Ο κόσμος λέει πως στη ζωή όλα ξεπερνιούνται, πως ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα αρκεί να τον αφήσεις να περάσει, λένε πως σβήνει τον πόνο και αφήνει πίσω του απλά ένα σημάδι για να σου θυμίζει την δυσκολία που έζησες κάποτε. Εγώ όμως δεν συμφωνώ. Σε κάθε κανόνα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, και μάλλον εγώ και κάποια μερίδα ανθρώπων ανήκουμε σε αυτές. Δεν μπορώ να χαρακτηρίσω δυσκολία όσα έζησα. Είναι τόσο λίγη και τόσο φτωχή αυτή η λέξη για την κατάσταση μου. Ούτε με γιάτρεψε κανένας χρόνος, αντιθέτως τον χρόνο τον μισώ. Γιατί κύλησε αργά για μένα, τόσο αργά που νόμιζα ότι το σύμπαν παίζει μαζί μου, πως με τιμωρεί για κάτι και με βασανίζει με το να επιβραδύνει τον χρόνο, αυτή την θεωρία είχα φτιάξει στο παιδικό μυαλό μου. Η ιστορία μου δεν είναι ευχάριστη, θα την χαρακτήριζα τραγωδία, αλλά θα σας την διηγηθώ και ας πονάει κάθε κύτταρο του σώματος μου.

1980: Η γέννηση μου σε ένα μικρό επαρχιακό χωριό, την μισώ αυτή τη χρονιά, γιατί τότε βγήκα από μέσα της. Με πόνο βγήκα, με πόνο συνέχισα.

1983: Οι πρώτες αναμνήσεις που θυμάμαι. Καλοκαίρι, ζέστη και μια περίεργη μυρωδιά που δεν μου άρεσε. Κοπριά. Ζούσα σε ένα μικρό παλιό σπίτι, με τα άλλα δυο αδέρφια μου. Εγώ όπως καταλάβαινα ήμουν η πιο μικρή, ήξερα πως κάτι δεν πήγαινε καλά γιατί η γυναίκα που φώναζα μαμά, ποτέ δεν με αγκάλιαζε όπως τα άλλα δυο μου αδέρφια. Δεν ήθελε να την λέω μαμά τότε δεν καταλάβαινα γιατί, οι λέξεις της με μπέρδευαν. ‘’Εσύ δεν είσαι παιδί μου, είσαι απλά μια τιμωρία που κουβαλούσα μέσα μου και παρακαλούσα να γεννηθείς χωρίς ανάσα, εγώ έχω δυο παιδιά’’ Απορούσα αφού είμαστε τρία γιατί λέει ότι έχει μόνο δύο;

1985: Πλέον καταλάβαινα πλήρως τι γινόταν. Και να μην ήθελα δεν μπορούσα. Καθημερινά δεχόμουν κάθε πιθανή τιμωρία από εκείνη. Με μισούσε. Πατέρα δεν είχα δει ποτέ, ήξερα απλά ότι έφυγε όταν έμαθε πως είναι έγκυος σε μένα, δεν άντεχε τρίτο παιδί. Για εκείνη ήμουν ο λόγος που χάλασε η οικογένεια της. Τα λόγια της αντηχούν στα αυτιά μου. ‘’Είσαι ένα καταραμένο ον που από την σπορά σου μέσα μου, έφερες την δυστυχία, θα μου το ξεπληρώνεις καθημερινά με όποιον τρόπο θέλω εγώ.’’ Ο τρόπος δεν ήταν ένας φυσικά αλλά πολλοί. Με κυριότερο το ξύλο. Την έτρεμα, όποτε με πλησίαζε έκανα προβλέψεις για το πόσο θα με δείρει αυτή την φορά και με ποια δικαιολογία, πάντα έβρισκε κάποια πρόχειρη.

1987: Ο χρόνος κυλούσε βασανιστικά αργά, τότε άρχισα το δημοτικό. Ζήλευα απερίγραπτα τις μανούλες που αγκάλιαζαν τα παιδάκια τους και τους έδιναν το κολατσιό τους κάθε μέρα στο προαύλιο. Η αρχή του σχολείου για μένα ήταν ίσως η πιο δύσκολη περίοδος. Γιατί εκείνη έβρισκε περισσότερες αφορμές για τιμωρία λόγω των μαθημάτων. Δεν ήμουν καλή σε κανένα μάθημα, ούτε στην ορθογραφία ούτε στα μαθηματικά ούτε πουθενά. Βρήκε λοιπόν εκείνη την φριχτή ιδέα. Για κάθε λάθος που θα έκανα θα έτρωγα και το αντίστοιχο ξύλο, το αρρωστημένο της παιχνίδι έγινε καθημερινότητα. Κάθε που γυρνούσα από το σχολείο η πρώτη της κίνηση ήταν να καταγράψει τα λάθη μου, αφού τα μετρούσε οι συνέπειες ξεκινούσαν. Είχε μεγάλη φαντασία, έβρισκε όλο και διαφορετικούς τρόπους να με δέρνει. Η ζώνη ήταν το αγαπημένο της. ‘’Έκανες 7 λάθη στην ορθογραφία, θα φας δέκα με την ζώνη’’ Την είχε πάντα πρόχειρη εκεί δίπλα από το τραπέζι της κουζίνας σαν μπιμπελό. Μου έβαζε τα χέρια σε μια καρέκλα και άρχιζε η τιμωρία. Η ζώνη χτυπούσε όπου εκείνη επέλεγε, πολλές φορές έκανε κοροϊδευτικά μίμηση του κλάματος μου καθώς χτυπούσε την ζώνη πάνω μου. Κάθε μέρα προσπαθούσα να μην κάνω ούτε ένα ορθογραφικό αλλά πάντα έκανα, πολλά χρόνια αργότερα έμαθα ότι είμαι δυσλεκτική.

