Βρέχει πολύ πάλι σήμερα. Και σε θυμάμαι. Ή μάλλον δεν θυμάμαι εσένα. Θυμάμαι την καταιγίδα που συγκλόνιζε τις ψυχές μας, που μαστίγωνε το δέρμα μας όταν μας έλουζαν λέξεις, σα νότες… Σαν σκληρές νότες μιας επώδυνης σονάτας. Λέξεις νυστέρια που χειρουργούσαν όλα όσα επιθυμούσαμε, όλα όσα φοβόμασταν, όλα όσα δεν ήμασταν.

Kαι τι απέμεινε μέσα μας; Νηνεμία… Αηδιαστική ηρεμία και ησυχία, σιχαμερά ατάραχη γαλήνη, πνεύμα και σάρκα που λαχταρούν τυφώνες μα είναι καταδικασμένα να ζουν πλέον σε μια καταναγκαστική ηλιοφάνεια. Σου έλειπε ο ήλιος, είπες… Πάρε ήλιο λοιπόν. Για πάντα.

Κρατάω στις χούφτες μου μουσικές. Προσποιούμαι πως σε βρίσκω εκεί. Δεν μου λείπεις εσύ άλλωστε, εσύ ήσουν μόνο ένα άλλοθι φυγής. Οι τρικυμίες σου μου λείπουν. Ότι αγάπησα έκανε θόρυβο, με έσπρωχνε με βία σε απόκρημνα βράχια κρυφών πόθων, μα ταυτόχρονα γεννούσε όλα όσα μπορώ να κάνω, όλα όσα μπορούσα να γίνω. Και ότι ήσουν, ήσουν μόνο για μένα, η απόκρυφη νότα σε μια μπαλάντα που διαπερνούσε το φράγμα του ήχου. Του χρόνου. Που εκμηδένιζε αποστάσεις, που συνέτριβε αντιστάσεις και λογική.

Δεν είναι αυτό το σχήμα της καρδιάς μου, έλεγες και με άφηνες να πλάθω διαδρομές για το αίμα στις αρτηρίες σου. Ποιο είναι άραγε το σχήμα της καρδιά σου, αναρωτιέμαι σήμερα και ανοίγω το στόμα μου στη βροχή και καταπίνω στάλες. Βάζω το χέρι στο στήθος και αφουγκράζομαι τη δική μου καρδιά. Έχει πολύ καιρό να χτυπήσει εκούσια. Απόψε θα την κατεβάσω σ’ ένα jazz club να ακούσει ξεχασμένες νότες και να επιθυμήσει να χτυπήσει. Να το ζητήσει. Να το λαχταρίσει. Να χορέψει με αγαπημένες σκιές, να πιει, να περάσει μια νύχτα από εκείνες που δικαιολογούν την ύπαρξη της.

Θα ήθελα να σου ζητήσω να επιδιώξεις να πιαστείς έξω στη βροχή, να κλειδωθείς και πάλι μακριά από τα στεγανά σου. Όμως δεν θα το κάνω. Δεν σε έχω ανάγκη, μπορώ και χωρίς εσένα. Κι αν μου λείπει η σκιά σου, αυτό τελικά μου λείπει μόνο. Η σκιά σου.

Δεν γράφω για σένα σήμερα. Ούτε για μένα. Για δύο πνεύματα γράφω, που ενώθηκαν και μετατράπηκαν σε χειροπιαστή ύλη, που διαπερνούσε σύνορα, φράχτες και λογική. Και κρατούσες στα χέρια σου το αδύνατο, το άυλο. Μπορούσες να το αγγίξεις, να το σφίξεις, να το μυρίσεις, να το χαϊδέψεις, να το παιδέψεις. Μπορούσες και να το αφήσεις να πέσει και να σπάσει. Δε σε εμπόδισα ποτέ. Ίσως αυτό να ήταν και το πρόβλημα σου. Ότι σε κοιτούσα να προσπαθείς να το διαχειριστείς. Η αλήθεια είναι πως μόνο αυτό ήθελα. Να σε κοιτάζω. Πήρα τα μάτια μου από πάνω σου δευτερόλεπτα πριν την συντριβή. Είδα σε αργή κίνηση να σου γλιστράει από τις παλάμες και να το τραβάει στο χαμό του η βαρύτητα που εξ αρχής προσπαθούσε να αποφύγει. Το κρυστάλλινο άυλο μας. Πήρα τα μάτια μου από πάνω σου.

Δεν σε σκέφτομαι συχνά. Όπως και εσύ, έτσι και γω έχω πάρει βρεγμένο σφουγγάρι και τρίβω τους τοίχους από ίχνη. Χλωρίνη, παντού. Αγαπημένη χλωρίνη.

Δεν θα ακούσω άλλες νότες σήμερα τελικά, πήρα τζούρα ανέφικτου. Γράφοντας αυτές εδώ τις νότες στον αέρα. Σταμάτησε και η βροχή, βγήκε ήλιος. Μισώ τον ήλιο. Την παγωμένη προδότρα ηλιοφάνεια.

Ξέρεις κάτι; Μερικές φορές όταν κοιτούσα τα μάτια σου, ορκίζομαι πως μπορούσα να δω μέσα στην ψυχή σου.

https://www.youtube.com/watch?v=D2Rmnv581qU