτείς την αρμύρα της νύχτας. Η παρέα σου είναι το ίδιο ξαναμμένη, το ίδιο έτοιμη με σένα, με το βλέμμα του Οδυσσέα που ξέρει τον δρόμο για την Ιθάκη αλλά το παίζει ανήξερος για να κρατήσει το σασπένς.
Η σερβιτόρα του μπαρ, όμως, σε κοιτάζει με το ίδιο απαθές, περιπαιχτικό και υποτιμητικό βλέμμα.
Τα κορίτσια απέναντι προτιμούν να χαλβαδιάζονται με το κινητό τους, αναρτώντας φωτογραφίες με το «πόσο καλά περνάνε» στο facebook, παρά ν’ αντιδρούν με τον πραγματικό κόσμο γύρω τους.
Οι φίλοι σου ασχολούνται με τα ίδια, βαρετά πράγματα που συζητάνε και στη δουλειά, στον καφέ, στο σπίτι, στο skype.
Κι εσύ, αφού έχεις ξοδέψει δύο μεροκάματα σε ποτά αμφιβόλου ποιότητας, αναρωτιέσαι γιατί δεν έμεινες πάλι σπίτι σου, να δεις τα επεισόδια σου, να ξεχαστείς με την τσοντούλα σου και να πέσεις για ύπνο παρέα με το ταβάνι σου.

Η βραδιά τελείωσε, η παρέα υποστηρίζει ότι πέρασε «και γαμώ» κι εσύ περιμένεις το τελευταίο μετρό για να γυρίσεις σπίτι.
Ζηλεύεις την παρέα απέναντι γιατί φαίνεται ότι όντως πέρασε καλά. Ζηλεύεις τα πιτσιρίκια δίπλα σου που, μάλλον, βγήκαν την πρώτη τους Παρασκευή έξω και σου θυμίζουν τον παλιό, κακό, βλαμμένο σου εαυτό.
Μα πιο πολύ απ’ όλα, ζηλεύεις αυτόν τον τύπο που βαδίζει νωχελικά μπροστά σου, στην άκρη της αποβάθρας, σιγοσφυρίζοντας κάποιο παλιό, ρεμπέτικο τραγούδι.
Στην αρχή σ’ εκνευρίζει, σου τη δίνει αυτή η ανεμελιά του, αυτό το ακούραστο κι ανεπηρέαστο βάδισμά του.
Αλλά η ηρεμία του προσώπου του, η μελωδία του σφυρίγματός του, η απλότητα της εμφάνισής του, σε κερδίζουν. Σε κάνουν να αισθανθείς για πρώτη φορά στη βραδιά απόλυτα ζωντανός.
Ο τύπος έχει ένα σακίδιο στην πλάτη και βαδίζει γύρω από ένα κόκκινο ποδήλατο. Σ’ έναν χείμαρρο από κολλαριστά πουκάμισα, ακριβά σακάκια, προκλητικές φούστες και τόνους φθηνού αρώματος, βλέπεις ένα κόκκινο ποδήλατο κι έναν μουσάτο νεαρό να σιγομουρμουρίζει έναν ξεχασμένο σκοπό.
Ξεχνιέσαι, αφήνεσαι, δε θυμάσαι τίποτα από το βράδυ που μόλις έζησες καθώς αφοσιώνεσαι σ’ αυτήν την εικόνα.
Είναι, ίσως, η μόνη αληθινή εικόνα που έχεις δει εδώ και πολύ καιρό. Η μόνη ειλικρινής απεικόνιση ενός κόσμου που υπάρχει ανάμεσα σε τόσους άλλους και χωρίς να υπολογίζει κανέναν.
Ο συρμός καταφθάνει, τα βαγόνια γεμίζουν με τους ξενυχτισμένους της αποβάθρας κι ο τύπος με το κόκκινο ποδήλατο μπαίνει στο τελευταίο. Τον ακολουθείς και κάθεσαι απέναντί του. Δε σε κοιτάει, δεν τον ενοχλείς, δεν επηρεάζεται από την παρουσία σου. Συνεχίζει να σφυρίζει, να τραγουδάει, να κοιτάει το κενό. Τα χέρια του έχουν δαχτυλίδια, πλεκτά βραχιολάκια και στην άκρη ένα τατουάζ.
Φτάνεις στη στάση σου, έχεις απορροφηθεί τόσο που, παραλίγο να ξεμείνεις μέσα. Πετάγεσαι τελευταία στιγμή έξω και τον παρακολουθείς όσο το τρένο απομακρύνεται κι αυτός έχει μείνει μόνος του στο τελευταίο βαγόνι.
Κι είσαι απόλυτα σίγουρος ότι το βλέμμα του έπεσε για πρώτη φορά πάνω σου και σου έκλεισε το μάτι.

Την επόμενη Παρασκευή δε θα βγεις έξω. Θα κάτσεις με τις ξεχειλωμένες πυτζάμες σου μπροστά από τον υπολογιστή, θα ανοίξεις το word και θα ξεκινήσεις να γράψεις μία ιστορία για τον άνθρωπο με τον κόκκινο ποδήλατο. Κι ελπίζεις ότι ίσως, με κάποιον μαγικό τρόπο, η ιστορία αυτή θα φτάσει στα μάτια άλλων ανθρώπων που αποζητούν απλές, αληθινές εικόνες για να μπορούν να συνεχίσουν να ελπίζουν, να ζουν, να ονειρεύονται.

Ta Bizoudakia tis Attartis