Η μέρα ξεκινά πάντα στις εφτά. Ούτε εφτά και τέταρτο ούτε εφτά και μισή. Μαζί με τα πουλάκια που αρχίζουν να κελαηδούν λοιπόν, ανοίγω ή μάλλον μισοανοίγω τα ματάκια μου. Από την στιγμή που θα σηκωθώ απ’το κρεβάτι όλα γίνονται στο γρήγορο με ένα σαλάκι παρέα, να έχει αφήσει το αποτύπωμα του στο μάγουλο και λίγο τσίμπλα. Νταξ δε βαριέσαι! Ένα γρήγορο κατούρημα, ένα γρήγορο βούρτσισμα δοντιών και βουρ στην κουζίνα για να φτιάξω έναν ρημαδοκαφέ με την ελπίδα ότι θα τον απολαύσω για μισή ώρα, μόνη μου, στην μπαλκονάρα μου, εγώ μαζί με τα λουλούδια μου. Πίνω το καφεδάκι μου, ντουμανιάζω και δύο τσιγάρα να στανιάρω και είμαι έτοιμη για ακόμη μία μέρα. Όλα τα κάνω με την σειρά. Πότισμα λουλουδιών, λίγο χαζευτήρι και μια καλημέρα στο φου μπου, πλύσιμο των χθεσινών πιάτων, προετοιμασία μεσημεριανού. Μεσημεριανό. Τι να κάνω πάλι Θεέ; Φώτισε με, με μια λαμπρή ιδέα, μην πάρω τα βουνά.
Να κάνω σπανακόρυζο;
Δεν το τρώει η μικρή.
Να κάνω μακαρόνια με κιμά;
Δεν τα τρώει η μεγάλη.
Να κάνω φασολάκια;
Δεν τα τρώω εγώ.
Να κάνω κρεατόσουπα;
Δεν την τρώει το στεφάνι μου.
Να κάνω μπάμιες;
Δεν τις τρώει κανείς.
Το βρήκα! Θα μαγειρέψω κοπανιστό και μυρωδάτο αέρα. Καιρό έχουμε να φάμε.

Το φαγητό είναι ήδη στην κατσαρόλα, γιουβαρλάκια, με συνταγή της πεθεράς. Εξαίσια! Έφαγα την ζωή μου να τα πετύχω ακριβώς! Πάμε όμως. Σειρά έχει το ξεσκόνισμα, ηλεκτρική και τέλος σφουγγάρισμα. Όλα στο γρήγορο είπαμε, οπότε κάνω και λίγο τα στραβά μάτια, στο παιχνίδι που μόλις είδα στην άκρη του καναπέ και με μια κλωτσιά, το παραχώνω ακόμα πιο μέσα. Στα αζήτητα κι αυτό. Ας αναπαυθεί η ψυχούλα του.
Η ώρα δέκα και το πρώτο ουρλιαχτό είναι γεγονός.
-Μαμάααααα! Ξύπνησα!
-Καλημέρα μανάρι μου, έλα μέσα!
-Δεν μπορώ μαμά, έλα να με πάρεις.
Και αναρωτιέται η μάνα. Γιατί; Για ποιο λόγο ο Θεός μας έδωσε πόδια χρυσούλι μου; Για να τσακίζεται η μέση μου;
Το καθιερωμένο μας πρωινό κατούρημα και ακούγεται η μαμά:»Τι θα φας για πρωινό αγάπη μου»;
-Χμμμ, δεν ξέρω μαμά! Για πες εσύ.
Και ξανααναρωτιέται η έρμη μάνα. Αν δεν ξέρεις εσύ, ποιος ξέρει; Απορώ δλδ. Δεν είμαστε καφέ-εστιατόριο να διαθέτουμε ποικιλίες πρωινών.
-Θέλεις δημητριακά;
-Χμμμ, όχι.
-Θέλεις φέτα με μερέντα ή μέλι;
-Χμμμ, όχι.
-Θέλεις να σου κάνω τηγανίτες με μπανάνα;
-Χμμμ, όχι.
Κράτα την ψυχραιμία σου. Δεν μπορεί, με δουλεύει, είναι απ’τον ύπνο.
-Ξέρεις αυτή τη στιγμή δεν έχω κάτι άλλο.