1990: Ίσως η χειρότερη χρονιά. Τα αδέρφια μου δεν ζούσαν πια στο σπίτι, όχι φυσικά πως με προστάτεψε ποτέ κανένας τους. Και εγώ πήγαινα Τετάρτη Δημοτικού. Το σατανικό της παιχνίδι όχι μόνο συνεχιζόταν αλλά πέρα από το ξύλο βρήκε και άλλες τιμωρίες. Δεν με άφηνε να φάω, μου έπαιρνε το πιάτο από το τραπέζι και μου έλεγε ‘’Φτάνει τόσο, ίσα ίσα τρώγε να επιβιώνεις, δεν έχω έξοδα για κηδείες». Τα μαθήματα δύσκολα, άρα και τα λάθη περισσότερα. Η ζώνη χτυπούσε όλο και πιο δυνατά, πολλές φορές επίτηδες στο ίδιο σημείο. Όταν δεν είχε όρεξη για πολλά πολλά με φώναζε στην κρεβατοκάμαρα της και με την παντόφλα της με χτυπούσε τόσο πολύ που δεν μπορούσε ο αριθμός των χτυπημάτων να έχει σχέση με τα ορθογραφικά λάθη. Όσο φώναζα τόσο δυνάμωνε το κάθε χτύπημα. Είχα φτάσει εν τέλει στο σημείο να παρακαλάω να διαλέξει την παντόφλα η να με χαστουκίσει 15 φορές παρά να πιάσει την ζώνη.

Κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ έκλεινα τα μάτια και έκανα εικόνα εμένα, και μια φανταστική φιγούρα γυναίκας που ήταν δήθεν η μαμά μου, της είχα βγάλει και όνομα Σωτηρία την είχα βαφτίσει. Είχε ξανθά μαλλιά και χαμογελούσε πάντα καθώς με έχωνε στην αγκαλίτσα της. Και ήταν τόσο αληθινό που μέχρι και την μυρωδιά της είχα εφεύρει, δεν μύριζε κοπριά αλλά ένα γλυκό άρωμα σαν Κανέλλα. Όταν όμως άνοιγα τα μάτια και καταλάβαινα ότι δεν είμαι στην αγκαλιά της, όλα κατέρρεαν.

Μέχρι την ενηλικίωση μου ζούσα με εκείνη. Με την γυναίκα που με γέννησε, που μέχρι τα 16 μετρούσε τα λάθη μου και τα ξεπλήρωνε με ξύλο. Μπορεί στα 16 η βία στο σώμα να σταμάτησε, αλλά στην ψυχή συνεχιζόταν καθημερινά. Στα 18 μου ήρθα στην Αθήνα, δεν πέρασα σε κάποια σχολή, δούλεψα πολύ και κατάφερα να ζήσω με αξιοπρέπεια. Δεν αναζήτησα ποτέ τον πατέρα μου, ούτε κράτησα καμία επαφή με τα αδέρφια μου, κάποτε έμαθα ότι με είχαν ψάξει αλλά το θέμα έμεινε εκεί. Όσο για εκείνη… Πριν μερικά χρόνια έμαθα ότι πέθανε, από ανακοπή καθώς κοιμόταν, λένε ότι έτσι φεύγουν οι καλοί άνθρωποι, αλλά εκείνη απείχε πολύ από αυτό. Στην κηδεία δεν πάτησα, ούτε επισκέφτηκα ποτέ τον τάφο. Ήταν νεκρή για μένα από όταν γεννήθηκα. Η φανταστική μαμά που είχα ως παρηγοριά έρχεται ακόμα στις σκέψεις μου και στα όνειρα μου, και τότε αισθάνομαι παιδί την κρατάω αγκαλιά και την λέω ΜΑΜΟΥΛΑ δεν ξέρω γιατί την φωνάζω έτσι, μιας και δεν ξέρω πως είναι να είσαι παιδί.

Δεν παντρεύτηκα ποτέ, και δεν ένιωσα ποτέ την επιθυμία να γίνω μάνα. Ο χρόνος δεν με γιάτρεψε, και εκείνη πάντα θα υπάρχει στην ζωή μου… Γεννήθηκα ως παιδί του πόνου και της κατάρας. Και πιστέψτε με ακόμα δεν μπορώ να μυρίσω κοπριά και δεν φοράω ποτέ ζώνες. Τελικά ίσως είναι γραφτό, κάποιοι είμαστε ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ.