“Πεθαίνω, κόρη μου, πεθαίνω!”
Έσβηνε η φωνή της Σταυρούλας με λυγμούς.
Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στην Φένια, τη μονάκριβή της κόρη που καθόταν στο προσκέφαλό της και της χάιδευε τα γκρίζα μαλλιά.Το δωμάτιο του νοσοκομείου αποπνικτικά θλιβερό. Ο φωτισμός νοσηρός. Ο ήχος του οξυγόνου, ένας μόνιμος επιθανάτιος ρόγχος.

Ένα πράγμα ήταν εκτός τόπου: Τα τεράστια γυάλινα μάτια της Σταυρούλας που δεν ικέτευαν για σωτηρία.
Τα τεράστια μάτια της που απλά εκβίαζαν για τελευταία, ίσως, φορά αυτό που περιμένει μια πρωταγωνίστρια, το δάκρυ του θεατή.
“Έχω δει και καλύτερα έργα” σκέφτηκε ανέκφραστη η Φένια.
Έσφιξε με τρυφερότητα το χέρι της μάνας της και κοίταξε το μηχάνημα παρακολούθησης σφιγμών, οξυγόνου και πίεσης.
“89…86…85..81”
Το οξυγόνο δεν ήταν καλό.
Της άφησε το χέρι απότομα και πήδηξε από το κρεβάτι.
“Μαμά, πάω να φωνάξω το γιατρό.”
“Όχι. Δεν θα πας πουθενά! Φεύγω τώρα και θα φύγω εδώ, μαζί σου! Θα μου κρατάς το χέρι, όπως πάντα. Ναι;” είπε με ατελείωτες παύσεις η Σταυρούλα.
“Εντάξει, μαμά” απάντησε η Φένια σκύβοντας το σβέρκο και μια σουβλιά στον αυχένα της τέντωσε ξανά την πλάτη.
Τώρα έστεκε αγέρωχη, έμοιαζε σαν βράχος σκαλισμένος από τη λύσσα της θάλασσας.
Ένα άγαλμα που το φιλοτέχνησε η οργή της φύσης.
Τόσο όμορφο και τόσο άγριο.
“80..84…81..79”
Το μηχάνημα θα σφύριζε σε λίγο.Τα μάτια της Σταυρούλας έκλεισαν για λίγο κι εκεί τα μάτια της Φένιας είχαν την ευκαιρία να γίνουν σχισμές. Κοίταξε δεξιά της και είδε το μπουκέτο με τα λευκά τριαντάφυλλα που είχε αφήσει το πρωί, στο κομοδίνο, ο αδερφός της.

Άσπρα τριαντάφυλλα πετούσαν συγγενείς και φίλοι στο φέρετρο του πατέρα της.
Εκεί δίπλα η μάνα της, υποβασταζόμενη από τα δυο παιδιά της ούρλιαζε και φώναζε το όνομά του.
“Δημήτρηηη! Γιατί; Γιατί μ’ αφήνεις; Είμαι μόνη μου πια! Μόνη μου..ΜΟΝΗ ΜΟΥ” και η φωνή της έσβηνε καθώς άνοιγε τα μάτια να πάρει τα δάκρυα των θεατών.
“Μαμά, έχεις εμάς”, ψιθύρισε η Φένια στο αυτί της Σταυρούλας, μα εκείνη, σα να διάβασε τη χειρότερη κριτική σε έγκριτη στήλη θεάτρου, κοίταξε με κακία την κόρη της και της είπε με καθάρια φωνή “Δεν θα καταλάβεις ποτέ!”
Πραγματικά δεν καταλάβαινε η Φένια.
Τα λευκά τριαντάφυλλα έπεφταν σα βροχή στο φέρετρο και το χώμα, έτσι όπως έπεσαν στο ξύλινο πάτωμα του σαλονιού του πατρικού της.
“79..81..79..77”
Η Φένια έβγαλε το μηχάνημα μέτρησης από την πρίζα.

