Από παιδί συμπονούσα και ταυτιζόμουν με έναν ήρωα από τα παραμύθια. Εκείνον, τον ξύλινο ανθρωπάκο που ήθελε να γίνει «αληθινό παιδί». Μπορώ να φανταστώ τα ξύλινα ποδαράκια του, τις αρθρώσεις που τρίζουν, τους ρόζους που σίγουρα θα στολίζουν το κορμί του με έναν τρόπο μοναδικό. Προβάρει τα ρουχαλάκια του, φοράει τα παπουτσάκια του και παίρνει το σκουφάκι του, γιατί θέλει, επιθυμεί, εύχεται να γίνει ένα κανονικό παιδί.

Φοβάμαι να κοιτάξω στον καθρέφτη. Μου έχουν πει πως έχω ακανόνιστα αχυρένια μαλλιά. Τα μάτια μου –λένε– είναι μικρά, πολύ μικρά. Δεν τολμώ να χαμογελάσω γιατί τα δοντάκια μου είναι στραβά. Τα αφτιά μου ακούνε τα πάντα. Θα πρέπει να είναι δυσανάλογα μεγάλα, σε σχέση με το ισχνό κορμί μου. Ίσως όμως να ταιριάζουν με τις φαρδιές πατούσες μου. Σωστά το καταλάβατε! Είμαι ένα μικρούλι σκιάχτρο, στη μέση ενός απέραντου χωραφιού. Φίλοι μου είναι τα πουλιά, που μπερδεύονται από τις φακίδες μου και τις περνάνε για σποράκια. Έρχονται να τα τσιμπολογήσουν και απογοητεύονται. Απομακρύνονται από μένα αφήνοντας μόνο λίγες αναμνηστικές κουτσουλιές. Το ρούχο μου; Ένα σακί. Καθρέφτη δεν έχω, μα άκουγα τα γέλια όταν με έφτιαχνε η δημιουργός μου.

Η κατασκευή μου ήταν δύσκολη. Στην προσπάθεια να ταιριάξει τα κομμάτια μου σε ένα σύνολο καμιά φορά πονούσα. Δηλαδή, για να πω την αλήθεια, κάθε μέρα πονούσα. Πολύ. Από τότε ονειρευόμουν πως θα ήθελα να ήμουν ένα παιδί. Αλλά δεν υπάρχουν νεράιδες στον κόσμο, δυστυχώς! Αυτή που με έφτιαξε, πρέπει να ήταν αρκετά υπομονετική. Χωρίς εργαλεία, να κάνει κάτι τόσο δύσκολο, όπως το να συναρμολογήσει και να δώσει μορφή σε αυτά τα παράταιρα κομμάτια! Σίγουρα ήταν μεγάλος τεχνίτης.

Μετά, με άφησε στη μέση ενός χωραφιού και μου είπε να δουλέψω. Τα πόδια μου όμως ήταν καρφωμένα, δεν ήξερα να τα κουνήσω. Πώς θα μπορούσα; Ο ήλιος με στέγνωνε συνεχώς. Ξέρω πως πριν παραπονιόμουν για την υγρασία του υπογείου –φριζάρανε τα αχυρένια μου μαλλιά. Αλλά αυτός ο δυνατός ήλιος με έκανε να νιώθω στεγνό. Μου ζήτησαν να σηκώνω και το βάρος των πουλιών κι εγώ φοβάμαι πως θα σπάσω. Είναι πολλά. Και συχνά με κοροϊδεύουν για το σακί μου. Τσιμπολογάνε με τα ράμφη τους τα αφτιά μου και τα πόδια μου. Κι αν προσπαθήσω να τα χαϊδέψω, αυτά φεύγουν από κοντά μου τρομαγμένα. Λογικό. Έτσι κι αλλιώς δεν είμαι τίποτα περισσότερο από ένα σκιάχτρο.

Μα θέλω να γίνω κι εγώ ένα κανονικό παιδί, να τρέξω με πόδια γρήγορα, να γελάσω με ένα γλυκό χαμόγελο, να έχω φίλους, να μη φοβούνται το άγγιγμά μου.

