750 χιλιάδες χρόνια πριν, κάθε τρεις και λίγο τσουπππ ταξιδάκι! Με αεροπλάνα, με βαπόρια και με τους φίλους τους καλούς, παίρνατε τα βουνά και τα λαγκάδια. Καλά ήταν. Συνήθως. Μέχρι που αποκτήσατε σκύλο. Όχι όλοι σας δηλαδή, το αμόρε. Ο σκύλος Του. Τον οποίο σκύλο θα έτρωγες και συ στη μάπα για τα επόμενα 10 χρόνια αλλά τότε δεν το ήξερες ακόμα. Τότε ζούσες ακόμα την ψευδαίσθηση “έλα μωρέ, σήμερα εδώ μαζί σου -και τον σκύλο σου- και αύριο στη Σάνσετ Μπούλεβαρντ. Με τον Τζόνυ. Τον Ντεπ. Ναι.”

Ο οποίος σκυλούμπης καλός ήτανε, Θεοσχωρέστον (μία λέξη). Λίγο κτήνος ήταν, πιτ μπουλ γομάρι, αντικοινωνικός ήταν – κανά δυο τρεις πέντε φορές είχε πάει να μασουλήσει το πάγκρεας κάτι ξένων που τόλμησαν να πλησιάσουν το σπίτι, αλλά με τους οικείους ήταν γατούλης. Πιο ήμερος κι από αρνί με ζάναξ. Όμως είπαμε, με τους οικείους ήταν έτσι, ΜΟΝΟ! Όπου “οικείοι” = το αφεντικό του, το γκομενάκι του αφεντικού (εσύ δηλαδή) και οι γονείς του. That’s it! Όποιος άλλος ανέπνεε κοντά στο σκυλί, κινδύνευε να πάρει το λαρυγγάκι του στο χέρι, πακέτο. Άρα, εξ ορισμού ο σκύλος δεν μπορούσε να κάνει διακοπές μαζί με το ζευγάρι γιατί θα έτρωγε τους άλλους εκδρομείς, πόσο πιο λιανά να σας το κάνουμε δηλαδή! Έτσι λοιπόν, μόνη λύση το σκυλί να μείνει με τους γονείς του αφεντικού του στο σπίτι τους, όλα καλά λοιπόν.

Αφήνετε λοιπόν το πιτ μπουλ στο εξοχικό σπίτι των γονιών λίγο έξω από το Βόλο, καθότι και οι ίδιοι οι άνθρωποι σε διακοπές και συνεχίζετε το ταξιδάκι σας για την εξωτική λίμνη Πλαστήρα για να χαρείτε τον έρωτα σας (έρωτα δεν θυμάσαι, καθότι με το καλημέρα πλακωθήκατε σε τσίπουρα και πίτες, σεξάκι δεν κάνατε, στο φαί γ@μηθήκατε όμως, τι ταβέρνες έχει εκεί Παναγιά μου). Ωραία ήταν κάποια στιγμή ξεσουρώσατε και είπατε να πάρετε το δρόμο της επιστροφής για Αθήνα με ενδιάμεση στάση Βόλο, για να πάρετε και το κτήνος μαζί, από τους γονείς.

Παρένθεση. Υπενθυμίζουμε πως η ιστορία εξελίσσεται στην προ γάμου εποχή. Και οκ, η μετά γάμον εποχή δε διαφέρει σε τίποτα άλλο πέρα του ότι περιλαμβάνει παιδί. Εγγόνι. Το οποίο οι καλοί αυτοί άνθρωποι δεν είχαν ακόμα τότε. Και λαχταρούσαν. Αλλά πήραν σκυλί για λίγες μέρες. Εγγόνι όχι – σκυλί ναι οπότε σκυλί = εγγόνι. Το πιτ μπουλ λοιπόν, στο σύνολο των ημερών που έμεινε με τον “παππού” και τη “γιαγιά” κοιμόταν μέσα στο σπίτι. Σε καναπέ. Του έπλεναν τα πατουσάκια μετά τη βόλτα, το χτένιζαν, έβλεπαν τηλεόραση μαζί και ΑΣΦΑΛΩΣ σιγά μην έδιναν στο “παιδί” κροκέτες! Φαγάκι έτρωγε! Κανονικό! Καλομαγειρεμένο, με το αλατάκι του, το πιπεράκι του, κομπλέ. Ζωάρα.

