Η Ζωή πλησίασε αργά, πατώντας στις μύτες των ποδιών της. Πέρασε αθόρυβα από την μεγάλη αίθουσα και με γρήγορα βήματα έφτασε στο υπνοδωμάτιο. Κατέβασε το κάδρο από τον τοίχο και για μια στιγμή κόλλησε. Αν ο κωδικός του χρηματοκιβωτίου ήταν λάθος; Όχι ήταν σωστός είπε στον εαυτό της. Έβαλε τον κωδικό και η μεταλλική πόρτα άνοιξε. Ανάμεσα στα μετρητά και στα κοσμήματα βρήκε αυτό που έψαχνε.

Εδώ είσαι, σκέφτηκε και πήρε στα χέρια της ένα μικρό κουτί. Το κράτησε σφιχτά και στη συνέχεια το έκρυψε στο στήθος της. Με μεγάλη ταχύτητα έκλεισε ξανά το χρηματοκιβώτιο και πήρε τον δρόμο για την έξοδο.

Λίγες μέρες μετά η Ζωή καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας κοιτούσε το κουτί. Δεν την παραξένεψε που δεν είχε διαβάσει τίποτα στις ειδήσεις. Ναι καμία κλοπή δεν είχε αναφερθεί. Σκέφτηκε πως δεν είχε φερθεί έξυπνα. Έπρεπε να κρύψει το κουτί αλλού. Με μια γρήγορη κίνηση έχωσε το κουτί στο βάζο με τα κουλουράκια. Όχι πως ήταν έξυπνο αυτό. Απλά ένιωθε πως της έκαιγε τα μάτια. Πήρε βαθιά ανάσα και ετοιμάστηκε για τη δουλειά.

Εκείνος στεκόταν όρθιος μπροστά από το γραφείο του και κοιτούσε την πόλη. Ντυμένος με το ακριβό κουστούμι του, είχε βλέμμα σκοτεινό αλλά δεν άφηνε την οργή του να φανεί. Κανείς δεν κλέβει από μένα, σκέφτηκε και ένα επικίνδυνο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.

Η Ζωή καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Στην δουλειά δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Και τα πιτσιρίκια στο σταθμό έκαναν το έργο της πιο δύσκολο. Πως της ήρθε όλο αυτό; Δασκάλα ήταν, όχι κατάσκοπος. Την έκοψε κρύος ιδρώτας και ένας φόβος κατέκλυσε το κορμί της. Έπρεπε να ξεφορτωθεί το κουτί άμεσα.

Εκείνος καθόταν στο κέντρο του μικρού της διαμερίσματος. Μνήμες ξύπνησαν μέσα του. Είχε περάσει αρκετές στιγμές πάθους εδώ στο παρελθόν. «Ανόητη Ζωή» σκέφτηκε. Άκουσε το κλειδί να γυρνάει και την είδε να μπαίνει στο σπίτι. Εκείνη πάγωσε μόλις τον είδε και έκανε ένα βήμα πίσω. Πέρασε ένα λεπτό, πέντε, δέκα, μια στιγμή, ένας αιώνας; Ο χρόνος σταμάτησε μέσα της. Την κοιτούσε με μάτια που πετούσαν φλόγες.

«Κάθισε Ζωή» της είπε ήρεμα και της έδειξε τον καναπέ. Με ασταθή βήματα εκείνη έκλεισε την πόρτα και πλησίασε. Είχε ξεχάσει πόσο ψηλός ήταν. Κάθισε στον καναπέ και αμέσως μνήμες ήρθαν στο μυαλό της. Εικόνες από το πρόσφατο παρελθόν όταν εκείνος με περισσή επιδεξιότητα την έκανε δική του ξανά και ξανά.

«Ποτέ δεν είχες κρασί της προκοπής εδώ μέσα» της είπε σιγανά. Εκείνη δεν απάντησε. «Με έχεις φέρει σε δύσκολη θέση Ζωή» της είπε και κάθισε δίπλα της, «κανείς δεν κλέβει από μένα», συνέχισε τονίζοντας τις λέξεις. Εκείνη ένιωθε τον λαιμό της ξερό και τα λόγια της να έχουν χαθεί.

