Κοίταξα κάτω από το παράθυρο τρέμοντας. Η καρδιά μου χτυπούσε ασταμάτητα. Ήταν σκοτεινά στην αρχή, αλλά έπειτα έγινε πανικός. Ξύπνησα σ’ ένα άγνωστο μέρος σαν νοσοκομείο -γηροκομείο, το έλεγαν- στο οποίο δεν είχα καμία δουλειά, γιατί δεν είχα τραυματιστεί, και έπρεπε να είμαι μαζί με τους συντρόφους μου στα κρύα, χιονισμένα χαρακώματα, να περιμένουμε τους Γερμανούς ναζί και να τους πυροβολούμε.
Αλλά δεν ήμουν στη μάχη. Όταν ξύπνησα, υπήρχε μονάχα ένας σταθερός ήχος δίπλα μου. Νούμερα φωτεινά και δείκτες σαν μικρά μολύβια που γύριζαν και γρανάζια που δούλευαν σαν καλοδουλεμένες μηχανές. Το ξυπνητήρι μου. Έδειχνε την ώρα: τέσσερις παρά πέντε.
Πού ήμουν; Πού ήταν ο λοχίας Καραπάνος; Πού ήταν ο Γιώργος, ο Στέλιος, ο Ηλίας; Πού ήταν οι στρατιώτες μας; Ποιος φυλούσε Θερμοπύλες;
Από κάτω έβλεπα κόκκινα και μπλε φώτα να αναβοσβήνουν. Τι ήταν, δεν ήξερα. Άκουγα και σειρήνες, όχι σαν αυτές που ήχησαν όταν μας κήρυξαν τον πόλεμο οι Ιταλοί. Ήταν διαφορετικές αυτές εδώ. Κίνηση, άντρες και γυναίκες με περίεργες στολές που αντανακλούσαν το φως που έπεφτε πάνω τους. Με κοιτούσαν από χαμηλά. Οχήματα, ένα κόκκινο φορτηγό και κάτι μικρότερα αμάξια, λευκά με μπλε ρίγες. Τα ήξερα, αλλά δεν μπορούσα να τα θυμηθώ και αδυνατούσα να διακρίνω τι ήταν γραμμένο πάνω τους.
Ποιοι ήταν όλοι αυτοί; Αν ήταν στρατιώτες, με ποιανού το μέρος ήταν;
Χτυπήματα στην κλειστή πόρτα. Απέξω ήταν άλλοι, γιατροί και νοσηλευτές με λευκές ρόμπες. Τους είχα διώξει. Θα πέσω, τους είπα. Τους φόβισε αυτό. Ήμουν σημαντικός γι’ αυτούς…
Αλλά ποιοι ήταν; Δεν είχα καμιά δουλειά με ξένους. Έπρεπε να βρω το λοχία και τους άλλους. Ή… ή την Ελένη μου. Η Ελένη μου. Πού ήταν; Ήταν στο χωριό; Εκεί την είχα δει την τελευταία φορά. Στο σπίτι μας. Λίγο πριν φύγω με τη στολή μου για τον πόλεμο, αποχαιρετήσαμε ο ένας τον άλλο με ένα φιλί. Της είχα δώσει και μια ανθοδέσμη με γαρδένιες που έφτιαξα –φύτρωναν σ’ όλο τον αγρό την άνοιξη. Από τότε που γνώρισα την Ελένη μου, πάντα της έφερνα λίγες γαρδένιες.
Με πόνεσε το κεφάλι μου. Πού ήταν όλοι οι δικοί μου άνθρωποι; Ήθελα να κλάψω. Ένιωθα αδύναμος.
«Κύριε Σπύρο;»
Επιτέλους. Μια γνώριμη φωνή. Σε ποιον ανήκε, όμως;
«Εγώ είμαι. Ο Αλέξης».
Ο Αλέξης; Ήξερα κάποιον Αλέξη; Ναι, ίσως. Η φωνή, πάντως, ήταν γνώριμη. «Πέρασε», φώναξα. «Μόνο εσύ».
«Εντάξει». Η πόρτα μετακινήθηκε προς τα μέσα. Ένας άντρας με ξανθά μαλλιά μπήκε μέσα. Φορούσε απλά ρούχα, ένα μπλε παντελόνι, αθλητικά παπούτσια και μια ζακέτα. Χαμογελούσε, καθώς έκλεινε την πόρτα. «Πώς είσαι, κύριε Σπύρο;» με ρώτησε.