Έρχεστε λοιπόν εσείς να δείτε τους γονείς, να τους χαιρετήσετε, να πάρετε και το πιτ μπουλ. Το οποίο χάρηκε που σας είδε, αλλά όχι πολύ – σου λέει “αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις, σιγά μη με κοιμήζουν οι κάφροι σε καναπέ, σιγά μη μου σκεπάζουν την πλατούλα με σεντονάκι μη πουντιάσω, σιγά μη με βγάζουν βολτίτσα 10 φορές τη μέρα, σιγά μη βλέπουμε Γιώργο Αυτιά νωρίς το πρωί να μάθουμε αν μας κόψανε κι άλλο τις συντάξεις οι αλήτες”. Έτσι λοιπόν ο σκυλούμπας κούνησε χαρωπά την ουρά του ξέρωγω, αλλά μια θλίψη στο μάτι την είχε… Τα δε παππούδια να πέσουν να πεθάνουν από τη στεναχώρια που τους παίρνουν το “παιδί”! Τον χτένισαν μια τελευταία φορά τον λίγδα, τον αγκάλιασαν και λίγο πριν μπει στο αμάξι η γιαγιά φωνάζει: “μη φύγετε ακόμα, μη μείνει νηστικό το παιδί, τόσες ώρες ταξίδι” και πριν προλάβετε να την σταματήσετε έχει βάλει στο σκυλί ένα μπολ ΣΠΕΤΖΟΦΑΙ. Με λουκάνικο ΤΟΥΡΜΠΟ βολιώτικο, με θυμάρι και ντοματούλα και κάτι πιπεριές φίλε, τις έριχνες στο ρεζερβουάρ πυραύλου και σε 3 λεπτά είχε παρκάρει στην Ανδρομέδα! Κάνει μία χλααααπ το σκυλί, τσακίζει το σπετζοφάι σε κλάσματα δευτερολέπτου. Και μπαίνει στο αμάξι. Και ξεκινάτε…

Γενάρης ήταν, ψοφόκρυο. Ανάβετε και το καλοριφέρ στο αυτοκίνητο, μουσικούλα, γαμάτη διαδρομή, τι ωραία που είναι η ζωή και τέτοια. Ναι. Όχι.

Με το που βγαίνετε στην Εθνική, σου ’ρχεται μια ζαλάδα. Το έρεβος. Η 7η πύλη της κολάσεως στα ρουθούνια σου. Λες ‘δε μπορεί’. Κοιτάς το αμόρε που οδηγεί αμέριμνος. Τον κοιτάς με απέχθεια και μίσος. Με χρονοκαθυστέρηση διότι έχει ελαφρώς πιο κουφά ρουθούνια, σε κοιτάζει κι αυτός με γουρλωμένα μάτια, τύπου “κοπελιά, δεν μας τα είπες αυτά 2 χρόνια τώρα, ότι αερίζεσαι σαν ιαματικές πηγές με θειάφι!” Η ερώτηση που δεν ειπώθηκε ποτέ “ΕΚΛΑΣΕΣ;;;;!!!!” βασανίζει το μυαλό σας, αλλά και οι δυο από ευγένεια και ντροπή, την κάνετε γαργάρα. Ανοίγετε διακριτικά το παράθυρο και οκ, έχετε αποφασίσει αμφότεροι πως πρέπει να αρχίσετε να βλέπετε και άλλους ανθρώπους, πως η σχέση δεν πάει πουθενά, ε δεν καλοταιριάζετε κιόλας, είστε και πολύ νέοι μωρέ, θα τα λέτε σαν δυο καλοί φίλοι! 5 λεπτά αργότερα, πάλι πυρηνικός όλεθρος. Χωρίς ήχο και αυτή τη φορά. “Ω ΝΑ ΣΟΥ Γ@ΜΗΣΩ” ξεφεύγει του φίλου σου και ανοίγει τέντα το παράθυρο. “Βρε αγάπη μου, πονάει η κοιλίτσα σου;” Τον κοιτάς έξαλλη “με δουλεύεις τώρα μωρέ; 2 είμαστε όλοι κι όλοι – και πας να σπείρεις διχόνοια ανάμεσα μας; ότι τι, θα με πείσεις ότι έκλασα εγώ;”

