Είχα ένα μαύρο κουτί και μέσα φύλαγα για χρόνια λίγη ανασφάλεια, πολύ εγωισμό και κάθε είδους κριτική. Πέρασα χρόνια μιλώντας για τις μεμπτές ζωές των υπολοίπων, λες κι εγώ είχα ζωή (ξέρεις πραγματική ζωή). Φυλακισμένη στα δαιμόνια του μυαλού μου δεν κατάλαβα ποτέ ποιο ήταν το λάθος, αλλά με τον καιρό κατάλαβα πως κάτι μου έλειπε πραγματικά. Ήθελα έναν άνθρωπο να με πιάσει σφιχτά από το χέρι, να νιώσω μετά από καιρό μια τόση δα ζεστασιά που να μου θύμιζε πως δεν έμεινα τελείως μόνη, πως ακόμα είχα οξυγόνο στα πνευμόνια μου. Γύρισα το κεφάλι μου αριστερά κι έπειτα δεξιά και είδα ψυχρά πρόσωπα με παγωμένα χαμόγελα, μάτια κενά και κορμιά στημένα, σχεδόν αψεγάδιαστα. Όλοι χαμογελούσαν κενά σε όλους και όλοι άρεσαν σε όλους. Όλοι έλεγαν πως είχαν φίλους, πολλούς φίλους, χέρια και μυαλά να στηριχθούν στα δύσκολα. Το πίστευα, πραγματικά, σκέφτηκα κάποτε σαν και αυτούς και ένιωσα για λίγο γεμάτη μέσα μου, πλήρης.

Μα μόλις χρειάστηκα κι εγώ ένα χέρι να με στηρίξει, όταν συνάντησα δρόμο ανηφορικό, όλοι έμοιαζαν τόσο κοντά και βρίσκονταν τόσο μακριά. Άπλωνα το χέρι μου στον έναν και δεν τον έφτανα ποτέ. Άπλωνα το χέρι μου στον άλλο, αλλά ήταν κι εκείνος μακριά. Άγγιξα από εδώ, έσπρωξα από εκεί, φώναξα δυνατά, έκλαψα ακόμα πιο δυνατά, μα δε με άκουγε κανείς, ούτε καν εγώ δε με άκουγα. Είχα δύο σημαδεμένους και κατακόκκινους καρπούς στα χέρια, που κάθε μέρα μου θύμιζαν πως δεν μπορώ να φύγω ούτε στιγμή.

Μια αντανάκλαση μου μαρτύρησε πως ήμουν σαν αυτούς, χαμογελαστή, στημένη και τους άρεσα και μου άρεσαν κι εκείνοι. Έσβησα την οθόνη, ένιωσα τα δάκρυα στα μάγουλα μου καυτά και άκουσα ξανά τη φωνή μου. Είδα γύρω μου κόσμο και κοσμάκη, μα όλοι μπροστά σε μια οθόνη. Έμεινα να τους κοιτάζω όλη μέρα. Ένας ένας έκλειναν την μια οθόνη μετά την άλλη. Στο τέλος της ημέρας είχαν όλοι φορέσει ξανά τη λύπη και τα ψεγάδια τους.

Αναρωτήθηκα αν θα ήθελα να συνεχίσω έτσι, με αυτούς, σαν κι αυτούς. Εκείνο το βράδυ έτρεξα ολόκληρη τη γη και τον ουρανό, μα το επόμενο πρωί ήμουν πάλι αλυσοδεμένη, κλαίγοντας ξανά. Έχασα μια ζωή να αναρωτιέμαι πώς θα ελευθερωθώ και μέσα σε ένα βράδυ απέδειξα πως δεν κατάλαβα ποτέ πώς να είμαι ελεύθερη. Νόμιζα πάντα πως το πρόβλημα ήταν εκείνες οι αλυσίδες, που χρόνια ολόκληρα κατηγορούσα πως φταίνε για το πόσο πίσω έμεινα. Έφταιγε πάντα κάποιος άλλος, κάτι πάντα με κράταγε πίσω, αλλά ποτέ δεν κατηγόρησα εμένα…για εμένα.

Και τώρα, όλο απογοήτευση, γέρνω το κεφάλι, λες κι αν κλάψω για ακόμη μια φορά, κάτι θα αλλάξει. Δεν κατάλαβα ποτέ όμως πως το πρόβλημα δεν ήταν «οι άλλοι”, «οι χειρότεροι”, «οι λιγότεροι”. Τόσα βράδια με μυαλό φυλακισμένο και ακόμα δεν είχε βγάλει φτερά, για να πετάξει. Έφυγα από εκείνους και δεν επέστρεψα ξανά. Ένα βράδυ μονάχα, γύρισα και κοίταξα κρυφά από το παράθυρο, μήπως κάτι είχε αλλάξει. Τίποτα απολύτως. Είπα θα ζήσω ελεύθερη και ζω, ξανά, μετά από καιρό. Νιώθω πλέον κάθε άγγιγμα και κάθε χαμόγελο, βλέπω ανθρώπους τσαλακωμένους, μα ζωντανούς, «λίγους, αλλά καλούς”.

Η ζωή (ξέρεις η πραγματική) είναι ωραία τελικά.

 

Κυριακή Χατζηκαντή