«Εγώ… Δεν ξέρω». Κοίταξα κάτω, έξω από το δωμάτιο. Ένιωθα αυτούς εκεί να με δείχνουν και να με απειλούν. Κοίταξα τον νεαρό. «Θα πέσω», του είπα.
«Με θυμάσαι, κύριε Σπύρο; Θυμάσαι ποιος είμαι;»
Τον κοίταξα. Κούνησα το κεφάλι. «Όχι».
«Είμαι ο Αλέξης Ιωάννου. Μιλάμε συχνά. Για πολλά πράγματα. Για τα παιδιά σου, την Ελλάδα. Για την Ελένη. Για το πώς περνάς την ημέρα σου».
Δεν καταλάβαινα. Όμως, τον εμπιστευόμουν. Όλα αυτά που έλεγε έμοιαζαν… σωστά.
«Για ποιο λόγο είμαστε απόψε εδώ, κύριε Σπύρο;» με ρώτησε.
Επιτέλους. Μια σωστή ερώτηση. «Πού είναι το οχυρό Ρούπελ; Πού είναι τα τανκς; Πού είναι ο λοχίας Καραπάνος και οι υπόλοιποι;» Ένιωσα δάκρυα να τρέχουν.
«Ο πόλεμος τέλειωσε, κύριε Σπύρο», μου είπε ο… Πώς τον έλεγαν; «Οι καλοί νίκησαν. Ο Χίτλερ έχασε».
Τον κοίταξα έντρομος. Τι είχε πει; Τι ήταν αυτά τα πράγματα; Εγώ γιατί δεν ήμουν εκεί; «Όχι», είπα. «Όχι. Όχι, δεν τέλειωσε. Όχι».
«Ναι. Η Γερμανία συνθηκολόγησε. Ο Άξονας διαλύθηκε. Οι Σύμμαχοι νίκησαν». Χαμογέλασε ξανά. «Ελευθερωθήκαμε».
«ΟΧΙ!» φώναξα. Έκλαψα. Τι συνέβαινε; Διάφορες εικόνες πέρασαν από το μυαλό μου. Άνθρωποι με χαμογελαστά πρόσωπα. Στρατιώτες που πετούσαν τα όπλα τους και αγκαλιάζονταν χαρούμενοι. Η Ελένη μου μαζί με τους γονείς και τους άλλους συγγενείς μας να πέφτουν πάνω μου κλαίγοντας και να με φιλάνε.
Κι άλλες εικόνες: εγώ να στέκομαι πάνω από το μισόχτιστο σπίτι κάποιου πλούσιου και να το φτιάχνω με όλο το συνεργείο. Το σπίτι στο χωριό που το είχαμε εγκαταλείψει για χρόνια, γιατί είχαμε έρθει στην Αθήνα, και μέναμε σε ένα διαμέρισμα στην πλατεία Βάθης. Αίθουσες κινηματογράφων (κυρίως συνοικιακών, δεν είχαμε λεφτά για πολυτέλειες, όχι πριν το ’81), γελούσαμε με ταινίες με τον Κωνσταντάρα και το Βέγγο -πηγαίναμε με την Ελένη όταν μαζεύαμε τριάντα δραχμές από τις δουλειές μας. Τα… τα παιδιά μας. Ο Λάκης και ο Φώτης. Είχαν οικογένεια, παιδιά. Τα εγγονάκια μας να παίζουν στην αυλή του σπιτιού στο χωριό.
Πού ήταν όλοι αυτοί; Πού ήταν τα παιδιά και τα εγγόνια; Πού ήταν η Ελένη μου;
Πού ήταν ο λοχίας και οι άλλοι στρατιώτες;
«Γιατί δεν είμαι στον πόλεμο;» ρώτησα το παλικάρι απέναντί μου. «Γιατί δεν είσαι κι εσύ στον πόλεμο; Λιποτάκτησες; Ω Θεέ μου, λιποτάκτησα κι εγώ;»
«Ο πόλεμος τέλειωσε, κύριε Σπύρο». Με είχε πλησιάσει, αλλά δεν το κατάλαβα. Δε με πείραξε. «Τέλειωσε».
Ναι. Ναι, έλεγε αλήθεια. Αλλά…
«Τι συμβαίνει, κύριε Σπύρο; Θέλετε να μου πείτε;»
Τον κοίταξα στα μάτια. Είχε όμορφα μάτια, σαν και του Γιάννη Πουλόπουλου. «Αν τέλειωσε ο πόλεμος», ρώτησα κλαίγοντας, «γιατί δεν είμαι στο σπίτι μου;»
Δεν απάντησε αμέσως. Απομακρύνθηκε, πήγε σε ένα μικρό τραπέζι. Τον άκουσα να αναστενάζει. «Πού είναι το σπίτι σου, κύριε Σπύρο;» με ρώτησε.
