Βρέθηκαν μετά από καιρό στο ίδιο αμάξι. Οδηγός και συνοδηγός. Όλες οι συγκυρίες με το μέρος τους για να μπορέσουν να μείνουν λίγο μόνοι. Ίσως είναι το μοναδικό τους «μαζί». Εκείνη η μία ώρα διαδρομής.

Τα χυτά μαλλιά της αφέθηκαν ελεύθερα και τύλιξαν απαλά τους ώμους της. Τα μάτια της στολίστηκαν με γυαλιά και το πρόσωπο της έλαμπε απ’ το χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που έχει μόνο για εκείνον. Ήταν σίγουρο πως δεν του πέρασε απαρατήρητο αυτό το χαμόγελο. Η λοξή κι αστραπιαία ματιά του τη σκάναρε απ’ την κορυφή ως τα νύχια. Ήταν η αγαπημένη του ιεροτελεστία κι εκείνη το ήξερε.

Δε μιλούσαν. Η αμηχανία τους κατάπινε και κανένας δεν έκανε καμία κίνηση να τη διώξει μακριά. Η ασπίδα τους. Η έλξη περιπλανιόταν στον αέρα και τους τρόμαζε. Έρμαια των παθών!

Το κόκκινο φως απ’ το φανάρι έλουζε το ήσυχο εσωτερικό. Αντανακλούσε στο δέρμα και βουτούσε στα μάτια τους. Δεν ακουγόταν τίποτα πέρα απ’ το ραδιόφωνο. Σκόρπιοι στίχοι μιλούσαν για εκείνους. Ξαφνικά, άφησε το τιμόνι και πέρασε το δεξί του χέρι στα μαλλιά της. Ανατρίχιασε ολόκληρη! Έκλεισε τα μάτια της κι αφέθηκε στο άγγιγμα. Άρχισε να τη χαϊδεύει, έχοντας καρφωμένα τα μάτια του στο δρόμο. Δεν ήθελε να την κοιτάξει. Αυτός ο ηλεκτρισμός που διαπερνούσε το χέρι του καθώς την άγγιζε ήταν το εισιτήριό του στην κόλαση. Αν την κοιτούσε, θα λύγιζε…

Ένα βλέμμα της έφτανε να ξεπεράσει τα όρια και να τον τραβήξει μαζί της.

Δεν έπρεπε. Δεν ήταν μόνος. Η γυναίκα που τον περίμενε στο σπίτι, πολύ πιθανόν, θ’ αναζητούσε αυτό το άγγιγμα. Αυτό το βλέμμα. Δε θα της τα έδινε… Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που μοίραζε απλόχερα έρωτα. Η ρουτίνα είχε θρονιάσει για τα καλά ανάμεσά τους. Η οικειότητα κι η συνήθεια είχαν βάλει το χέρι τους. Πάει ο ερωτισμός, πάει το πάθος. Δε ζούσε ο ένας για τον άλλον, όπως στις αρχές. Τώρα απλά ζούσαν μαζί! Σε μια σχέση που έφθινε και τους κατέστρεφε.

Ενώ αυτή εδώ, η γυναίκα διπλά του, είναι φωτιά που τον καίει. Αργά, σταδιακά και βασανιστικά. Είχε σαρώσει τη ζωή του σαν χείμαρρος κι είχε δώσει το πράσινο φως στις μεγαλύτερες φαντασιώσεις του.

Πόσο θα ήθελε να μπλέξει τα χέρια του στα μαλλιά της και να την τραβήξει κοντά του. Να νιώσει την ανάσα της στο λαιμό του και την ώρα που θα δάγκωνε τα χείλη της, να ψιθύριζε το όνομά του. Πόσο λαχταρούσε ν’ αφεθεί στα χέρια της. Στην αγκαλιά της. Πόσο θέλει να είναι μόνο δικιά του. Κανένας να μην την αγγίζει όπως εκείνος. Κανένας να μη τη φιλάει, να μη τη δαγκώνει… Κανένας άλλος μην την κάνει να χαμογελάει ή να λιώνει στα χέρια του. Την θέλει μόνο για εκείνον, αλλά είναι άδικο.

Εκείνη δε θα τον έχει ποτέ δικό της. Δε θα είναι η μόνη που θα τον αγγίζει. Που θα τον φιλάει. Δε θα είναι ποτέ δίπλα της όταν ξυπνάει. Δε θα δει ποτέ το σπίτι του. Δε θα είναι η δικιά της μυρωδιά όλη μέρα επάνω του. Δε θα είναι η μοναδική που θα τον κάνει να γελάει. Δε θα μπορέσει ποτέ να τυλιχτεί στην αγκαλιά του και να μείνει εκεί κλεισμένη για ώρες.

Πήρε το χέρι του απ’ τα μαλλιά της κι έστριψε τσιγάρο. Το βλέμμα της τον έσκισε σαν λεπίδα. Δε μπορούσε να της πουλήσει έρωτες της μιας βραδιάς. Δεν ήθελε να τη ξεγελάσει με μερικά κρεβάτια. Δεν της άξιζε και δε θα το επιδίωκε.

Ήθελε μαζί της να μοιραστούν εμπειρίες που κανείς τους δεν είχε βιώσει. Ήθελε μες στην αγκαλιά της να νιώσει παλικαράκι ξανά κι εκείνη στα χέρια του να γίνει η γυναίκα που ονειρεύεται. Αυτό όμως δε θα συμβεί… Και το ξέρουν κι οι δυο…

Γύρισε και της χαμογέλασε. Έπιασε το χέρι της και το έκλεισε στο δικό του. Μπορεί να μην έχουν το «για πάντα» τους, όμως το «μαζί» τους θα το εκμεταλλευτούν στο έπακρο.

«Είσαι καλά;», τον ρώτησε.
«Τώρα είμαι!», είπε και συνέχισαν την πορεία τους.