Νερά… θρύψαλα πορσελάνης λευκής με μπλε και χρυσές λεπτομέρειες. Τασάκια γυάλινα, βαριά εκσφενδονίζονταν από δύο μεριές.Μέχρι που ήρθαν στα χέρια. Ο Δημήτρης έπιασε τη Σταυρούλα από το λαιμό και η Σταυρούλα τον παρακαλούσε ξέπνοη. “Δημήτρη..όχι..όχι..συγγνώμη..” Ο Δημήτρης δεν χαλάρωνε τη μέγκενη του. Η Σταυρούλα έχανε χρώμα. Η Φένια μπήκε στη μέση. 12 χρονών κοριτσάκι και κατάφερε να τους χωρίσει.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που η μάνα της έτρωγε ξύλο.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που τα αδέρφια ξυπνούσαν από τα ουρλιαχτά της μάνας τους.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που η Φένια γλίτωνε τη μάνα της από τα χέρια του πατέρα.
“Μαμά, πάρε διαζύγιο, σε παρακαλώ.”
“Δεν καταλαβαίνεις” ψιθύριζε η Σταυρούλα με ύφος τραγωδού, ανάβοντας ένα σιχαμερό slim.
“Πήγαινε να μαζέψεις το βάζο, τα νερά και τα λουλούδια”
Η Φένια μάζευε τα λευκά τριαντάφυλλα αμίλητη υπομένοντας τον αφόρητο πόνο στα πλευρά της. Δυο πλευρά ραγισμένα καθώς πάλευε με τον πατέρα της να αφήσει τη μάνα.

“1977.1980.1994”

Για όλες τις επιτυχίες στη ζωή της έπρεπε να δοθούν τα εύσημα στην κυρα-Σταυρούλα. Ό,τι κι αν έκανε στη ζωή της η Φένια, ήταν μια ευκαιρία παράστασης για τη μάνα της. Πανεπιστήμιο, μεταπτυχιακό, θέση υψηλόβαθμη σε πολυεθνική εταιρία, γάμος, παιδί. Είχε μάθει πλέον να στρίβει τους προβολείς στην πρωταγωνίστρια. Κάθε αποτυχία της Φένιας ήταν ευκαιρία να θυμηθεί η πρωταγωνίστρια τους δικούς της τεράστιους Γολγοθάδες.

“380…1250..3000”
Οι εξετάσεις αίματος της Φένιας πάντοτε με κόκκινους κύκλους.
Κάθε φορά με νέες αυτοάνοσες δράκαινες να στρογγυλοκάθονται στην πλάτη της που έγερνε.
Και κάθε φορά, η Σταυρούλα είχε μεγαλύτερα προβλήματα υγείας για να ασχοληθεί με της κόρης της.

“Φεύγω κόρη μου! ”
Η κόρη ευθυγράμμισε τη ράχη της και την κοίταξε βαθιά στα μάτια.
“Δεν κλαις, ποτέ δεν κλαις!”
Η Φένια ξεροκατάπιε. Τα βλέφαρά της ήταν βαριά, έκαιγαν και δεν μπορούσε να τα κλείσει.

Έβαλε το μηχάνημα, ξανά, στην πρίζα.
Σε μερικά δευτερόλεπτα άρχισε να σφυρίζει.
“1ο… 2ο… 3ο κουδούνι”
Η παράσταση μόλις τελείωσε από την ανάποδη. Με την απαλή της παλάμη, έριξε κουρτίνα στα μάτια της μάνας της. Γιατρός βάρδιας και νοσοκόμες έτρεξαν μέσα στο δωμάτιο.

Εκείνη βγήκε στο διάδρομο μουδιασμένη. Τα βήματά της την πήγαν στο αυτόματο μηχάνημα. Έβαλε ψιλά και πήρε ένα μπουκάλι νερό. Ξεβίδωσε και άρχισε να πίνει. Και λύθηκαν τα γόνατά της. Το κλάμα της ακούστηκε σαν μωρού στους άδειους διαδρόμους του νοσοκομείου.
“Γιατί κλαίτε, δεσποινίς;” Την ρώτησε ένας νοσοκόμος, τρυφερά.

“Γιατί άνοιξε το καπάκι και όλα τώρα ξεχύνονται..” απάντησε, με τη μάσκαρα να κατρακυλά στα μαγουλά της.
“Γιατί τελείωσε εκείνη η τρισάθλια παράσταση που ήμουν αναγκασμένη να παρακολουθώ”
“Γιατί δεν είχα ποτέ μάνα, αλλά τώρα, μονάχα ΤΩΡΑ, μπορώ να πω πως είμαι ορφανή.”