Καθισμένη στο γραφείο της η αστυνόμος Λινάρδου, συνειδητοποιεί πως έχει αρχίσει να ξημερώνει. Πάνε δύο νύχτες που δεν έχει κλείσει μάτι, δύο μέρες που δεν πήγε σπίτι της, μετά το νέο χτύπημα που έσκασε σαν βόμβα για όλους, μα ιδιαίτερα για εκείνη. Δεκαπέντε χρόνια μετά ζει τον ίδιο εφιάλτη, ένας εφιάλτης που δεν ξέρει αν ξεπέρασε ποτέ. Χρόνια προσπαθούσε να βγάλει από το μυαλό της εκείνη την υπόθεση, που όσο και αν πάλεψε όπως και όλοι όσοι είχαν αναλάβει την έρευνα, εν τέλει έμεινε άλυτη. Κλείστηκε σε ένα συρτάρι, τα χρόνια πέρασαν, ο κόσμος ξέχασε, οι δημοσιογράφοι σταμάτησαν να γράφουν πια για το θέμα, όλα έκλεισαν, μα όχι για εκείνη. Εκείνη θυμόταν. Εκείνη την βρήκε. Πως θα μπορούσε να ξεχάσει; Θυμάται τότε τον διοικητή να της δίνει άδεια για να ηρεμήσει. Θυμάται τους συναδέρφους της να ανησυχούν, όλοι είχαν καταλάβει την εμμονή της στο να λύσει το έγκλημα.

Μνήμες, 15 χρόνια πριν, όλα τα θυμάται, την μυρωδιά, το υπόγειο σπίτι, τους καπνούς από την φωτιά που έσβηνε μα πιο πολύ εκείνη. Ήταν νύχτα όταν έλαβε το τηλεφώνημα για έντονη φασαρία και φωνές Έφτασε πρώτη. Ήταν μόνη σε εκείνο το υπόγειο. Η πρώτη εικόνα δύο απανθρακωμένα σώματα ενηλίκων, από λεπτό σε λεπτό το μέρος θα γέμιζε με περιπολικά και πυροσβεστικά οχήματα. Τότε την είδε. Ένα πλάσμα μικρό, μέσα σε μια καμμένη κούνια. Ξεχώρισε ότι το βρέφος ήταν κοριτσάκι από ένα παιχνίδι, η φωτιά δεν το είχε αλλοιώσει τόσο, ένα απλό σιδερένιο αλογάκι που το φούξια χρώμα του φαινόταν ακόμα. Πώς αλλιώς άλλωστε θα μπορούσε κανείς να καταλάβει το φύλο; Μία στάλα στάχτες σε μια γωνιά της κούνιας και ένας χρυσός σταυρός ανάμεσα τους. Ο σταυρός που το μωρό θα φορούσε, ένα κόσμημα μέσα στην στάχτη. Από τότε η Λινάρδου μίσησε το φούξια χρώμα.

