Στρογγυλό, κάνει κύκλο. Όπως ίσως η ζωή μας. Ανεπιθύμητο ακόμα και σαν αριθμός. Δεν προηγείται ποτέ, το έχουμε καταργήσει. Δεν λέμε ποτέ «μηδέν ένα», λέμε «ένα» σκέτο. Ακολουθεί, είναι από πίσω στην σκιά και δίνει αξία. Και όσο πιο πολλά τόσο καλύτερα, αλλά ποτέ μπροστά, μόνο πίσω.

Έτσι νιώθεις, απλά σαν μηδέν στρογγυλό που κυλάει. Και που δεν είναι στρογγυλό αλλά οβάλ, αλλά και πάλι κυλάει. Που δεν δένει με άλλον αριθμό να κάτσει εκεί που θέλει αυτό, αριστερά, μόνο με κόμμα στη μέση. Με διαχωριστικό που δηλώνει και πάλι μικρή αξία, σε υποτιμάει να είσαι δεξιά του, να είσαι δίπλα του.

Έτσι νιώθεις, δεν προσφέρεις τίποτα πια, είσαι μηδενικό. Δεν κάνεις αυτά που πρέπει, δηλαδή θαύματα, και κρίνεσαι και το βλέπεις και μόνος σου πια πως είσαι μηδενικό. Σκέτο, όχι ένα μηδενικό γιατί το ένα κι ένα μηδενικό ίσως να είναι το δεκάρι το καλό. Το καλό χαρτί, που το θέμα δεν είναι να έχεις ένα καλό χαρτί, αλλά να παίζεις καλά ένα καλό χαρτί λένε. Αλλά τα είπαμε, εσύ ούτε για χαρτί δεν κάνεις, είσαι μηδενικό. Και ας λες «Μα έκανα τόσα και προσπαθώ να κάνω άλλα τόσα». Ισολογισμός. Απεικόνιση της στιγμής. Τι είσαι τώρα; Μηδέν. Άρα φύγε, άντε γεια! Είσαι μηδέν.

Έτσι νιώθεις. Και ξέρεις πως και γι’ αυτό θα κριθείς. Θα σου πουν πάλι κλαίγεσαι και πάλι το παίζεις αδικημένος. Κανείς δεν σ’ αδικεί όταν είσαι το μηδέν. Τσούλα λίγο παραπέρα, άντε πιο ‘κεί! Φύγε! Μάζευτα, κύλα το μηδέν σου πιο πέρα! Και πας.

Και κάπου πας να θυμηθείς ότι ίσως θα ήθελες να είναι χειμώνας κι εσύ να είσαι σαν τον Humphrey Bogart σε ασπρόμαυρη ταινία, να πίνεις ουίσκι με πάγο, πίσω να παίζει πιάνο και να φεύγεις με στυλ. Αλλά πόσο στυλ να έχεις εσύ που είσαι το μηδενικό;

Έτσι νιώθεις και θες να πας για ύπνο. Έτσι και αλλιώς και ξύπνιος, προσφέρεις κάτι; Τα είπαμε αυτά. Όχι, γιατί πολύ απλά δεν έχεις αξία καλέ μου.

Και κάπου κάπου θυμάσαι και αναρωτιέσαι μήπως δεν είσαι εσύ. Αλλά εσύ είσαι, στο θυμίζουν οι γύρω σου συνέχεια. Γιατί άλλωστε να σου πουν ψέματα; Και σηκώνεσαι και τσουλάς και πας ξανά εκεί που σε διώχνουν για να χρεωθείς τα άσχημα, για να μοιράσεις τα καλά, για να ακούς στωικά για αυτούς που δεν ήταν ποτέ τους μηδέν. Συνέχεια, ακατάπαυστα. Και ακούς και κάνεις υπομονή και πάλι πας για ύπνο. Και ξυπνάς. Και αποφεύγεις τον καθρέπτη γιατί αυτό που βλέπεις δεν είσαι εσύ, δεν θες να είσαι εσύ. Και τσουλάς πάλι πιο πέρα, και πιο πέρα, και πιο πέρα… Και ψάχνεις να βρεις μια πέτρα να χτυπήσεις να δείχνεις σαν οκτώ, ή να κοπείς και να γίνεις έξι ή εννιά.

Και κάπου κάπου θυμάσαι, πως το μηδέν είναι στρογγυλό, αλλά δεν είναι σωστό στρογγυλό, είναι οβάλ. Ούτε αυτό σωστά ρε μαλάκα; Ούτε αυτό; Στρογγυλό είναι το τιμόνι, αυτό που τότε που δεν ήσουν μηδέν το κράταγες ωραία, τώρα ούτε αυτό! Μαλάκα, μας φοβίζεις, αγαμήσου, ψόφα! Στρογγυλή είναι και η πίτσα, όλο τέτοια θες να τρως, γιατί έχεις σχέδιο υποχθόνιο, να παχύνεις όλο τον κόσμο να είναι σκατά από ψυχολογία να καμαρώνεις εσύ και να λες «Κοίτα τι ωραίο μηδέν είμαι εγώ!». Έτσι είναι μαλάκα και ας μην το ξέρεις, αυτό θες. Και ας μην το ξέρεις, και ας μην το θες, αφού έχεις σχέδιο, μαλάκα! Εσύ, ναι εσύ!

Και τελειώνει το διάλειμμα και πάλι σε φωνάζουν μέσα και τσουλάς πάλι τον κύκλο σου. Και αύριο ίσως και πάλι να είσαι εκεί, γιατί είσαι μηδενικό και δεν έχεις δύναμη να πας να βρεις με φόρα πάνω στην πέτρα και να γίνεις οκτώ. Και το ένα σε πήρε χαμπάρι πως είσαι μηδέν και σου είπε «Φύγε!» κι έμεινε ένα αυτή και μηδέν εσύ…

Άντε γεια λοιπόν!

 

Γ.Α.