Πιτσιρικάς μαγευόταν με τις ιστορίες της γιαγιάς του για νεράιδες και ξωτικά. Τις νύχτες με πανσέληνο γυμνά κορίτσια χορεύανε δίπλα στο ποτάμι. Διάλεγαν παλικάρια από το χωριό. Τους τρελαίνανε όλη νύχτα με κρασί, χορό και έρωτα. Όταν ξημέρωνε τους παίρνανε μαζί στη νεραϊδοχώρα . Δεν τους ξανάβλεπε ποτέ κανείς.

Το χωριό του ήταν φτωχό. Όταν πέθανε και η μάνα του τίποτα δεν τον κράταγε εκεί. Έφυγε για μια καλύτερη τύχη στην Αθήνα. Ένας ξάδερφος που είχε τα μέσα τον βάζει εργάτη στο Πρώτο Νεκροταφείο. Μια μαρμάρινη πολιτεία, καμιά σχέση με το χωραφάκι με τους ξύλινους σταυρούς του χωριού του. Άγγελοι με ανοιχτά φτερά, ανδριάντες με ευεργέτες και ήρωες, αρχαιοελληνικοί ναοί, σταυροί σε όλα τα σχήματα. Επισκέπτες στα αγάλματα περιστέρια και σπουργίτια.
Ανάβει τα καντήλια. Δουλειά που γίνεται νύχτα με κλειστές πόρτες για το κοινό.

Όταν τη βλέπει πρώτη φορά είναι το φεγγάρι γεμάτο. Οι νεράιδες της γιαγιάς στήνουν τρελό χορό και τον περιμένουν. Τα μάγια ξεκινάνε. Το κορίτσι κοιμάται. Είναι σίγουρος πως αυτός θα την ξυπνήσει. Τελειώνει τη δουλειά του αξημέρωτα. Κλέβει το πιο όμορφο λουλούδι για εκείνη. Μιλάει και νιώθει πως μέσα στον ύπνο της τον ακούει. Βρέχει, το μαρμάρινο κορίτσι κλαίει. Εκείνος σβήνει με τα δάκτυλα τα δάκρυα της. Με τη λιακάδα περιμένει μάταια ένα χαμόγελο στα χείλη της. Διαλέγει το χρώμα του ουρανού για τα κλειστά της μάτια. Τα μαρμαρένια μαλλιά της σίγουρα είναι μαύρα. Την πρώτη φορά που αγγίζει τα δάχτυλα της πιστεύει πως το χτυποκάρδι του θα την ξυπνήσει.
Αποζητάει τον ύπνο να την ονειρευτεί. Μια νύχτα με μοναδικό μάρτυρα το φεγγάρι τολμάει να φιλήσει τα μισάνοιχτα παγωμένα της χείλη. Μπλέκει τη ζωή του με τον κόσμο των σκιών. Στα όνειρα του την αποκαλεί Σόφη και Σοφία μου.

– Τι είναι αυτά που κάνεις; θα χάσεις του δουλειά σου κακομοίρη. Ευτυχώς που έχεις εμένα.Για τη μάνα σου το κάνω που ήταν θεια μου. Κανόνισα Δευτέρα πιάνεις δουλειά στο νεκροταφείο Ζωγράφου.
Οι καλοθελητές περισσεύουν, τον είχαν καρφώσει στον ξάδερφο. Χωριατόπαιδο άβγαλτος, αγνός ήρθε στην Αθήνα για ένα μεροκάματο και ερωτεύτηκε ένα όνειρο. Αλαφροΐσκιωτος στο χωριό. Τρελαμένος στη πόλη.

Όλα αυτά τα άκουσα πάνω από δυο φλιτζάνια καφέ, αξημέρωτα, στο καφενείο του νεκροταφείου Ζωγράφου, πριν χρόνια.
Τότε είχα χάσει και εγώ τον πατέρα μου. Δεν μπορούσα τα βράδια να κοιμηθώ. Ξενυχτούσα με ένα τσιγάρο στο χέρι. Ηρεμιστικά και αλκοόλ δεν βοηθούσαν. Εκείνο το βράδυ λες και είχαν κολλήσει οι δείκτες του ρολογιού. Στις τέσσερις το πρωί αποφάσισα να πάω στο νεκροταφείο να ανάψω το καντήλι στον τάφο του πατέρα μου. Έτσι ένιωθα πως ερχόμουν πιο κοντά του.

Ελάχιστη κίνηση στο δρόμο, έφτασα γρήγορα. Όλες οι καγκελόπορτες κλειστές, στο φυλάκιο τα φώτα σβηστά. Μια πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη και μπήκα από εκεί. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν από τα βήματα μου. Παγωνιά και σκοτάδι. Ελάχιστο φως από τις φλογίτσες των καντηλιών που τρεμοπαίζανε. Περπατούσα στο κεντρικό δρόμο με γρήγορο βήμα. Φύσαγε και το κρύο ήταν διαπεραστικό. Είχα λαχανιάσει, σταμάτησα μέχρι η ανάσα μου να βρει τον κανονικό της ρυθμό.