«Όπου είναι η Ελένη μου», απάντησα αμέσως.
Με κοίταξε. Πήρε κάτι από το τραπέζι και με πλησίασε. Μου το πρόσφερε. «Εδώ», μου είπε και μου έδωσε τις λευκές γαρδένιες. «Θέλεις να πάμε να δούμε την Ελένη, κύριε Σπύρο;»
Έκλαψα ξανά. Τον κοίταξα. Ήταν πιο ψηλός από εμένα. Μου φάνηκε πως είχε δακρύσει κι αυτός. «Μα… απαγορεύεται. Τα SS δεν επιτρέπουν να κυκλοφορούμε το βράδυ».
«Μην ανησυχείς, κύριε Σπύρο», μου είπε. «Δεν υπάρχει κανένας ναζί εδώ για να μας εμποδίσει».
Τον πίστεψα. Με βοήθησε να φορέσω την καπαρντίνα και το καπέλο μου, με έπιασε από τον ώμο και βγήκαμε από το δωμάτιο. Νοσοκόμες και γιατροί και άντρες με μπλε στολές μας κοιτούσαν καθώς προχωρούσαμε ανάμεσά τους. Δεν έμοιαζαν κακοί. Μου ήταν άγνωστοι, αλλά δεν ήταν κακοί. Κάποιοι έκαναν να μας πλησιάσουν, δεν φοβήθηκα, όμως ο νεαρός που με συνόδευε δεν τους άφησε να μας φτάσουν.
Βγήκαμε έξω. Δεν έκανε πολύ κρύο. Είχε μπει η άνοιξη. Αλλά και να έκανε, δεν θα με πείραζε. Κάποτε είχα πολεμήσει ενώ χιόνιζε. Ήξερα από κρύο.
Με οδήγησε σε ένα μικρό αυτοκίνητο. Ήταν ιαπωνικό, αλλά δεν με πείραξε. Ο νεαρός ήταν καλός, ήμουν σίγουρος γι’ αυτό. Και άλλωστε, πλέον οι Ιάπωνες δεν ήταν εχθροί. Μετά τις καταραμένες βόμβες των Αμερικανών, ο πόλεμος τέλειωσε και γι’ αυτούς και πια τα περισσότερα πράγματα ήταν ιαπωνικής κατασκευής.
Στο αμάξι έκανε ζέστη. Ο νεαρός πείραξε το ραδιόφωνο και τραγούδια παλιά, ρεμπέτικα ακούγονταν και εγώ τα σιγοτραγουδούσα. Ο νεαρός χαμογελούσε, αλλά προφανώς δεν τα ήξερε. Όπως και τα παιδιά μου, δεν είχε μεγαλώσει με αυτά.
Εγώ κρατούσα τις άσπρες γαρδένιες και τις έσφιγγα στο στήθος μου.
«Πού πάμε;» ρώτησα.
«Στην Ελένη, κύριε Σπύρο. Πάμε στην Ελένη σου».
«Α!» Χαμογέλασα. «Της αρέσουν οι γαρδένιες».
«Ναι. Είναι πολύ όμορφες».
«Και η Ελένη μου, επίσης. Είναι όμορφη, δεν είναι;»
Με κοίταξε. «Ναι. Ναι, είναι όμορφη».
Όταν κατεβήκαμε, περάσαμε τα άλλα μνήματα και σταθήκαμε σε αυτό με την ασπρόμαυρη φωτογραφία της Ελένης μου. Είχε τα μαλλιά λιτά εκείνη την ημέρα όταν πήγαμε στο φωτογράφο, εκείνο το πρωινό του εβδομήντα τέσσερα. Ήθελε να είμαι κι εγώ σε όλες τις φωτογραφίες, αλλά επέμεινα να βγάλει και μία μόνη της.
Έκλαψα.
«Κύριε Σπύρο», είπε ο νεαρός Αλέξης, «νομίζω πως έχεις κάτι να της προσφέρεις».
Τον κοίταξα. Μετά είδα το μπουκέτο στην αγκαλιά μου. «Ω, ναι». Πλησίασα και το ακούμπησα δίπλα στη φωτογραφία. Χάιδεψα τη φωτογραφία. Έγειρα και ακούμπησα το μέτωπό μου στην Ελένη μου. Ψιθύρισα: «Είμαι σπίτι, Ελένη. Ο πόλεμος τέλειωσε. Τέλειωσε! Νικήσαμε».