Κοιτιέστε. Γυρνάτε ταυτόχρονα το κεφάλι πίσω. Στο σκύλο. Ο οποίος κάθεται στη μέση του πίσω καθίσματος, ακίνητος. Και κοιτάει μπροστά, σταθερά και ακλόνητα. Δεν τολμάει να σας κοιτάξει στα μάτια ο μπάσταρδος. Τέτοια προσήλωση στο δρόμο!
“ΡΕ Γ@ΜΗΜΕΝΕ, ΕΣΥ ΕΚΛΑΣΕΣ;;;;;” τον ρωτάει κομψά το αφεντικό του και ο σκύλος ανήμπορος πλέον να κρατήσει τη ντροπή του αρχίζει το ρεσιτάλ, να κλάνει και να κλαίει “ουυυυυ ουυυυυυ ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΤ ΤΤΤΤΤΤΤΤΤ ΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΤΑΤΑ ΠΡΡΡΡΡΡ ουυυυυυυυυυυυυ” ταυτόχρονα, κάνει ο οδηγός μια απότομα στην εθνική και αφήνει το αμάξι σε μια άκρη και ανοίγετε τις πόρτες και πετάγεστε έξω, σταματάνε κι άλλα αμάξια, ένας έρχεται με πυροσβεστήρα, ένας άλλος “παιδιά είστε καλά, να καλέσουμε πυροσβεστική” έχετε βάλει τις μπλούζες σας στις μύτες σας, λογικά κάπως έτσι πρέπει να γίνεται ο χημικός πόλεμος!

Κατεβάζετε και το σκυλί το δόλιο, που κοιτάει τον κώλο του και κλαίει ΑΤΙΜΕΣ ΠΙΠΕΡΙΕΣ, το σπετζοφάι έχει ζωντανέψει στο έντερο του και κάνει πάρτυ.

Με τα πολλά, ξαναμπαίνετε στο αυτοκίνητο για να συνεχίσετε τη διαδρομή. Μην τα πολυλογούμε, μια απόσταση 300 χιλιόμετρα την κάνατε σε 7μιση ώρες, κάθε 10 λεπτά πηδάγατε από το αυτοκίνητο εν κινήσει για να σώσετε τις ζωές σας από τα φονικά αέρια. Με θερμοκρασία 2 βαθμών Κελσίου, όλο το ταξίδι έγινε με ανοιχτά παράθυρα, βασικά είχατε ξεκαρφώσει και την οροφή του αυτοκινήτου, κάμπριο το είχατε κάνει και πάλι βρώμαγε μέσα, του θανάτου.

Φτάσατε νύχτα στην Αθήνα. Εξαντλημένοι. Ράκοι. Ο δόλιος σκύλος με ενοχικό βλέμμα “άτιμο σπετζοφάι, σ’ έφαγα και μ’ έφαγες!”. Παρατάτε τα πράγματα όπως όπως και πάτε να κάνετε μπάνιο. Εκείνη την ώρα χτυπάει το τηλέφωνο:
– Έλα μάνα
– Φτάσατε;
– Φτάσαμε…
– Σας έχω βάλει γίγαντες με σκόρδο και λουκάνικο που έψησα στη γάστρα, να ξέρεις.
– Που το έχεις βάλει;
– Σε μια σακούλα, μαζί με τα πράγματα σας…

Τρέχετε στο σαλόνι… Δεν προλάβατε. Το είχε βρει ήδη ο σκύλος…

 

 

* (μας λείπεις ρε λαμόγιο, σε θυμόμαστε συχνά)