18 μεγάλα πλακάκια η πάνω-πάνω σειρά επί 4 σειρές μας κάνουν… 72 μεγάλα πλακάκια. Και 3 πλακάκια που ξεφεύγουν των σειρών, μας κάνουν… 75 πλακάκια. 75 μεγάλα κρεμ πλακάκια.
75 μεγάλα βήματα. Το πέλμα ν΄ ακουμπάει στο κέντρο. Κάθε φορά. Με ακρίβεια. 75 ονόματα. 75 διαφορετικές σκέψεις. 75 βρισιές. 75 κλάματα. 75 «δεν μπορώ» και 75 «γιατί».
Έτσι είναι. Όλα στη ζωή είναι αριθμοί, μου είπε κάποτε κάποιος, κι εγώ δεν ήμουν ποτέ καλή στα μαθηματικά. Εδώ ούτε ένα εμβαδόν δεν είμαι ικανή να υπολογίσω σωστά!
Αριθμομνήμων όμως είμαι. Πώς αλλιώς θα θυμόμουν ότι τα πλακάκια στην επάνω σειρά είναι 18 και τ’ άλλα στο πλάι 3, έξι χρόνια μετά!
Όταν πρωτοβγήκα σε εκείνο το μπαλκόνι, ήμουν μόνη. Εγώ, ένα ποτήρι λευκό κρασί κι ένα ζευγάρι ακουστικά. Ούτε τραπέζια, ούτε καρέκλες. Ούτε καν φως. Ένα μικρό πορτατίφ απ’ τη σοφίτα, έλουζε το χώρο μ’ ένα ζεστό φως και τίποτα άλλο. Σκοτάδι. Η μόνη παρηγοριά τα φώτα των δρόμων και το φως του φεγγαριού. Πάντα έλουζε με φως το φεγγάρι εκείνο το μπαλκόνι.
Η ρομαντική κι αδύναμη ψυχή μου (εκείνα τα χρόνια) γαλήνευε σε εκείνο το μπαλκόνι.
75 μεγάλα κρεμ πλακάκια. Αυτά τα πλακάκια, δεν ξέρω πόσες φορές έχουν γίνει μούσκεμα. Πόσες φορές τα έχω περιλούσει με κρύο νερό. Ή πόσες φορές έχουν απορροφήσει τα δάκρυά μου. Θαρρώ πως σε κάθε λάθος μου, έριχνα κι έναν κουβά (νερό!). Αν σκεφτεί κανείς πόσα λάθη έχω κάνει, μπορεί μ’ έναν πρόχειρο υπολογισμό να υπολογίσει τα γαλόνια νερού που χύθηκαν. Στα δάκρυα δε χωρούν υπολογισμοί. Ξέρω εγώ κι εκείνα τα πλακάκια. Ό,τι συνέβη σ’ εκείνο το μπαλκόνι, έμεινε εκεί…
Η ψυχοθεραπεία μου. Εγώ, αυτά τα 75 μεγάλα κρεμ πλακάκια κι αρκετά παγωμένο νερό.
Χειμώνα, καλοκαίρι, η ίδια ιεροτελεστία. Στα μεγάλα ζόρια ή στις μεγάλες στεναχώριες, πάντα βοηθούσε ένας κουβάς παγωμένο νερό. Άφηνα τη βρύση ανοιχτή μέχρι να γεμίσει ο κουβάς. Τα γυμνά μου πόδια ακουμπούσαν το κρύο πλακάκι και περίμενα υπομονετικά, να ξεχειλίσει αυτός ο κόκκινος κουβάς. Όση ώρα γέμιζε, σκεφτόμουν τα πάντα. Τα λάθη μου, τα σωστά μου, τις συγγνώμες και τα ευχαριστώ που δεν είπα, τα σ’ αγαπώ που δεν ξεστόμισα. Τις λάθος επιλογές μου. Όσα έδωσα. Όσα δεν πήρα. Όσα πέρασα και δε μου άξιζαν. Όσα έπρεπε να περάσω…
Σκεφτόμουν όσους έφυγαν οικειοθελώς. Όσους έφυγαν για πάντα. Όσους ήρθαν για να μείνουν κι όσους για ν΄ αρπάξουν ό,τι μπορούν και να την κάνουν. Τα όνειρα που έκανα στην άκρη. Τις επιθυμίες μου που με τρέλαιναν. Τα λόγια του μπαμπά και της μαμάς… Το παρελθόν που με κυνηγούσε, το παρόν που δε ζούσα και το μέλλον που έτρεμα…
Όλα αυτά μαζί. Με διαφορετική σειρά και σε κάθε περίσταση, κάτι υπερίσχυε.
Λογαριαζόμουν μαζί τους εκεί. Στα 75 μεγάλα μπεζ πλακάκια.
Μόλις ξεχείλιζε ο κόκκινος κουβάς, τον έπιανα με τα δυο μου χέρια και ξεκινούσα να ρίχνω αργά και σταθερά. Πρώτα στα πόδια μου και μετά στα πλακάκια. Όπως έρρεε το νερό, έρρεαν κι οι σκέψεις μου. Η αίσθηση του πάγου σταματούσε καθετί να κυλάει μέσα μου. Για μερικά δευτερόλεπτα ένιωθα πως σταματούσε κι η καρδιά μου. Με το κρύο μουδιάζεις κι αυτό το μούδιασμα, με την πάροδο του χρόνου, αποδείχθηκε σωτήριο.
Με κάθε σκούπισμα του νερού, έδιωχνα όλα τα ασήμαντα. Αποφορτιζόμουν. Σε κάθε πλακάκι άφηνα κι ένα βάρος να φύγει. Μέχρι να στεγνώσει, παρατηρούσα το νερό κι ένιωθα λες κι είχα βρει τη λύση για τα πάντα.
Ώρες ατελείωτες πέρασα σε εκείνο το μπαλκόνι.
Ώρες βρεγμένες και παγωμένες.
Εγώ, ο κόκκινος κουβάς και τα 75 μεγάλα μπεζ πλακάκια.
Τώρα εκείνο το μπαλκόνι δεν υπάρχει πια. Το καινούργιο έχει μωσαϊκό κι αδυνατώ να υπολογίσω το εμβαδόν. Δεν έχουμε πλακάκια. Έχουμε όμως κουβά. Κόκκινο. Έχουμε νερό. Παγωμένο. Και γυμνά πόδια.
Προβλήματα πάντα θα υπάρχουν. Γι’ αυτό έχουμε και τις συνήθειες μας να τα λύνουμε.
Τι κι αν είναι χειμώνας, τι κι αν είναι καλοκαίρι.
Τώρα πια ξέρω πως όσα χρόνια κι αν περάσουν, τα μπαλκόνια θα είναι το ησυχαστήριό μου.
Γιατί τα μπαλκόνια ξέρουν…