Τα χέρια της είναι ξυλιασμένα από τα νερά της μπουγάδας στη σκάφη και δε μπορούν να σπρώξουν τη βελόνα μέσα στο χοντρό ύφασμα. Το φως από το κερί δε φτάνει για να βλέπει τις βελονιές πάνω στο σκούρο πανί. Αλλά πρέπει να συνεχίσει. Η πελάτισσα – Η κυρία Δημάρχου – θέλει το καινούργιο παλτό αύριο πρωί πρωί για να το φορέσει στην εκκλησία. Η Γιαννούλα είναι μόλις 15 χρονών αλλά όλοι ξέρουν ότι είναι η καλύτερη ράφτρα της επαρχίας. Και οι παραγγελίες και οι πρόβες πέφτουν βροχή. Δεν είχε και επιλογή δηλαδή. Ή αυτό ή πείνα. Για την ίδια και τα 4 μικρότερα αδέλφια της. Η μεγάλη δεν έχει ανάγκη. Είναι έτσι κι αλλιώς τακτοποιημένη στο οικοτροφείο. Και για την άλλη – τη δεύτερη – Δεν τη νοιάζει. Αυτή όλη μέρα χτενίζεται και γυαλίζεται στο καθρεφτάκι της. Για τα μικρά τη νοιάζει. Και για τη μάνα της. Και για τον πατέρα της που χαροπαλεύει στο νοσοκομείο στην Πάτρα.

Κρυώνει. Από τότε που ο πατέρας της έπαθε το ατύχημα, πριν 2 μήνες, στο σπίτι σώθηκαν τα ξύλα και η σταφίδα στο ντουλάπι τελειώνει. Το περιβόλι, χωρίς τη μάνα να το φροντίζει, μαράθηκε και μόνο αγριόχορτα βγαίνουν πια.
Τα μάτια κλείνουν. Τα μικρά πάλι πέσανε για ύπνο μόνο με μια χούφτα σταφίδα στο στομάχι. Άντε μια βελονιά ακόμα. Κι ένα κουμπί. Κι άλλο ένα. Σφίγγει τα δόντια και σπρώχνει τη βελόνα στο χοντρό ύφασμα. Τα νύχια της είναι σπασμένα και τα δάχτυλα ματωμένα από τις χιονίστρες αλλά, λίγο ακόμα θέλει. Και μόλις πάρει τα λίγα χρήματα από την κυρία Δημάρχου, θα μπορέσει να στείλει στη μάνα για το νοσοκομείο και, αν περισσέψει τίποτα, να γεμίσει το μπουκάλι με λάδι ως τη μέση. Ευτυχώς, σε 2 μέρες, της έγραψε, θα είναι αυτός εκεί. Θα περάσει από το χωριό, πηγαίνοντας με το φορτηγάκι στα άλλα χωριά. Νεωτερισμοί ο Ράμμος, γράφει απ’έξω το φορτηγάκι. Και, όταν σταματάει στην πλατεία, μαζεύονται γύρω του τα κοριτσόπουλα να χαζέψουν τα τσίτια από την πρωτεύουσα και τους κολιέδες με τα γυαλάκια που αστράφτουν. Έτσι τον γνώρισε. Δε ντράπηκε ποτέ. Μόνο γι’αυτό δε ντράπηκε ποτέ στη ζωή της. Αυτή δε χαζεύει ούτε τα τσιτια ούτε τα γυαλάκια που αστράφτουν με την ψεύτικη λάμψη τους. Αυτόν κοιτάζει. Και λάμπει!
Κι αυτός λάμπει! Λάμπουν τα μάτια του, τα μαύρα του μαλλιά, το άσπρο του πουκάμισο. Και αστράφτει το χαμόγελό του όταν την κοιτάζει.

Ποτέ δεν της είπε ψέματα. Από την αρχή ήξερε ότι ήταν παντρεμένος στα Μέγαρα. Όχι, δε ντράπηκε ποτέ. Το ξερε. 15 χρονών θα μου πεις , τι να ξερε; Κι όμως ήξερε. Ότι είναι λάθος. Ότι… Ότι…

Αυτός επέμενε. Θα σε πάρω στην “ΑΘΗΝΑ”. Κι αυτό ήξερε ότι ήταν λάθος. Αλλά ήταν κι η παρηγοριά της τις νύχτες με το κρύο και τη βελόνα να την τρυπάνε. Και την έβαλε στο μαγαζί. Και “διηύθυνε” 10 κοπέλες. Μες στα υφάσματα και τις κλωστές και το θόρυβο των μηχανών, χόρτασε πρώτη φορά ψωμάκι. Και ζεστάθηκε. Κι έφερε και τα αδέρφια της στην Αθήνα και πήγαν κι αυτά σχολείο. Κι έβαλε και τον πατέρα σε μια κλινική. Και στη μάνα πήρε ένα ψυγείο με πάγο. Και ας ζούσαν 7 άνθρωποι σε ένα δυαράκι, σκοτεινό, και ίσα που χωρούσαν τα κρεβάτια. Το βράδυ η κοιλιά ήταν γεμάτη. Η μεγάλη αδερφή διορίστηκε. Και η δεύτερη παντρεύτηκε. Κι οι υπόλοιποι πήραν το δρόμο τους, όπως διάλεξε ο καθένας κι όπως τα φέρε η ζωή στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Κι αυτή, συνέχιζε να λάμπει, στις κλεμμένες τους στιγμές κι ας δούλευε όλη μέρα μες στα τόπια, τη σκόνη και το θόρυβο από τις μηχανές γαζώματος.