-Ντάξει. Βάλε μου δημητριακά αλλά με πολύ κακάο και όχι πολύ ζεστό το γάλα, εεε και με πολλά δημητριακά. Και άνοιξε μόλις τελειώσεις την τηλεόραση. Έχει Ντόρα. Η Ντόρα! Αυτό το κοντοστούπικο κοριτσάκι που μισώ. Γιατί την μισώ; Γιατί μετατρέπει το όμορφο, το καθαρό, το σένιο σπίτι μου, σε προσκοπική κατασκήνωση με καθαρά, μυρωδάτα και σιδερωμένα σεντόνια να κρέμονται πάνω σε καρέκλες.
Συνέχισε μάνα! Μπορείς…
Δεν προλαβαίνω να τελειώσω λοιπόν το ένα πρωινό, ακούω το δεύτερο ουρλιαχτό.
-Μαμάααααα! Έπεσε η πιπίλα μου.
Ε, σήκω λίγο μανάρι μου και κάνε ένα τσακ με το χεράκι σου, μην φοβάσαι, δεν θα πέσει.
-Έρχομαιιιι!!!
Ωραία σκέφτεται η μαμά, η μικρή είναι υπναρού, ίσως κοιμηθεί ένα μισαωράκι ακόμα. Ιδίως τώρα που πήρε την πιπίλα της. Α καλά, σιγουράκι!
Δεν κάνει ένα βήμα αίλουρου να φύγει απ’ το δωμάτιο η μαμά και:
-Μαμάααααα! Το πόνυ μου; Που είναι το πόνυ μου;
Αυτό το πόνυ μου έχει φάει τα σωθικά. Είναι ένα ασπριδερό, βρώμικο πόνυ με φτερά. Να σας πω την αλήθεια, είναι διασταύρωση πόνυ με μονόκερο αλλά δεν της το λέμε. Επίσης το έχω χώσει στο πλυντήριο, στους 90° αλλά δεν ξεβρωμίζει. Τι φάση; Να με εκθέσει θέλει. Αυτό το άσπρο πόνυ που λέτε, μας ακολουθεί παντού, το ταΐζουμε, το ποτίζουμε, το ντύνουμε, του βάζουμε πάμπερς, το κοιμίζουμε και μάλιστα κάνουμε και ησυχία μην ξυπνήσει. Αν το χάσουμε για λίγο, στο σπίτι παίζονται σκηνές παραφροσύνης. Όλοι τρέχουμε πάνω κάτω για να το βρούμε. Στο ενδιάμεσο, σταματάμε για να ακούσουμε τις απανωτές κατηγόριες της μικρής με ύφος που πετάει φλόγες:
-Εσύ φταις μαμά, που δεν προσέχεις το πόνυ μου.
-Όχι εσύ φταις μπαμπά, γιατί σου το έδωσα και το παράτησες.
Για κάποιο περίεργο λόγο, που τον ανακάλυψα εν τέλει, δεν κατηγορεί ποτέ την αδελφή της. Το αίσθημα της ζαβολιάς είναι, του συνένοχου στην πονηριά. Έχω μύτη εγώ.
Και νάτο! Αυτό το υπέροχο ασπριδερό και ανώνυμο πόνυ, πήγε να κοιμηθεί στην ντουλάπα κάπου ανάμεσα σε κουβέρτες, παπλώματα και μαξιλάρια. Πάλι καλά, τον σταυρό μας κάνουμε, γιατί κάποια στιγμή εθεάθη ανάμεσα σε φακές και ρύζια με αποτέλεσμα να μου γκρεμίσει τα βάζα από την λαιμαργία του. Το άτιμο. Τότε είχα σκεφτεί να το εξοντώσω κιόλας. Αμέ. Είχα καταστρώσει σχέδιο αλλά ναυάγησε. Με έπιασε στα πράσα η μεγάλη και με πρόδωσε. Ιούδας.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά θα ξεχάσω να σας πω ποιος το βρήκε τελικά και ποιος το βρίσκει πάντα. Η ίδια φυσικά. Μας παίζει το 4χρόνο ρε φίλε. Μας τρολάρει ακατάπαυστα και το φχαριστιέται. Ποιος να μας το ‘λέγε ότι θα φτάναμε 35 χρόνων για να μας δουλέψει ένας πόντος με φουστάνια.

Δεν περιγράφω άλλο…κάηκαν τα γιουβαρλάκια. Τελικά θα φάμε αέρα κοπανιστό με σως μουστάρδας, σωταρισμένο σε μπύρα και λεμόνι. Μην ξεχάσετε δεντρολίβανο. Δίνει ένα ανατολίτικο εσάνς!