Δεν είχε χαράξει ακόμα όταν έφτασε ο Αντώνης στο μαγαζί του. Είχε να παραλάβει το εμπόρευμα κι έπρεπε να είναι εκεί από νωρίς. Δεν τον ένοιαζε που σηκωνόταν νύχτα από το κρεβάτι του. Δεν τον ένοιαζε που έπρεπε να βγει έξω στην παγωνιά την ώρα που οι άνθρωποι κοιμόταν βαθιά, κουκουλωμένοι με τις κουβέρτες τους. Το απολάμβανε. Κάθε τρεις μέρες περίπου ήταν ιεροτελεστία για ‘κείνον. Έτσι κι εκείνο το πρωί. Σηκώθηκε στις πέντε, πλύθηκε, ξυρίστηκε, έβαλε το χοντρό του το παλτό με τον γιακά σηκωμένο ως τα αφτιά, τύλιξε σε μια χαρτοπετσέτα δύο από τα λαδοκούλουρα της Μαρίας του κι έφυγε για το μανάβικο. Έφτιαξε τον καφέ του τον μερακλίδικο, άναψε την σόμπα κι έκατσε να περιμένει το φορτηγό. Απολάμβανε την απόλυτη ησυχία. Είχε πολλές δουλειές να κάνει, όμως η ώρα αυτή ήταν δική του, μόνο δική του. Εκεί, στο βασίλειό του. Το αγαπούσε το μαγαζί του ο Αντώνης. Γεμάτο χρώματα, αρώματα και γεύσεις. Με τα φρούτα του μετρούσε τις εποχές. Καταλάβαινε πως έρχεται ο χειμώνας από τα μυρωδάτα πορτοκάλια και τα μανταρίνια. Το φθινόπωρο ξεκινούν ξινά και όσο προχωρά το κρύο κι οι βροχές, γλυκαίνουν. «Θέλει νερό το πορτοκάλι για να γλυκάνει» έλεγε η μάνα του. Και μόλις φτάσουν οι πρώτες φράουλες να τη και η άνοιξη. Κι ύστερα, η γιορτή των φρούτων ήταν το καλοκαίρι. Κεράσια, ροδάκινα, νεκταρίνια, καρπούζια, πεπόνια, σύκα, σταφύλια. Στα καφάσια του όλη η χρωματική παλέτα. Καμάρωνε για το μαγαζί του ο Αντώνης. Όλο το χωριό περνούσε από ‘κει κάθε μέρα κι εκείνος πάντα είχε ένα ζεστό χαμόγελο και μια γλυκιά κουβέντα για όλους. Όλοι τον αγαπούσαν. Ήρεμος άνθρωπος, καλοσυνάτος, γενναιόδωρος, μόνο καλό είχε να πει όποιος τον ήξερε.

Ο Αντώνης όμως καμάρωνε και για την οικογένειά του. Βράχος δίπλα τους, φρόντιζε να μην τους λείψει τίποτα. Με την Μαρία παντρεύτηκαν από προξενιό και αμέσως ήρθε η κόρη τους. Η Κατερίνα είχε μεγάλη αδυναμία στον πατέρα της από μικρή. Ο Αντώνης την έλεγε “ηλιαχτίδα” του και για ‘κείνη μπορούσε να κάνει τα πάντα. Εκείνη την χρονιά η Κατερίνα τελείωνε το σχολείο κι ο Αντώνης έτρεμε την ώρα που θα έφευγε μακριά τους. Μα πάλευε να μην το δείξει. Ήξερε πως έπρεπε να ανοίξει τα φτερά της κι ας μην μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του μακριά της. Ήταν ολόκληρη γυναίκα πια. Όμορφη γυναίκα! Φαινόταν πιο μεγάλη από την ηλικία της κι αυτό τον Αντώνη τον τρόμαζε ακόμα περισσότερο.

Ο καιρός κυλούσε ήσυχα κι όλα έμοιαζαν ήρεμα. Έμοιαζαν. Ως εκείνο το πρωινό… Η επιστροφή του Λευτέρη στο χωριό ήταν η σπίθα που ξεκίνησε την πυρκαγιά. Με τον φόβο να γίνουν όλα στάχτη…