«Το ξέρεις πως πρέπει να σε τιμωρήσω», της είπε και έβγαλε το σακάκι του. Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και περίμενε. Απότομα και βίαια σχεδόν την έπιασε από το πιγούνι κρατώντας δυνατά τα χέρια της. «Η τιμωρία σου θα είναι σκληρή, Ζωή». Την έσπρωξε στον καναπέ και της έσκισε το καλσόν. Άρχισε να χαϊδεύει άγρια το κορμί της και να φίλα τα στήθη της. Σοκαρισμένη εκείνη ένιωθε έρμαιο στα χέρια του. Με μια επιδέξια κίνηση έκανε στην άκρη το εσώρουχο της και με βία μπήκε μέσα της.

Μικρές κραυγές έβγαιναν από τα χείλη της καθώς εκείνος έκανε ολοένα και πιο βίαιες τις ωθήσεις του. Κραυγές ευχαρίστησης και ηδονής. Της είχε λείψει αυτή η αίσθηση. Ένιωσε ντροπή για μια στιγμή που άφηνε την σάρκα της να αντιδρά με τόση θέρμη. Αλλά γρήγορα την άφησε στην άκρη και αφέθηκε στις αισθήσεις της. Πέρασαν λεπτά ή ώρες; Για την Ζωή ο χρόνος έπαψε να υπάρχει.

Εκείνος σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Άκουσε το νερό να τρέχει και αδύναμα σηκώθηκε. Κοίταξε κρυφά από την ανοιχτή πόρτα. Γυμνός και υγρός στο μπάνιο της. Μια εικόνα που είχε λατρέψει στο παρελθόν. Παραδέχτηκε μέσα της πως τελικά της είχε λείψει. Άρπαξε μια κουβέρτα και κάλυψε το σώμα της. Αθόρυβα πήγε στην κουζίνα. Άνοιξε το βάζο με τα κουλουράκια. Η φωνή του επιβλητική της έκοψε το αίμα.

«Καθόλου έξυπνη κρυψώνα», της είπε. Γύρισε και τον είδε να στέκεται γυμνός, στην είσοδο της πόρτας με τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος. «Πες μου, γιατί Ζωή;» Εκείνη ξεροκατάπιε και έβγαλε το κουτάκι. Το άνοιξε και έβγαλε από μέσα ένα φλασάκι. Το κράτησε σφιχτά και ξαφνικά ένιωσε το θάρρος της να επιστρέφει. «Αυτό μου ανήκει» του είπε με θάρρος. Εκείνος ξαφνιάστηκε και ένα στραβό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του. «Μικρή μου Ζωή…» της είπε σιγανά «…πρέπει να το κερδίσεις».

Την κοίταξε σαν πάνθηρας έτοιμος να ορμήξει στο υποψήφιο θύμα του. Εκείνη πήρε θέση άμυνας. Εκείνος έτρεξε κατά πάνω της και εκείνη σπρώχνοντας το τραπέζι πάνω του άρπαξε το μαχαίρι της κουζίνας και το ύψωσε εναντίον του. Εκείνος γέλασε και άρπαξε τον καρπό της. Πήρε το μαχαίρι και το έβαλε στο λαιμό της. «Βλέπω το θέλεις άγρια, Ζωή!» της είπε. Την έσπρωξε στο νεροχύτη και μπήκε ξανά μέσα της με βία.

Ώρες μετά εκείνη ήταν ξαπλωμένη στην αγκαλιά του και εκείνος με κλειστά μάτια έπαιζε με τα μαλλιά της. «Το φλασάκι μου ανήκει» του είπε ήρεμα. «Το κέρδισες» απάντησε εκείνος, «δεν είχα σκοπό να δείξω ποτέ τις ερωτικές μας στιγμές Ζωή, ήταν για προσωπική χρήση» είπε γελώντας. Ανακούφιση πλημμύρισε το σώμα της αν και βαθιά μέσα της το ήξερε πως εκείνος ποτέ δεν θα έδειχνε στον τύπο τέτοιο υλικό. Τότε γιατί εκείνη είχε μπει σε όλη αυτή τη διαδικασία;

«Υποθέτω λοιπόν πως θέλεις να παίξεις ξανά;» ρώτησε εκείνος. Η Ζωή άγγιξε το στήθος του και τον φίλησε στα χείλη «Ναι θέλω να παίξω»
«Ας αρχίσει το παιχνίδι ξανά λοιπόν» είπε εκείνος και την φίλησε με πάθος.