Είδα έναν άντρα να έρχεται προς το μέρος μου. Μαύρη κάπα με κουκούλα και σε κάθε χέρι ένα φανάρι. Δεν πιστεύω σε μεταφυσικές καταστάσεις. Η παρουσία του άντρα όμως ήταν ανεξήγητη και τρόμαξα. Τότε είχαν γίνει και τα γεγονότα με τους σατανιστές και πήγε το μυαλό μου και εκεί. Συνέχιζε να έρχεται σκυμμένος προς το μέρος μου χωρίς να με έχει αντιληφθεί. Να αρχίσω να τρέχω; να αρχίσω να ουρλιάζω; Δεν ήξερα τι να πρωτοκάνω. Εκείνη τη στιγμή πάντως είχα μείνει ακίνητη στο μέση του δρόμου να με χτυπάει ο δυνατός αέρας και να τρέμω από το κρύο και το φόβο μου. Σε απόσταση αναπνοής σήκωσε το κεφάλι του και με είδε. Για μερικά δευτερόλεπτα πάγωσε ο χρόνος. Τότε ο άντρας έβγαλε μια κραυγή τόσο δυνατή σαν να σκίστηκε το στήθος του. Εγώ πάγωσα από την τρομάρα μου. Πέταξε τα φανάρια και άρχισε να κλαίει .
-Σοφία, Σοφία, Σοφία μου!
Δεν φορούσε κάπα όπως νόμιζα, ένα μαύρο αδιάβροχο φόραγε. Δεν ήταν ξωτικό, ούτε βαμπίρ, ένας φτωχικά ντυμένος νεαρός ήταν, μάλλον εργάτης στο νεκροταφείο. Είχα καταφέρει να τον τρομάξω περισσότερο από ότι αυτός εμένα.
Οι λυγμοί του είχαν κοπάσει, με φωνή που έτρεμε μου είπε:
-Σε είδα με το μαύρο φουστάνι και τα μαλλιά σου να ανεμίζουν και μπερδεύτηκα. Τι θέλεις τέτοια ώρα εδώ;
Αυτό το είπε σαν να με κατηγορούσε που τον τρόμαξα.
-Και εσύ με τρόμαξες. Το καντήλι στο τάφο του πατέρα μου ήρθα να ανάψω. Εσύ τι κάνεις εδώ;
-Εργάτης στο Δήμο. Στα καντήλια. Δείξε μου που είναι ο πατέρας σου και θα πηγαίνω.

Με βοήθησε να ανάψω το καντήλι και προχωρούσαμε αμίλητοι προς την έξοδο. Το καφενείο του νεκροταφείου φωτισμένο, είχε ανοίξει.
-Πάμε να πιούμε ένα καφέ. Μετά τέτοια λαχτάρα μας χρειάζεται.
Κούνησε το κεφάλι και μπήκαμε μέσα. Καθίσαμε σε ένα τραπέζι κοντά στη πόρτα για να καπνίζουμε. Στην αρχή δεν μιλάγαμε, υπήρχε αυτή η αμηχανία των τελείως αγνώστων. Εκείνος άνοιξε την κουβέντα.
-Θα νομίζεις πως είμαι τρελός. Και με το δίκιο σου έτσι που έκανα. Για μια στιγμή νόμιζα πως ήσουν εκείνη. Πίστεψα πως το όνειρο μου ζωντάνευε. Σε είδα με τα μαλλιά σου να ανεμίζουν από τον αέρα με το μακρύ σου φόρεμα και λέω νάτη ήρθε να με βρει.
-Δεν καταλαβαίνω τι λες .
Θα ήταν ψέματα αν δεν παραδεχόμουν ότι μου φαινόταν περίεργος. Φευγάτος. Και άρχισε να μου λέει την ιστορία του. Τον άφησα να μιλάει χωρίς να τον διακόψω. Είχα μείνει άφωνη με αυτά που άκουγα.

Κοίταξα το ρολόι μου, έπρεπε στις οκτώ να είμαι στη δουλειά. Σαν να το κατάλαβε σηκώθηκε.
-Εντάξει, καλά είμαι, είπε χωρίς να τον ρωτήσω. Αλλά να σήμερα με σένα μπερδεύτηκα.

Δεν πρόλαβα να πω τίποτα και είχε φτάσει στην έξοδο. Από τις σκέψεις μου με έβγαλε ο σερβιτόρος που ήρθε να πληρώσω.
-Σας ζάλισε ο Γιάννης με τις τρέλες του; Άκακος είναι ο φουκαράς. Ξέρετε για ποια λέει; Για την κοιμωμένη του Χαλεπά. Τι να πεις; Κρίμα το παλικάρι.

Δεν ξαναπήγα νύχτα στο νεκροταφείο. Όποτε πήγαινα το καντήλι στο τάφο του πατέρα μου ήταν αναμμένο.

Όλγα Σωτηρακοπούλου