Ο Λευτέρης στα νιάτα του ήταν ο γόης του χωριού. Ψηλός, μελαχρινός, αρρενωπός, με μάτια στο χρώμα του μελιού και έντονες γωνίες στο πρόσωπο. Όσο κι αν έψαχνες δεν θά ‘βρισκες ψεγάδι επάνω του. Ακόμα κι ένα μεγάλο σκούρο σημάδι που είχε στον αυχένα, σαν ζωγραφιά ήταν, σαν ένα μισοφέγγαρο. Όλα τα κορίτσια έλιωναν για χατίρι του. Κι εκείνος δεν άφηνε καμία παραπονεμένη. Για όλες ήταν διαθέσιμος. Μία από αυτές ήταν κι η Μαρία. Μια νύχτα την στρίμωξε στην αποθήκη του γείτονα. Η Μαρία δεν είχε φανταστεί έτσι το άγγιγμά του. Δεν περίμενε να την πονέσουν τα φιλιά του. Μα λαχταρούσε τόσο την ανάσα του στο κορμί της που δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Την επόμενη νύχτα η Μαρία ήθελε να πεθάνει από την ντροπή της, όταν τον αντίκρισε στην ίδια αποθήκη με την ξαδέρφη της. Κι ύστερα κατάλαβε πως ο Λευτέρης κάθε νύχτα απολάμβανε κι άλλη παρέα. Κι ένιωσε ανόητη που πίστεψε πως εκείνη είχε κάτι παραπάνω. Μαράζωσε μέσα της μα δεν έπρεπε να το δείξει. Δεν έπρεπε κανείς να μάθει. Και μετά τον σιχάθηκε, τον μίσησε! Ύστερα από λίγες μέρες ήρθε το προξενιό με τον Αντώνη και πίστεψε πως ήταν η ευκαιρία για να ξεχάσει. Και πάνω που σκεφτόταν πώς θα βαστούσε να βλέπει τον Λευτέρη κάθε μέρα μπροστά της, έφτασαν τα νέα που την ξαλάφρωσαν. Ο Λευτέρης έφυγε στα καράβια μαζί με τον θείο του.

Η Μαρία κι ο Αντώνης παντρεύτηκαν πολύ σύντομα και τον πρώτο μήνα του γάμου τους εκείνη του ανακοίνωσε όλο χαρά την εγκυμοσύνη της. Ο Αντώνης ένιωσε να τον χτυπάνε χίλια σφυριά κατακέφαλα… Μα δεν το έδειξε. Κι ύστερα σκέφτηκε πως ήταν καλύτερα έτσι. Κι ο ανδρικός του εγωισμός ας πήγαινε περίπατο. Άλλωστε κι εκείνος δεν ήταν καθαρός απέναντί της. Ήταν πολύ σημαντικό αυτό που της είχε κρύψει. Αλλά και πώς να πεις σε μια γυναίκα ότι δεν θα μπορέσεις ποτέ να την κάνεις μάνα; Ποια γυναίκα θα επέλεγε να παντρευτεί έναν άντρα με τέτοιο κουσούρι; Αυτά σκεφτόταν και της τό ‘κρυψε. Την αγαπούσε τη Μαρία. Κι εκείνη ήταν τρυφερή μαζί του. Και μ’ αυτή την εγκυμοσύνη λυνόταν το πρόβλημα. Απ’ όπου κι αν ήρθε! Ο Αντώνης είχε αποφασίσει να μην ψάξει, να μην δείξει τίποτα, ν’ αγαπήσει το παιδί και να του δώσει τα πάντα. Μα δεν χρειάστηκε προσπάθεια. Μόλις γεννήθηκε η μικρή Κατερίνα τον μάγεψε. Ο Αντώνης ζούσε και ανέπνεε για τις δυο γυναίκες της ζωής του.

Μα με την γέννησή της η Κατερίνα έφερε και απαντήσεις… Το σημάδι στον αυχένα της πρόδωσε την αλήθεια. Ακόμα και για την Μαρία ήταν έκπληξη και σοκ, γιατί ήταν βέβαιη πως το παιδί ήταν καρπός του γάμου της. Όχι δεν άξιζε αυτός ο αχρείος ένα τέτοιο πλάσμα για παιδί του, ήταν άδικο! Δάγκωνε τα χείλη κι έκρυβε το σημάδι απ’ τον κόσμο. Μόνο εκείνη κι ο άντρας της το έβλεπαν κάθε μέρα κι απλώς η Μαρία ευχόταν να μην κάνει την σύνδεση ο Αντώνης. Έτσι κι αλλιώς κι εκείνος δεν μίλησε ποτέ γι’ αυτό. Μόνο όταν είχε πια μεγαλώσει η Κατερίνα, ο Αντώνης δεν την άφηνε να πιάνει κοτσίδα τα μαλλιά της. Της έλεγε πως της ταιριάζουν καλύτερα λυτά να πέφτουν στους ώμους της. Κι εκείνη του είχε τόση αδυναμία που δεν μπορούσε να του χαλάσει το χατίρι.

