Είναι λευκό, φουσκωτό και πουπουλένιο. Οι ραφές του είναι τόσο ακριβείς που τις πρώτες φορές προσπαθούσα μάταια να βρω το λάθος. Όταν πήγα στο κατάστημα η πωλήτρια μου πρότεινε ένα με memory foam. Ξέρετε, αυτά που είναι σαν δρόμος ανωμάλου. Ένα κιτρινωπό, χλωμό με κάτι τρύπες σαν κασέρι Ελβετίας. Όσο κι αν επέμενε η υπάλληλος, ήμουν αδιάλλακτη. Εγώ είχα βρει το κατάλληλο κι ας διαφωνούσε, τονίζοντας την λάθος επιλογή μου. “Δεν πειράζει, τόσες έχω κάνει, τι να λέει ακόμα μία;” είπα χαριτολογώντας καθώς πλήρωνα στο ταμείο.

Φτάνοντας σπίτι, άνοιξα την σακούλα γρήγορα γρήγορα και έτρεξα να βρω τι θα του φορέσω. Δεν ήθελα μουντά χρώματα, αν και αγαπώ το γκρι. Δεν ήθελα εμπριμέ, με αγχώνουν. Ήθελα έναν συνδυασμό ή ένα μόνο χρώμα που θα με ηρεμούσε. Το κρεβάτι γέμισε από φορεσιές. Δεν με ένοιαζε. Εξάλλου πρόκειται για τον καλύτερό μου φίλο. Του άξιζε. Μετά από ώρα βρήκα την κατάλληλη. Γαλάζια με ροζ μικρά τριανταφυλλάκια. Του την φόρεσα. Οι τσακίσεις και η μυρωδιά του μαλακτικού είναι έντονες. Μου αρέσει αυτό. Σε κάθε αλλαγή είναι σαν να πετάω κάτι περασμένο. Σαν κάτι να φεύγει μαζί με το παλιό και βρώμικο.

Τα πρώτα βραδιά είναι πάντα χαλαρά. Μόνο με ανησυχίες και κάτι στριφογυρίσματα. Πριν κλείσω τα μάτια μου, πάντα χώνω την μύτη μου βαθιά μέσα του για να ρουφήξω λίγη μυρωδιά. Ίσως για τις μέρες που θα ακολουθήσουν… τότε που σταματάω να νοιάζομαι για την μυρωδιά. Είναι εκείνες οι μέρες που μπαίνω μέσα στο δωμάτιο, σβήνω καθετί που εκπέμπει έστω και λίγο φως, το παίρνω αγκαλιά και το σφίγγω δυνατά. Τόσο που θαρρείς ότι του κόβεται η ανάσα. Αλλά σαν αληθινός φίλος, ποτέ δεν διαμαρτύρεται. Ακόμα κι όταν το βρέχω. Ακόμα κι όταν ουρλιάζω πάνω του. Ακόμα κι όταν το πετώ και το κλωτσάω. Ακόμα κι όταν βυθίζω το πρόσωπο μου και παρακαλάω να σταματήσει το μαρτύριο. Ακόμα κι όταν το χτυπώ με τις μπουνιές μου.

Βέβαια, ζούμε και ευτυχισμένες στιγμές. Λίγες αλλά υπάρχουν. Τότε είναι που απλά ξαπλώνω και βάζω το χέρι μου πάνω του. Ήσυχη. Για πόσο; Για όσο. Δεν με νοιάζει. Αυτό που πραγματικά με στεναχωρεί είναι ότι ποτέ δεν βρήκα ένα φίλο να στέκεται αδιαμαρτύρητα δίπλα μου. Να με δέχεται στα σκοτάδια μου και να μην προσπαθεί να με απομακρύνει απ’ αυτά. Για μένα είναι λυτρωτικό. Δεν μου αρέσει να μαζεύω και να κρατάω. Δεν είμαι σκουπιδοτενεκές. Θέλω να φεύγουν. Ξέρω ότι το “πληγώνω” αλλά ξέρει ότι θα μου περάσει.

Για σένα λοιπόν, που ποτέ δεν με πρόδωσες, που ποτέ δεν με άφησες και πάντα είσαι εκεί με “αυτιά” ορθάνοιχτα να με ακούς να κλαίω ή να γελώ, λίγη σημασία έχει αυτό. Για σένα που αν και τόσο διαφορετικό μέσα στα χρόνια, ήσουν, είσαι και θα είσαι ο καλύτερος μου φίλος κι ‘γω σου υπόσχομαι ότι θα αγοράσω τις πιο φωτεινές φορεσιές.