Μια φορά κι έναν καιρό, μια καλλωπιστική μονοκοτυλήδονη ορχιδέα, τέντωσε δήθεν νωχελικά αλλά έντονα επιτηδευμένα, τα μοβ και άσπρα άνθη της, έκανε πως τρέμει λίγο και το γυαλιστερό αψεγάδιαστο κοτσάνι της λικνίστηκε σε ψευτονότες ανατολίτικου ρυθμού. Το σελοφάν έτριξε λίγο, στα χέρια του ανθρώπου, που την είχε τυλιγμένη και έτρεχε να την χαρίσει, πριν μαραθεί και ξεψυχήσει το κομμένο αυτό ματαιόδοξο εφήμερο, λουλούδι θερμοκηπίου.

Κι όπως ατένιζε δήθεν αμέριμνα, τάχα μου τυχαία, τον κόσμο γύρω της η ορχιδέα, ψαρεύοντας βλέμματα θαυμαστών, η ματιά της έπεσε σε μια παπαρούνα, κατουρημένη από σκύλο. Μια παπαρούνα που είχε σκάσει μύτη, από μια ρωγμή καταμεσής της ασφάλτου. Tσαλακωμένη, σκονισμένη, αστεία. Με ένα κοτσανάκι σα κλωστούλα, χωρίς φύλλα, σα γυμνοσάλιαγκας ήταν, πανάθεμα την…

Η παπαρούνα δεν πρόλαβε να δει την ορχιδέα, πάλευε με μισό μποφόρ ανέμου, που ήθελε να την ξεκληρίσει. “όόόόόόόχι ρε αλήτη, δε θα με βγάλεις ούτε σήμερα από δω, ξαναπέρνα αύριο” του είπε και του έκανε κωλοδάχτυλο με τον ταλαιπωρημένο μίσχο της.

Η παπαρούνα της ασφάλτου δεν είδε την πόρνη πολυτελείας, την πανέμορφη ορχιδέα.

Η ορχιδέα όμως την είδε. Κι αν δεν φοβόταν πως τα δάκρυα της, θα ξέβαφαν το μοβ μακιγιάζ της, ίσως άφηνε ένα να τρέξει κατά μήκος του καλογυμνασμένου λαμπερού καταπράσινου κορμιού της. Τίναξε τις σκέψεις από το φανταχτερό κεφάλι της, κι επέστρεψε σ’ αυτό που ξέρει να κάνει καλά. Να εντυπωσιάζει. Όσο προλάβει. Πριν μαραθεί και την πετάξουν στα σκουπίδια. Νεκρή. 2-3 ημερών υπόθεση.

Σε 2-3 μέρες, η αλήτισσα βρομιάρα παπαρούνα, ακόμα θα βρίζει περαστικούς που θα την τσαλαπατάνε και θα προσπαθεί να αποφύγει κάγκουρες με παπάκια που θα περνάνε από πάνω της.

Μα, ακόμα κι έτσι. Τούτο εδώ, το καταραμένο κόκκινο παρασιτάκι της ασφάλτου, το κακάσχημο παπαρουνάκι από το πουθενά που ξεφύτρωσε στον πιο κεντρικό δρόμο της πόλης στο ξεκάρφωτο… θα έχει το θράσος να σηκώσει και πάλι το κεφάλι του. Και θα είναι και πάλι εδώ. Και αύριο και μεθαύριο και για πάντα. Με ρίζες που φτάνουν ως τον πυρήνα της παράξενης αυτής γης. Με ρίζες, άκου να δεις! Απέθαντες!