Από τη μέρα που είχε μπαρκάρει ο Λευτέρης, λες κι έριξε μαύρη πέτρα πίσω του. Δεν ξαναπάτησε ποτέ στο χωριό. Ο Αντώνης κι η Μαρία μακάριζαν την τύχη τους, ο καθένας ξεχωριστά, κρυφά. Θα είχαν σχεδόν ξεχάσει την ύπαρξή του αν δεν υπήρχε εκείνο το σημάδι επάνω στο παιδί τους, να τους κάνει κόμπο το στομάχι κάθε φορά που το κοίταζαν. Κι όσο μεγάλωνε το παιδί, μεγάλωνε και το σημάδι…

Εκείνο το πρωί ο Αντώνης δεν περίμενε να δει τον Λευτέρη να περνά μπροστά από το μαγαζί του. Τα γκρίζα γένια είχαν αλλάξει το κάποτε αψεγάδιαστο πρόσωπο, μα ο Αντώνης τον αναγνώρισε αμέσως. Έσφιξε τα δόντια και χτύπησε την γροθιά του στον πάγκο, κάνοντας το φλιτζάνι με τον καφέ ν’ αναπηδήσει. Όταν η Μαρία άκουσε να συζητούν στη γειτονιά για την επιστροφή του Λευτέρη πάγωσε. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να έρθει αυτός ο άνθρωπος σε επαφή με την Κατερίνα της.

Λίγο καιρό μετά ο Λευτέρης είχε εγκατασταθεί κανονικά στο χωριό. Η Μαρία και ο Αντώνης τον είχαν ανταμώσει αρκετές φορές μα περιορίστηκαν σ’ έναν τυπικό χαιρετισμό, από μακριά. Το μόνο καλό ήταν πως έκανε ακόμα πολύ κρύο κι ο Αντώνης κυκλοφορούσε έξω με τον γιακά του μπουφάν του σηκωμένο. Το ίδιο και η Κατερίνα. Τι θα γινόταν όμως αργότερα αν έβλεπε ο ένας το σημάδι του άλλου;
Η Μαρία πολύ σύντομα διαπίστωσε πως ο Λευτέρης παρά τα χρόνια που είχαν περάσει, κι ας κόντευε τα σαράντα, παρέμενε ίδιος κι απαράλλαχτος. Τρομακτικά ίδιος. Επικίνδυνα ίδιος… Οι κοπέλες του χωριού έκαναν παρέλαση μπροστά από την πόρτα του, κι εκείνος δεν άφηνε καμία ευκαιρία να πάει χαμένη.

Εκείνο το μεσημέρι η Μαρία ετοίμαζε το φαγητό. Την ώρα που σκεφτόταν πως η Κατερίνα είχε αργήσει να γυρίσει από το σχολείο, έστρεψε το βλέμμα της έξω απ’ το παράθυρο. Ετοιμαζόταν να βρέξει. Έβγαλε την ποδιά της κι έτρεξε να μαζέψει τα ρούχα που είχε απλωμένα απ’ το πρωί. Καθώς έριχνε στο καλάθι της φουριόζα πετσέτες και σεντόνια, το αφτί της έπιασε κάτι ψιθύρους. Κι ύστερα γέλια. Πονηρά γελάκια και χαριεντίσματα. Πάγωσε. Πλησίασε την αυλόπορτα και κοίταξε στον δρόμο. Το καλάθι με τα ρούχα έπεσε από τα χέρια της. Η ανάσα της σταμάτησε. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει. Μέσα στο κεφάλι της άκουγε ένα βουητό που την τρέλαινε και το στομάχι της ανακατευόταν. Έσφιξε τις γροθιές της τόσο δυνατά που έμπηξε τα νύχια στις παλάμες της. Όχι, δεν ήταν δυνατόν. Δεν γινόταν να είναι αλήθεια… Το μυαλό της θόλωσε. Ένας θόρυβος την έκανε να γυρίσει το βλέμμα της αργά προς την αντίθετη μεριά. Είδε τον Αντώνη να στέκει παγωμένος μ’ ένα καφάσι πεσμένο μπρος στα πόδια του και δεκάδες πορτοκάλια σκόρπια γύρω του…

Το επόμενο πρωί ο Λευτέρης βρέθηκε νεκρός μέσα σε μια λίμνη αίματος στην αποθήκη του γείτονα. Ήταν γυμνός κι είχε ένα μαχαίρι καρφωμένο στα γεννητικά του όργανα…