Επιτέλους η μέρα που περίμενα έφτασε!
Ένα τσούρμο έφηβοι, κορίτσια και αγόρια θα κάναμε την καθιερωμένη ανάβαση στο βουνό.
Ήταν σαν τελετουργικό… Έτσι έκλεινε το καλοκαίρι μας κάθε χρόνο, από τότε που ήμασταν 9 χρονών παιδιά.
Και τώρα στα δεκατέσσερα να ‘μαστε πάλι εδώ έτοιμοι όπως πάντα. Όμως φέτος μέσα μου κάτι είχε αλλάξει.
Θες η εφηβεία που την περνούσα ζόρικα; θες δύο μάτια καστανά; Και εγώ απορούσα με εμένα, όλοι και όλα με ενοχλούσαν εκτός από εκείνον. Αποζητούσα την παρέα του, θύμωνα όταν μιλούσε με άλλα κορίτσια και όταν τον κοιτούσα ένιωθα κάτι μέσα μου να βράζει, τι στο καλό να ήταν αυτό.

Έτσι λοιπόν για να γυρίσουμε και στο θέμα μας, ξεκίνησε η μεγάλη παρέα για το προορισμό της.
Φορτωθήκαμε από μια τσάντα ο καθένας και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε το βουνό. Ο ήλιος δεν είχε ανέβει ακόμα ψηλά και η δροσιά σε έκανε να αισθάνεσαι υπέροχα.
Μετά κόπων, βασάνων, τραγουδιών και χαριτωμένων καβγάδων φτάσαμε στο ξέφωτο που θα γινόταν το σπίτι μας μέχρι να βγει το φεγγάρι. Έπειτα οι γονείς θα μας κατέβαζαν στο χωριό με τα αυτοκίνητα.
Αφού στήσαμε το νοικοκυριό μας αρχίσαμε τα τραγούδια και τα γέλια. Εγώ καθισμένη σε μια κουρελού γελούσα με την ξαδέρφη μου που προσπαθούσε να τραγουδήσει το hotel california των Eagles, αλλά τα αγγλικά της δεν την βοηθούσαν καθόλου.

Τότε ήταν που εκείνος ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
Επιτόπου μου κόπηκε το γέλιο. Η ξαδέρφη μου το κατάλαβε αμέσως και άρχισε να λέει χαζομάρες για να μην προδοθώ, έτσι γλίτωσα την ντροπή.
Συνέχισε να κάθεται δίπλα και πολλές φορές έπιασα το βλέμμα του επάνω μου, δεν ήξερα τι να σκεφτώ, βασικά σκέφτηκα ότι ίσως να έχω κάτι πάνω στο κεφάλι μου.
Κρύο ιδρώτας με είχε πιάσει θυμάμαι!

Και στα καλά καθούμενα έπιασε μια απίστευτη βροχή, τρέχαμε όλοι δεξιά και αριστερά να βρούμε καταφύγιο από τις χοντρές ψιχάλες που μας απειλούσαν και παράλληλα γελούσαμε με την ψυχή μας για την ατυχία που μας βρήκε τέτοια μέρα. Σταθήκαμε τέσσερα πέντε άτομα κάτω από μια μεγάλη καρυδιά αλλά η φυλλωσιά δεν έφτανε να μας καλύψει όλους.
Τότε ένιωσα ένα χέρι να πιάνει το δικό μου. Δεν αντέδρασα γιατί πίστευα πως ήταν η ξαδέρφη μου η Γωγώ.Σύντομα κατάλαβα πως έκανα λάθος. Εκείνος τότε με τράβηξε μακριά από το δέντρο και μου ζήτησε να τον ακολουθήσω.
Καθώς έτρεχα γύρισα το κεφάλι ψάχνοντας την Γωγώ. Εκείνη με κοίταξε και μου έκλεισε το μάτι, σαν να ησύχασα εκείνη την στιγμή.

