Μια φορά και έναν καιρό, στην χώρα των Παραμυθιών, βασίλευε ο ποντικός Λογικός. Ο βασιλιάς δεν ήταν όμως πολύ αγαπητός από τα ποντίκια – υπηκόους του. Και αυτό γιατί ο Λογικός δεν αγαπούσε τίποτα που δεν ήταν λογικό. Δεν καταλάβαινε ούτε τα μαγικά ούτε τα παράλογα και παράδοξα και ούτε καν αυτά τα ίδια τα παραμύθια. Και κάθε φορά, έστριβε με αυστηρότητα τα μακριά του μουστάκια και τιμωρούσε τους ποντικούς που δεν φέρονταν με λογική και σύνεση.
Ένα βράδυ, το βράδυ που το παραμύθι μας αρχινά, τρεις μάγισσες έφτασαν στο παλάτι. Ο βασιλιάς ποντικός τις υποδέχτηκε, χωρίς πολύ ενθουσιασμό και δεν συμπεριφέρθηκε με τον σεβασμό που έπρεπε. Εκείνες πειράχτηκαν όταν είδαν πως στο φαγητό δεν υπήρχαν χρυσά κουτάλια και ασημένια ποτήρια. Μα πιο πολύ θύμωσαν όταν είδαν τον βασιλιά Λογικό να χασμουριέται με τις ιστορίες τους και να χαϊδεύει τα μακριά του μουστάκια δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο την δυσαρέσκεια του σε ό,τι του ακουγόταν παράλογο.

“Βασιλιά Λογικέ!” φώναξε μια από τις τρεις μάγισσες οργισμένη. “Κάνεις λάθος αν πιστεύεις πως σε όλα βρίσκεται η λογική. Κάποια πράγματα δεν έχουν λογική. Και επειδή δεν μας πιστεύεις, εγώ η ίδια θα κατεβάσω τώρα τα αστέρια από τον ουρανό και θα τα φυλακίσω μέσα σε αυτές τις πέτρες!”
Και ενώ έλεγε αυτά τα λόγια η μάγισσα, ένας τρομερός ήχος ακούστηκε και το παλάτι τραντάχτηκε ολόκληρο. Τα αστέρια εξαφανίστηκαν από τον ουρανό και η νύχτα έγινε πιο σκοτεινή από ποτέ.
Ικανοποιημένη η μάγισσα, άνοιξε την χούφτα της και τρεις μικρές πέτρες εμφανίστηκαν πάνω στο χέρι της. Η μια ήταν πιο μεγάλη από τις άλλες και πάνω της ήταν χαραγμένοι όλοι οι αστερισμοί του ουρανού. Η δεύτερη σε μέγεθος είχε το χρώμα του ανοιχτού γαλάζιου και έκλεινε μέσα της όλους τους γαλαξίες. Και η τρίτη και πιο μικρή, είχε ένα χρώμα ασημένιο και γαλάζιο μαζί. Μέσα της κρυβόταν το πιο σημαντικό πράγμα από όλα του ουρανού: τα πεφταστέρια που εκπλήρωναν τις ευχές των ποντικών.
“Πες τα σωστά λόγια στις πέτρες”, συνέχισε να λέει η μάγισσα στον βασιλιά Λογικό, “και τα μάγια θα λυθούν αμέσως”.
Με αυτά τα λόγια οι μάγισσες εξαφανίστηκαν από το παλάτι, αφήνοντας πίσω τους τις μαγεμένες πέτρες.
Μάταια και για μέρες ο βασιλιάς προσπαθούσε να λύσει τα μαγικά με την λογική του. Φώναξε όλους τους επιστήμονες από κάθε μεριά της χώρας για να τον βοηθήσουν, μα κανείς δεν τα κατάφερε. Οι πέτρες ούτε έσπαγαν ούτε έλιωναν. Παρέμεναν ανέπαφες και μαγεμένες.

Κάτω από την πίεση του λαού του, που δεν άντεχε να βλέπει την νύχτα δίχως αστέρια, και ύστερα από τις συμβουλές των αυλικών του, ο βασιλιάς Λογικός αποφάσισε να δοκιμάσει να λύσει τα μάγια όπως του είπαν οι μάγισσες. Λέγοντας τα σωστά λόγια. Μα δεν ήξερε ποια ήταν εκείνα τα σωστά λόγια. Έτσι, ανακοίνωσε πως όποιος λύσει τα μάγια θα είχε μια μεγάλη και πλούσια αμοιβή.
Αμέτρητοι ήταν οι ποντικοί που στάθηκαν μπροστά στις πέτρες λέγοντας ό,τι λόγια τους ερχόταν στο κεφάλι. Μα οι μέρες περνούσαν και κανείς δεν τα κατάφερνε.
Έτσι πέρασαν βδομάδες και μήνες. Και οι ποντικοί όσο συνήθιζαν το σκοτάδι της νύχτας τόσο ξεχνούσαν τις πέτρες και όλο και λιγότεροι πήγαιναν να δοκιμάσουν να λύσουν τα μάγια.
Ώσπου μια νύχτα, μια μικρή ποντικίνα τρύπωσε στο παλάτι. Φορούσε ένα πολύχρωμο φουστανάκι και στο κεφαλάκι της είχε έναν μεγάλο ροζ φιόγκο. Στάθηκε μπροστά στις πέτρες και είπε: “Άμπρα Κατάμπρα”.
Αμέσως οι πέτρες έλαμψαν και γέμισαν με φως. Σηκώθηκαν στον αέρα και άρχισαν να πετάνε προς τον ουρανό. Εκεί, έσπασαν σε χιλιάδες μικρά κομμάτια και ο ουρανός γέμισε ξανά με αστέρια.
Ενθουσιασμένοι οι ποντικοί γύριζαν το κεφάλι τους ψηλά και χάζευαν τους αστερισμούς.
Αλαφιασμένος ο βασιλιάς Λογικός έτρεξε στο δωμάτιο που φυλάσσονταν οι πέτρες και βρήκε το μικρό ποντικάκι.
“Τι είπες;”, το ρώτησε γεμάτος περιέργεια.
“Μα άμπρα κατάμπρα βασιλιά. Αυτή είναι η μαγική λέξη σε όλα τα παραμύθια”, απάντησε η μικρή ποντικίνα.
“Πως σε λένε;”, ρώτησε πάλι ο βασιλιάς Λογικός.
“Με λένε Φαντασία”, είπε το ποντικάκι.
“Θα σου χαρίσω το μισό μου βασίλειο”, είπε ο βασιλιάς.

Και από τότε η φαντασία και η λογική μοιράζονται το βασίλειο των Παραμυθιών και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.