30 χρονών ήταν πια, Μεγαλοκοπέλα, γεροντοκόρη τη λέγανε στη γειτονιά, όταν το κατάλαβε. Αυτή τη φορά ντράπηκε. Κι έκλαψε πολύ. Γι ‘ αυτό το πλάσμα που ήθελε να ‘ρθει σε ένα κόσμο σκληρό και που γι’ αυτό θα ήταν ακόμη σκληρότερος, όπως είναι για όλα τα μπάσταρδα. Του το ‘πε μες στο αυτοκίνητο, το βράδυ που τη γύριζε στο σπίτι από το μαγαζί. Κι αυτός έλαμψε ξανά, όπως τότε, όπως πάντα όταν την κοίταζε. Τόσα χρόνια παντρεμένος και παιδί δεν είχε. Κι αυτό θα το αγαπούσε, όπως αγαπούσε κι εκείνη 15 χρόνια τώρα. Κι ούτε τώρα της είπε ψέματα. Ποτέ δεν της είπε ψέματα. Κι όσο και να του λέγε όχι, αυτός την απόφασή του την είχε πάρει: θα χώριζε. Ούτε αυτή έλεγε ψέματα. Κι ας την έλεγαν “παλιοκόριτσο” πίσω απ ‘ την πλάτη της. Ψέματα δεν έλεγε. Τον αγαπούσε, 15 χρόνια τώρα, αλλά δεν ήθελε να του κλείσει το σπίτι. Ούτε να χαλάσει τη ζωή της άλλης. Αυτή ήταν, άλλωστε, η “άλλη”.

Είσαι 30 χρονών” , της είπε κι η μάνα της. ‘Ενα παιδί που σου τυχε να το κρατήσεις. Θα μεγαλώσει κι αυτό, ένα στόμα παραπάνω ‘ Κι έγινε τείχος η μάνα για την κόρη και το αγέννητο εγγόνι της . Άλλο εγγόνι δεν είχε. Κανείς απ τα παιδιά της δεν έκανε παιδί, λες κι ο Θεός έδωσε σ’ αυτήν και τα παιδιά που αναλογούσαν στα παιδιά της. “Τ ‘ αδέρφια σου δε μπορούν να κάνουν παιδιά κι εσύ θες να το χαλάσεις;” “Κι ο κόσμος ρε μάνα; Τ’ αδέρφια μου; Τι θα πουν;” “Δεν τους πέφτει λόγος. Δε θα το ταΐζουν αυτοί”. Και το θέμα έκλεισε γιατί κανείς δεν τόλμαγε να τα βάλει με την κυρά Χαρίκλεια που γέννησε εφτά παιδιά, την Ηπειρώτισσα που περπάτησε μες στα χιόνια για να κατέβει σε έναν ξένο τόπο με τον άντρα της για μια καινούργια αρχή.

Εκείνο το απόγευμα δεν πήγε στη δουλειά. “Να με περιμένεις στο σπίτι” της είπε. “Θα ‘ρθω με τον αδερφό μου να μιλήσω στη μάνα σου και τον πατέρα σου”. Από ώρα όμως δεν αισθανόταν καλά. Κάτι πόνους ένιωθε, ένα κάψιμο, ένα σκοτάδι της ερχότανε. Η κυρά Χαρίκλεια την έστειλε στο μπάνιο, να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της, να συνέλθει. Κι εκεί, τη στιγμή που ακούστηκε το τηλέφωνο να χτυπάει, το είδε. Το αίμα. “Μάνα” φώναζε και το τηλέφωνο χτυπούσε κι η μάνα κατάλαβε. Κι έμεινε βουβή με το μαύρο ακουστικό στο χέρι, με τα μαύρα μαντάτα στην καρδιά, και τα ουρλιαχτά της κόρης της σα πέτρα στο λαιμό.

Οι εφημερίδες έγραψαν για το ατύχημα που στέρησε τη ζωή σε έναν άνθρωπο, ο αδερφός του γλίτωσε από θαύμα, καθώς τη στιγμή που το φορτηγό έπεσε πάνω στο μικρό αυτοκίνητο, εκείνος είχε κατέβει να πάρει γλυκά από το ζαχαροπλαστείο το “Νέον”. Βάζανε και φωτογραφίες της χήρας που, ποιος ξέρει αν είχε προλάβει να μάθει από τον μακαρίτη πόσο θα άλλαζε η ζωή της. Στο νοσοκομείο, τη Γιαννούλα δεν την άφησαν να διαβάσει εφημερίδα. Κι όταν, μετά από μέρες, πήρε το λεωφορείο και πήγε τσακισμένη και “άδεια” στο μαγαζί, το βρήκε κλειστό, με τα ρολά κατεβασμένα και το λουκέτο περασμένο στην αλυσίδα. Δεν είχε πια τίποτα από αυτόν. Τίποτα να τον θυμίζει. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής της.

Αλλά υπήρξαν τα επόμενα 50 χρόνια. Γιατί, βρήκε τη δύναμη να ξαναπατήσει στα πόδια της . Και μαγαζί δικό της έστησε, και μια μικρή γκαρσονιέρα αγόρασε και το παιδί που απέκτησε τελικά ο αδερφός της στην ξενιτιά το μεγάλωσε. Ένα μόνο δε μπόρεσε να κάνει: να ξαναγαπήσει. Κι όταν στις τελευταίες μέρες της, στο κρεβάτι που θα άφηνε την τελευταία της αναπνοή ,το μυαλό της , αν και βασανισμένο απ’το Alzheimer, γύριζε πίσω και φώναζε εκείνο το παιδί που δε γεννήθηκε ποτέ “μωρό μου!!”

( Με σεβασμό,
Στο “παλιοκόριτσο” που με μεγάλωσε!
Σε ευχαριστώ! )