Τον άφησα να με πάει εκεί που ήθελε χωρίς να φέρω αντίρρηση.
Πράγματι μετά από κάνα δύο λεπτά φτάσαμε σε ένα πλατάνι με ένα τεράστιο άνοιγμα στον κορμό.
Μπήκε πρώτος και με τράβηξε μέσα.
Ο χώρος μικρός, βροχή δεν έμπαινε όντως αλλά μας χωρούσε με το ζόρι.
Ένιωθα αμηχανία, ποτέ ξανά δεν είχα βρεθεί τόσο κοντά με κάποιον άλλο και ειδικότερα με αγόρι.
Είχα τα μάτια κατεβασμένα στο έδαφος και τα χέρια μου είχαν ιδρώσει από το άγχος.
Εκείνος σαν να το κατάλαβε, μου έπιασε το χέρι και με σκούντηξε με το άλλο στον ώμο.

-Κοίταξε με.
Καμία ανταπόκριση εγώ.

-Κοίταξε με σε παρακαλώ.
Σήκωσα τα μάτια μου σιγά σιγά και τον κοίταξα..

Με το χέρι του χάιδεψε το μάγουλο μου που εκείνη την στιγμή καιγόταν τόσο που νόμιζα πως είχα σαράντα πυρετό.
Με τράβηξε κοντά του και μου κόπηκαν τα πόδια.
Βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο.
Και τότε ακούμπησε τα χείλη του στα δικά μου.
Στην αρχή απαλά. Σταμάτησε και με κοίταξε.

-Θες να συνεχίσω;

Έγνεψα ναι και περίμενα σαν υπνωτισμένη.
Δεν άργησε να με ξαναφιλήσει, μόνο που αυτή την φορά ανταποκρίθηκα και εγώ. Και κάτι έγινε, κάτι που δεν μου είχε ξανασυμβεί, κάτι που θα θυμάμαι πάντα με λατρεία. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά, τα χείλη μας δεν ξεκολλούσαν τα χέρια μας άρχισαν δειλά δειλά να χαϊδεύουν το σώμα του άλλου.
Ποτέ δεν περίμενα αντιδράσω έτσι, δεν γνώριζα τίποτα από αυτά που έκανα, μόνο σε ταινίες είχα δει ζευγάρια να κάνουν τέτοια και τώρα να ‘μαι εδώ με ένα αγόρι να κάνω τα ίδια. Δεν ήμουν εγώ, κάτι άλλο συμβαίνει σκέφτηκα, αλλά δεν έκανα κίνηση να το σταματήσω.
Αντιθέτως δεν ήθελα να σταματήσει.

Μείναμε έτσι περίπου ένα δεκάλεπτο. Η βροχή είχε πια σταματήσει και η παρέα μας ακουγόταν να μας φωνάζει από μακριά. Τραβήχτηκα από πάνω του απότομα αλλά εκείνος δεν ήθελε να με αφήσει.Τελικά κατάλαβε πως πλησιάζουν τα παιδιά και έκανε πίσω.

Έπιασε το χέρι μου και το φίλησε.
“Δεν θα γλιτώσεις εύκολα από εμένα μικρή μου” μου είπε και γελάσαμε και οι δύο δυνατά.
Επιστρέψαμε στους υπόλοιπους, κανείς δεν κατάλαβε τίποτα…ούτε η Γωγώ που το έπαιζε και έμπειρη!

Σε λίγη ώρα κατέφθασαν οι γονείς με τα αυτοκίνητα και η παρέα χωρίστηκε.
Το επόμενο πρωί συναντηθήκαμε στην παραλία. Μου χαμογέλασε και έτρεξε προς το μέρος μου.
Περάσαμε ένα υπέροχο καλοκαίρι μαζί, όμως μαζί με τον χειμώνα ήρθαν και νέα πρόσωπα. Νέα δεδομένα. Ποτέ δεν είπαμε ο ένας στον άλλο ότι χωρίζουμε, ποτέ δεν μαλώσαμε, συνεχίζουμε να βρισκόμαστε τα καλοκαίρια με τις οικογένειες μας πλέον και τα παιδιά μας παίζουν παρεούλα στην πλατεία του χωριού.

Καμιά φορά έρχεται και μου ψιθυρίζει στο αυτί “μάζεψε την κόρη σου την ξελογιάστρα γιατί πηγαίνει στα δέντρα με τον γιο μου” και γελάμε σαν χαζοί…