Είμαι στο κρεβάτι και προσπαθώ μάταια να χαλαρώσω από μια απεριόριστα δύσκολη μέρα. Τα δύο μου μικρά είναι σαν δορυφόροι γύρω μου και χοροπηδούν λες και πρωταγωνιστούν σε διαφήμιση πολυβιταμίνης. Μετράω πάνω από πέντε «μαμάαααα» το λεπτό, ενώ έχω δοκιμάσει κάθε τρόπο για να διεκδικήσω λίγη ησυχία έστω για λίγα μόνο λεπτά. Μέχρι και παγωτό έταξα Μάρτη μήνα, αλλά μάταια. Ψιθύρισαν δύο τρεις κουβέντες και μετά συνέχισαν τις ερωτήσεις και το χοροπηδητό.
«Μαμά; Γιατί ο σκύλος περπατάει με τα τέσσερα πόδια και όχι κι εμείς»
«Μαμά; Γιατί γεννήθηκες κορίτσι;»
«Μαμά; Πως γίνονται οι ντομάτες;»
«Μαμά; Γιατί οι κλέφτες είναι κακοί;»

Κι εγώ προσπαθώ να απαντάω, αλλά δεν τα καταφέρνω πάντα και καταλήγω αρκετές φορές, να απαντάω για το γνωστό γατί, που έχει το «θεματάκι» με το έντερο. Τι να τις κάνεις καημένη τις αναπνοές που μάθαινες τόσα χρόνια, όταν έλιωνες στη γιόγκα; Τι να τα κάνεις όλα αυτά που έχεις κατά καιρούς διαβάσει; Τι να τις κάνεις όλες αυτές τις συμβουλές που καταλήγουν στην ίδια λεξούλα; «ΥΠΟΜΟΝΗ! Θα μεγαλώσουν!» Κι εσύ σκέφτεσαι, «γκρρρρρρρρ ΠΟΤΕΕΕΕ;»

Ας πρόσεχες όμως γλυκούλα μου τι ευχόσουν, όταν διαβάζοντας αντίστοιχα κείμενα με αυτό που γράφεις τώρα, τα έβρισκες χαριτωμένα και πετάριζε η καρδιά παρέα το μάτι κι έλεγες, «Ναι!!! Ένα ΤΕΤΟΙΟ θέλω! Ίδιο!» Παρ’το λοιπόν και πάρ’τα και γενικά και ότι θέλει ας σκεφτεί κανείς ότι εννοώ! Το σύμπαν σε ακούει να ξέρεις και σου δίνει ότι κι αν του ευχηθείς, αρκεί να το ευχηθείς με όλη σου τη δύναμη. Εντάξει;

Θυμήσου το αυτό την επόμενη που θα πεταρίσει η καρδούλα σου λοιπόν! Θυμήσου το και σκέψου και μια δεύτερη φορά, ώστε να ευχηθείς πιο στοχευμένα! «Ένα τέτοιο, ίδιο, αλλά έστω για μισή ώρα την ημέρα να μένει ήρεμο!», κατάλαβες τι εννοώ;

Που είχαμε μείνει όμως; Α στο κρεβάτι! Αφού λοιπόν τα είδα όλα και απλά κατάφερα να ηρεμήσω τους παλμούς μου που με τρέλαιναν, αποφάσισα να σηκωθώ και να συρθώ προς τα κάτω. Ένα γεμάτο απόγευμα με περίμενε, με μαγείρεμα, πλύσιμο, μάζεμα, παιχνίδι, τραγούδι «γιούπι για για» και τέτοια, που κάνουν όλες του κόσμου οι μαμούλες. (Ζήτωωωωω! Μαζί με λίγο κλάμα!) Βάζουμε μουσική για να σπάσει λίγο η ησυχία του σπιτιού. Χοροπηδάμε, ρίχνουμε έναν χορό, δύο γαργαλητά και ξεκινάω το μάζεμα.