Κάθε βράδυ, όταν έβγαινε το φεγγάρι και έπεφτε δροσιά στη γη, γέμιζαν και τα μάτια μου σταγόνες. Λες να ήταν δάκρυα; Δεν ξέρω. Μα με τον καιρό, σταμάτησαν κι αυτά. Στέγνωσα εντελώς. Απογοήτευση. Καμία αλλαγή δε φαινόταν πουθενά. Τι κι αν ευχόμουν, τι κι αν προσευχόμουν. Τίποτα.

Μια μέρα, ένας δυνατός αέρας, ανέμιζε τα αχυρένια μου μαλλιά και φούσκωνε επικίνδυνα το σακί μου. Προσπάθησα να φωνάξω, μα κανείς δε με άκουσε. Προσπάθησα να κουνήσω τα πόδια μου, μα ήταν κολλημένα στο έδαφος. Τα χέρια μου ήταν ξύλινα και οι φίλοι μου, τα πουλιά, έτρεξαν για τον εαυτό τους, δεν είχαν καιρό για μένα. Έπεσα κάτω. Πόνεσα πολύ. Μα δεν είχα φωνή.

Αναπάντεχα, μια κοπέλα, με είδε –λέτε να ήταν νεράιδα; Με πήρε από κάτω. Χάιδεψε τα αχυρένια μου μαλλιά, άγγιξε τα ξύλινά μου χέρια, μάζεψε τα σπασμένα ποδαράκια. Με πήρε στο σπίτι της. Με καθάρισε από τις λάσπες, μου χτένισε τα μαλλιά, μου έδεσε τις πληγές, μου χάιδεψε τα χέρια και με φίλησε στο πρόσωπο. Μου έβγαλε εκείνο το σακί και μου φόρεσε ρούχα παιδικά. Μου μίλησε ψιθυριστά και όταν σκέφτηκα κάτι, εκείνη… με άκουσε! Είχα φωνή! Πέρασε κάμποσος καιρός και μόλις αισθάνθηκα λίγο καλύτερα, μου έκανε για δώρο έναν καθρέφτη. Με φόβο κοιτάχτηκα… Με έκπληξη είδα πως ήμουν ένα παιδί! Ένα αληθινό, κανονικό παιδί! Άγγιζα όλο μου το κορμί για να το πιστέψω! Αφού έγινα εγώ παιδί, αυτή να ήταν άραγε… η μαμά μου;

Αν και ακόμα δεν ξέρω πώς να χρησιμοποιώ τα πόδια μου, πώς να κουνώ τα χέρια μου για να αγγίζω απαλά, πώς να μιλώ για να μ’ ακούνε. Ούτε ξέρω πώς να χρησιμοποιώ αυτά τα ρουχαλάκια. Παρ’ όλ’ αυτά, δε φοβάμαι. Μου τα μαθαίνει η καλή αυτή νεράιδα.

Μετά από καιρό τη ρώτησα, πώς κατάφερε να κάνει αυτά τα μαγικά της. Πώς από αχυρένιο σκιάχτρο με έκανε κανονικό παιδί; Κι εκείνη μου απάντησε πως… πάντα ήμουν παιδί. Ποτέ δεν ήμουν σκιάχτρο. Κι έμεινα να αναρωτιέμαι για την πρώτη μου δημιουργό. Τι άραγε να νιώσω; Έμαθα πως με έψαχνε. Μα εγώ δε θέλω να γυρίσω εκεί. Με είπε «αχάριστο δημιούργημα». Μα εγώ έχω μαμά, αυτή με το γλυκό χαμόγελο, που δε με πονά. Αυτή που ξέρει να με νιώθει, να με φροντίζει και να μ’ αγαπά. Έχω και αγαπώ τη δική μου μαμά… Αυτή, της καρδιάς μου.

 

 

Ένα σκιάχτρο, που δεν είναι πια