Ξαφνικά, ένιωσε την ανάγκη να ανέβει στο παιδικό δωμάτιο. Είχε πολύ καιρό ν’ ανέβει, αλλά ήξερε πως τώρα πια είναι έτοιμος… Το προηγούμενο βράδυ, του άλλαξε τη ζωή.

Στα τελευταία σκαλοπάτια κοντοστάθηκε. Οι μνήμες άρχισαν να ουρλιάζουν μες στο κεφάλι του. Γονάτισε κι άρχισε να κλαίει. Δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο γρήγορα περνούσε ο χρόνος. Του είναι αδύνατον να συνειδητοποιήσει πως μια καθημερινή, οικογενειακή, βόλτα εξελίχθηκε σε τραγωδία. Δεν το χωράει ο ανθρώπινος νους πως για μερικά δευτερόλεπτα, έχασε ό,τι πολυτιμότερο είχε. Γύρισε να φιλήσει τη γυναίκα του και τότε, κάποιος, άρπαξε το μικρό του αγγελούδι κι εξαφανίστηκε. Δύο χρονών ήταν μόνο. Τον έψαχναν μερόνυχτα.

Όσο αργούσαν να το βρουν, τόσο έχανε τη γυναίκα του. Άρχισε να πίνει, να κάνει κακό στον εαυτό της και στους γύρω της. Θυμάται εκείνο το βράδυ της Δευτέρας που τη βρήκε καθισμένη στην πολυθρόνα, στο παιδικό δωμάτιο, βουτηγμένη στο δικό της αίμα. Αγκαλιά με τη μικρή γαλάζια κουβέρτα. Τη σήκωσε στα χέρια του και τη μετάφερε στο νοσοκομείο. Το ξυράφι είχε βρει ξώφαλτσα τη φλέβα, αλλά τελικά, ο σκοπός επετεύχθη.

Ένα βράδυ, μετά από μερικούς μήνες, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα απ’ την αστυνομία. Είχαν βρει τη σωρό ενός μικρού παιδιού πεταμένη σ’ έναν κάδο σκουπιδιών. Ήθελαν ταυτοποίηση. Το άψυχο σώμα ήταν βασανισμένο. Κακοποιημένο. Με σημάδια από τσιγάρα στο δέρμα του και κάτι μώλωπες σε μέγεθος μπάλας του τένις. Δε χρειάστηκε πολύ ώρα για να συνειδητοποιήσει πως αυτό το παιδί, ήταν το παιδί του. Ο γιος του. Είχε ένα σημάδι γέννησης στο δεξί χέρι. Έμοιαζε με μικρό ανθρωπάκι. Αυτό το σημάδι ήταν η απόδειξη.

Ξεκίνησε φαρμακευτική αγωγή με την ελπίδα της καλυτέρευσης. Έκανε λάθος. Εθίστηκε για να ξεχάσει και τελικά οι αναμνήσεις τον κυνηγούσαν κάθε στιγμή. Έχασε τα πάντα κι έμεινε μόνο μ’ ένα παιδικό δωμάτιο, μια βέρα στο δεξί χέρι κι ένα μάτσο φωτογραφίες. Ο μόνος επιζών, έτσι τον έλεγαν. Για πόσο ακόμα όμως, κανείς δεν ήξερε…

Σταμάτησε να σκέφτεται για λίγο και σκούπισε τα μάτια του. Έβλεπε πια την κλειστή πόρτα. Οι αναμνήσεις της χθεσινής νύχτας όμως ήρθαν στην επιφάνεια κι έκατσαν κοντά του. Εκείνος, με μάτια κλαμένα και πλάτη ακουμπισμένη στην κλειδωμένη πόρτα, άνοιξε ένα κουτάκι ηρεμιστικά κι ήπιε ένα. Φοβήθηκε πως δε θα τον έπιανε κι ήπιε κι άλλο. Κι ύστερα κι άλλο. Κι άλλο. Κι άλλο. Ήπιε μονορούφι το ποτό του και θέλησε να πάει μια βόλτα με το αμάξι. Πίστευε πως ο καθαρός αέρας θα του έκανε καλό. Πριν φύγει, τον κυρίευσε η επιθυμία ν’ ανοίξει τη ρημαδιασμένη πόρτα. Κοντοστάθηκε. Ήξερε πως σε λίγο θα ήταν έτοιμος. Έπρεπε να κάνει υπομονή. Μπήκε στο αμάξι. Έβαλε μουσική κι άνοιξε το παράθυρο. Σιγά- σιγά άρχισε να επιταχύνει. Λάτρευε την ταχύτητα. Το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει το τραγούδι της γυναίκας του. Έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε.

Είπαν πως δε φρέναρε στη στροφή. Το σώμα του βρέθηκε λίγα μέτρα απ’ το σημείο της πρόσκρουσης. Το χαμόγελο ήταν κολλημένο στο πρόσωπό του.

Ο ήχος του ξεκλειδώματος ήταν το κλειδί. Με το ίδιο χθεσινοβραδινό κολλημένο χαμόγελο, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Ήξερε πως τώρα πια θα είναι για πάντα με τη γυναίκα του και το παιδί του.
Όλοι μαζί στο παιδικό δωμάτιο.

 

Ta Bizoudakia tis Attartis