Σε λίγη ώρα έχω πιάσει τα πιάτα για πλύσιμο (πφφφφ), όταν έρχονται οι μικροί μου δορυφόροι στην κουζίνα γελώντας.
«Πάμε πάνω να αφήσουμε το μπαλόνι». Κρατούν μια χαζοχαρούμενη minnie mouse σε μπαλόνι φουσκωμένο με ήλιον.
«Γιατί να το αφήσετε σήμερα; Μόλις εχθές το πήρατε». Πράγματι την προηγούμενη είχαν πιάσει πάλι τη θεία μου κορόιδο στην παραλία και της το πούλησαν με 5 ολόκληρα ευρώ! «Δεν το αλλάζω όμως αυτό το γέλιο της ρε Αύρα!», μου λέει κάθε φορά που της υπενθυμίζω ότι την έπιασαν Κώτσο και ότι δεν έπρεπε να δώσει πάνω από 3! Ενυγουέη που λέμε και το χωριό μου, αποφάσισαν να αφήσουν το μπαλόνι.

Η ιστορία έχει ως εξής λοιπόν. Κάθε φορά που παίρνουμε ένα μπαλόνι ηλίου, μετά από μερικές μέρες το «ελευθερώνουμε». Και κάπως έτσι δεν στενοχωριόμαστε επειδή χαλάει και λέμε ότι το στέλνουμε στον ουρανό που είναι ο παππούς και η γιαγιά, μαζί με τα φιλιά και τις σκέψεις μας. (Αυτό το τελευταίο δεν είναι δική μου επινόηση κι εγώ από κάπου την ξεπατίκωσα και την χρησιμοποιώ).

Τα ακολουθώ στη σκάλα, ενώ τα κοιτάζω να γελούν με την χαζοχαρούμενη minnie. Το μπαλόνι είναι ακόμη τόσο καινούργιο, πόσο κρίμα!
«Βρε αγάπες μου, δεν είναι κρίμα να το αφήσετε να φύγει; Είναι πολύ καινούργιο ακόμη. Μπορείτε να παίξετε περισσότερες μέρες μαζί του, μωρά μου…»
Τα είδα να το σκέφτονται για λίγο. Ο γιος μου σούφρωσε και τα χείλη του, ένδειξη ότι σκέφτεται. (Από εμένα το έχει πάρει αυτό, ο γλυκός μου!)

«Λε μαμά! Αφού άμα ξεφουσκώσει δεν πάει ποτέ στον ουλανό! Τώλα θα πάει γλήγολα!». Τα κοίταξα λίγο σαν ούφο. Περίμεναν την σύμφωνη γνώμη μου για την τελική απελευθέρωση, όταν πήγα ανάμεσα τους και γονάτισα στο πλάι.

Η Μαρίνα άνοιξε το χεράκι της και η minnie ξεκίνησε μια ψιλοζαλισμένη πορεία.
Σιωπή…

Η χαζοχαρούμενη minnie είχε πάρει τον «ουρανό» της και η αλήθεια είναι ότι μετά την πρώτη ζάλη τα πήγε περίφημα. Πράγματι με εξαιρετική ταχύτητα! Την κοιτούσαμε οι τρεις μας μέχρι που έγινε κουκιδίτσα στον ορίζοντα και χάθηκε στον πορτοκαλί ουρανό, που έπαιρνε να φοράει τα βραδινά του χρώματα. Τα παιδιά συνέχισαν χοροπηδώντας…

Εγώ πάλι σκεφτόμουν τη minnie να φεύγει φουσκωτή φουσκωτή, ψιλοζαλισμένη και χαζοχαρούμενη, από το χεράκι της Μαρίνας μου. Με εξαιρετική ταχύτητα… Πια, τόσο χαρούμενη, που ξαφνικά λες και εξαφανίστηκε από πάνω της κάθε τι «χαζό».

Αυτό πρέπει να σκόρπισε πίσω στο φευγιό της. Άλλωστε καμία χαζομάρα δεν κατάφερε ποτέ της να πετάξει…
Και αναλογίζομαι…
Μήπως τελικά δεν είναι και πολύ σωστό, να περιμένουμε να ξεφουσκώσει τελείως κάτι για να το αφήσουμε να φύγει;

Πόσα ξέρουν αυτά τα παιδιά αλήθεια!

 

Avra Foukou