Μετά το συμβάν αρχικά της ζητήθηκε να μην συμμετέχει στην έρευνα, λόγω της κατάστασης, εκείνη τους βρήκε, ήταν αρκετά νέα και δεν ήθελαν να την ρίξουν κατευθείαν στα βαθιά. Εκείνη όμως ήταν ανένδοτη. Τα στοιχεία στον τόπο του εγκλήματος δεν ήταν πολλά, λόγω της φωτιάς, αλλά ήξεραν ότι ήταν δολοφονία, το γράμμα δίπλα από τους γονείς του βρέφους, εξηγούσε τα πάντα. ‘’ΓΕΝΝΗΣΑΤΕ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΕΝΩ ΕΙΣΤΕ ΔΥΟ ΜΗΔΕΝΙΚΑ, ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΞΙΖΟΥΝ ΝΑ ΖΟΥΝ, ΟΠΩΣ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΓΕΜΙΖΟΥΝ ΤΟ ΑΙΜΑ ΣΑΣ ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΕΓΩ ΘΑ ΣΑΣ ΚΑΝΩ ΣΤΑΧΤΗ. ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΕΤΕ ΦΛΕΒΕΣ ΝΑ ΡΙΞΕΤΕ ΜΕΣΑ ΤΙΠΟΤΑ ΠΙΑ’’. Οι έρευνες ξεκίνησαν αμέσως, ο δράστης δεν είχε αφήσει τίποτα πίσω του παρά μόνο εκείνο το γράμμα. Άρχιζαν να χτίζουν το προφίλ του, ήταν προσεκτικός, είχε φροντίσει να γίνουν όλα γρήγορα, είχε φροντίσει η φωτιά να μην επεκταθεί, ώστε όταν η αστυνομία φτάσει να είναι σχεδόν σβησμένη, δεν ήθελε να χαθεί το γράμμα του. Οι εικασίες έπεφταν βροχή. Σίγουρα ήταν έμπειρος, δεν είχε αφήσει ίχνη παρά μόνο όσα ήθελε εκείνος. Οι γονείς ήταν όντως χρήστες ναρκωτικών για χρόνια, γνωστοί στην πιάτσα και στον περίγυρο. Ο άντρας 23 ετών η γυναίκα 21. Ανακρίσεις πολλές, σε κάθε στέκι τους. Αλλά πάντα κατέληγαν στο μηδέν. Δυο πρεζόνια ήταν, ιδιαίτερες διαφορές δεν είχαν με κανέναν. Απλά την δόση τους κοιτούσαν να εξασφαλίσουν. Το μωρό το πήραν είδηση μετά από 6 μήνες εγκυμοσύνης.

Η Λινάρδου έψαχνε μέρα νύχτα τότε, κάθε πιθανό μέρος κάθε πιθανή διαφορά με κάποιον έμπορο ναρκωτικών, το ζευγάρι δεν έκανε καν διακίνηση μόνο την δόση του ήθελε να έχει εξασφαλισμένη. Όλα έδειχναν οργή, ίσως είχαν πειράξει κάποιον, ίσως είχαν παρασύρει το παιδί κάποιου και εκείνος θέλησε να τους εκδικηθεί. Όλη η ομάδα είχε καταλήξει πως ο δράστης είχε μίσος και θυμό για εκείνους και για τον εθισμό τους. Παρά τις τόσες προσπάθειες, την εξονυχιστική έρευνα και ανάκριση όλου του περιβάλλοντος τους δεν βρέθηκε τίποτα. Κάπως έτσι η υπόθεση έκλεισε, για όλους εκτός από την αστυνόμο που δεν άντεχε την ιδέα ότι αυτός που έκανε κάτι τόσο φρικτό κυκλοφορεί ελεύθερος, όλοι γνώριζαν πως συνέχιζε χρόνια την αναζήτηση αλλά όφειλε να σταματήσει όταν έφτιαξε οικογένεια, ποτέ δεν το ξέχασε απλά θάφτηκε μέσα της .

Μέχρι πριν δυο μέρες. Όταν την κάλεσαν αργά το βράδυ, να πάει επειγόντως σε ένα παλιό εργοστάσιο λίγο έξω από την Αθήνα. Δεν πίστευε ότι θα ξαναζούσε την επανάληψη του εφιάλτη, δεν το ήθελε, δεν το άντεχε αλλά το ζούσε. Το εργοστάσιο ήταν στέκι ναρκομανών. Μπαίνοντας στο δωμάτιο σάστισε. Ένα ζευγάρι, δεμένο και απανθρακωμένο, δίπλα ένα γράμμα γνώριμο, οι ίδιες λέξεις με τότε. Με το σώμα της να τρέμει, κοίταξε την κούνια δίπλα. Στάχτη, μόνο στάχτη και ένας σταυρός επάνω. Η πρώτη της αντίδραση ήταν να τρέξει έξω, ποιος Θεός η δαίμονας έπαιζε μαζί της;
Δυο μέρες άυπνη από εκείνη την μέρα κλεισμένη στο γραφείο. Με μια ομάδα να ψάχνει κάθε εκδοχή, ίχνη, αποτυπώματα στον χώρο, να ανακρίνει μέχρι και τον τελευταίο γνωστό του ζευγαριού. Οι έρευνες νύχτα μέρα, συνεχίζονταν, με την Λινάρδου να δίνει σαν τρελή εντολές για τα πάντα, ήθελε να βγει σαν άνεμος να ψάχνει στους δρόμους αλλά όταν κοιτούσε την φουσκωμένη της κοιλιά, όταν σκεφτόταν ότι μετρούσε πια μέρες για να γεννήσει, έδιωχνε την ιδέα. Ο άντρας της και η κόρη της είχαν κάνει πολύ υπομονή δυο μέρες, τους καθησύχαζε, αλλά δεν αρκούσε. Δεν γινόταν να μην κοιμάται άλλο σκέφτηκε, και έτσι αποφάσισε να γυρίσει σπίτι, μέσα της δεν ήθελε αλλά ήξερε κατά βάθος ότι έπρεπε.

Ανοίγοντας την πόρτα του σπιτιού νωρίς το πρωί, χαμογέλασε μετά από 48 ώρες. Έκατσε μαζί τους, δεν αντέδρασε στις παρατηρήσεις του άντρα της όταν της είπε πως δεν θα πρέπει να ξαναπάει στο τμήμα. Με μια κόρη στην εφηβεία και ένα μωρό που όπου να ναι θα γεννιόταν δεν είχε επιλογές.

‘’Πάω στο σούπερ μάρκετ και ξανάρχομαι’’ της είπε εκείνος γλυκά, η μικρή είχε πάει ήδη σχολείο. Μόλις έκλεισε η πόρτα το πρώτο πράγμα που έκανε, ήταν να τηλεφωνήσει στην μητέρα της. ‘’Είναι καλά;’’ ρώτησε. Μνήμες ήρθαν ξανά, Εκείνη και η μητέρα της βράδυ να περπατούν, η Κατερίνα Λινάρδου τότε τελείωνε την σχολή της αστυνομίας. Χάιδευε την φουσκωμένη κοιλιά της. Πέντε μηνών ήταν, όταν έγινε το κακό. Στο νοσοκομείο έμαθε πως της αφαίρεσαν κάθε αναπαραγωγικό όργανο.

Τους βρήκε χάρη στην μητέρα της που θυμόταν πως ήταν σίγουρα χρήστες ναρκωτικών. Ούτε καν την γνώρισαν όταν την είδαν να τους χαρίζει το σακουλάκι με την άσπρη σκόνη, το δηλητήριο στην σύριγγα τους σκότωσε σε περίπου 40 λεπτά με εκείνη να παρακολουθεί τον θάνατο τους.

Πήγε προς το δωμάτιο της κόρης της. Θαύμασε τους φούξια τοίχους. Θυμήθηκε όταν την είχε δει πρώτη φορά μαζί με τους δυο τοξικομανείς που ήταν οι πραγματικοί γονείς της. Έδρασε σχεδόν αμέσως, μετά από λίγες μέρες είχε σχεδιάσει τα πάντα, την φωτιά, το γράμμα, την στάχτη με τον σταυρό και την μητέρα της να την περιμένει απέξω στο αυτοκίνητο. Ποτέ κανείς δεν υποψιάστηκε το παραμικρό. Η άδεια που της είχαν δώσει ήταν η τέλεια αφορμή για να στήσει την εγκυμοσύνη της. Με μητέρα γιατρό όλα ήταν πιο εύκολα. Ο άντρας της την γνώρισε όταν η κόρη της ήταν 3 ετών την αγάπησε σαν δικό του παιδί. Καθισμένη στο κρεβάτι κοιτάζει την ψεύτικη κοιλιά, ειδική παραγγελία από το εξωτερικό.

Εκείνος είχε σεβαστεί πως δεν θα είχαν καμία σωματική επαφή, ήταν επίφοβο μιας και εκείνη ήταν άνω των 35. Δυο μέρες πριν είχε ήδη γνωρίσει τον γιο της, τρεις μέρες μετά τον γέννησε στο νοσοκομείο που δούλευε η μητέρα της. Η υπόθεση παρέμεινε άλυτη σε κάποιο συρτάρι.