Η κυρία Χρυσούλα θα ‘τανε χρόνια τώρα που ζούσε πάνω στο σπίτι στην άκρη του γκρεμού. Το χωριό όλο και όλο φιλοξενούσε καμιά πενηνταριά ανάσες στα μικρά πέτρινα σπιτάκια που έστεκαν το ένα πλάι στο άλλο, στο μικρό κομμάτι γης στους πρόποδες τους γκρεμού, δίπλα στο μικρό αυτοσχέδιο λιμανάκι που είχαν φτιάξει οι άντρες του χωριού, ακαθόριστα χρόνια πριν. Το σπίτι της κυρίας Χρυσούλας ήταν το μοναδικό που έστεκε στητό και αγέρωχο πάνω στην μοναξιά του γκρεμού, έρμαιο στις δυνάμεις του δυνατού ανέμου και του καυτερού ήλιου. Η ίδια η κυρία Χρυσούλα όμως την είχε διαλέξει αυτή την μοναξιά, και ήταν η ίδια που την είχε απαιτήσει από τον άντρα της.

Θα ‘τανε δεν θα ‘τανε δεκαπέντε χρονών, όταν ο Αντώνης ζήτησε να την παντρευτεί. Είκοσι χρονών παλικαράκι ο Αντώνης το μόνο που γνώριζε ήταν η θάλασσα. Από εκείνη ζούσε και ο ίδιος και ο πατέρας του και ο πατέρας του πατέρα του και μια αμέτρητη σειρά από πατεράδες πριν από εκείνον. Πρωί πρωί στα αξημέρωτα ξυπνούσε ο Αντώνης σε εκείνον τον ξεχασμένο από ανθρώπους και θεούς τόπο, για να βγει στην θάλασσα και να ρίξει τα δίχτυα του. Και για αυτό στην αρχή έφερε αντιρρήσεις που η ελαφρόμυαλη Χρυσούλα, όπως του φάνηκε, ζήτησε να φτιαχτεί το σπιτικό τους πάνω, στην άκρη του γκρεμού. Όμως η Χρυσούλα επέμενε. Και μπροστά σε αυτή την επιμονή της ο Αντώνης δεν μπόρεσε να κρατήσει μεγάλη αντίσταση. Έτσι φτιάχτηκε το σπίτι πάνω στον γκρεμό. Ένα σπίτι που τα βήματα του Αντώνη περπατούσαν δυο ώρες καθημερινά για να το φτάσουν. Εκείνος όμως δεν παραπονιόταν. Του έφτανε που η γυναίκα του ήταν ευτυχισμένη. Και αφού εκείνη ήταν ευτυχισμένη ήταν και εκείνος.

Στα σήμερα η κυρία Χρυσούλα είχε πάψει να περιμένει τον άντρα της να γυρίσει από την θάλασσα. Χρόνια πριν είχε πνιγεί από την ίδια εκείνη θάλασσα που χρόνια τώρα τον ζούσε. Και η κυρία Χρυσούλα που είχε περάσει την μισή της ζωή δίπλα σε αυτόν τον άντρα, κλείστηκε στο σπίτι του γκρεμού. Οι κάτοικοι του χωριού την θεωρούσαν φάντασμα. Και μόνο ο ταχυδρόμος που ανέβαινε εκεί πάνω αγκομαχώντας και ο παπάς που της πήγαινε τρόφιμα, μπορούσαν με σιγουριά να πουν ότι η κυρία Χρυσούλα καθόλου δεν ήταν φάντασμα αλλά αντίθετα ζούσε, ανέπνεε και έτρωγε κανονικά όπως όλοι.

Πράγματι η κυρία Χρυσούλα ζούσε. Ανέπνεε και έτρωγε όπως όλοι. Μόνο στον κήπο της δεν έβγαινε. Ιδίως όταν βράδιαζε. Δεν άντεχε να βλέπει τα ηλιοβασιλέματα μονάχη της. Γιατί τούτος ήταν και ο λόγος που είχε επιμείνει να χτίσουν ένα σπίτι στην άκρη του γκρεμού. Για να μπορεί να βλέπει τα ηλιοβασιλέματα. Της άρεσε όπως τελείωνε η μέρα. της έφερνε κοντά τον άντρα της που καθόταν μαζί της και χάζευε τον ήλιο που έπεφτε. Αλλά και εκείνος να μην ήταν εκεί, η κυρία Χρυσούλα καθόταν στην καρέκλα της και θαύμαζε τον ήλιο που έδυε. Ήταν τόση η αγάπη της για αυτά που ποτέ της δεν μέτρησε τις μέρες με τα ονόματα τους. Παρά μόνο έλεγε «θα σε δω σε τρία ηλιοβασιλέματα»  ή  «σε πέντε ηλιοβασιλέματα πρέπει να πάμε στην εκκλησία».  Ή μπέρδευε τον Αντώνη με τα χρώματα τους και τις μυρωδιές τους. «Θα ήθελα ένα φόρεμα στο κόκκινο του ήλιου όταν πεθαίνει. Αυτό το κόκκινο που είναι σαν σβησμένη λάβα», και  «πως μύριζε η θάλασσα σήμερα; Μύριζε σαν τα γκρίζα σύννεφα που κύκλωσαν τον ήλιο απόψε;» Κάπως έτσι περνούσε η ζωή της κυρίας Χρυσούλας και του Αντώνη. Μετρημένη σε ηλιοβασιλέματα. Και τώρα που εκείνος δεν ζούσε για να τα βλέπει μαζί της, η κυρία Χρυσούλα είχε χάσει κάθε ενδιαφέρον για εκείνα.

Ώσπου μια μέρα, καθώς έδυε ο ήλιος, μια ακτίνα ξέφυγε και τρύπωσε στο σπίτι. Στην αρχή ήταν ξανθή και μετά έγινε κόκκινη. Η κυρία Χρυσούλα την παρακολουθούσε να αλλάζει τα χρώματα της σκεπτική. Η ακτίνα μεταμορφώθηκε και πάλι και σκούρυνε.  «Τι τερτίπια είναι τούτα;», σκέφτηκε η κυρία Χρυσούλα καθώς μαζί με την αχτίνα που άλλαζε, μια μυρωδιά σύννεφων τρύπησε στο σπίτι. Η κυρία Χρυσούλα αναστέναξε καθώς το κόκκινο του ήλιου της έκαψε την γλώσσα. «Καλά, καλά’», είπε μουτρωμένη και βγήκε έξω από το σπίτι. Κάθισε στην καρέκλα της και αντίκρισε τον ήλιο που έδυε με μια σχεδόν θυμωμένη και κοροϊδευτική έκφραση στο πρόσωπο της. Ο ήλιος έπεφτε και έπεφτε και τα πάντα γύρω του γινόντουσαν χρυσαφένια και κόκκινα. Τα σύννεφα τον κύκλωναν σε έναν ήρεμο χορό και ο αέρας μοσχομύριζε από τα γιασεμιά της αυλής.

Η κυρία Χρυσούλα έκλεισε τα μάτια της και θυμήθηκε όλα τα ηλιοβασιλέματα που είχαν δει τα μάτια της. Όλα περνούσαν μπροστά από τα μάτια της. Άνοιξε τα μάτια της και ψιθύρισε : «Αχ Αντώνη πόσα όμορφα ηλιοβασιλέματα είδαμε μαζί; Πόσα ηλιοβασιλέματα είναι που με έχεις αφήσει μόνη;’’. Και λίγο πριν ο ήλιος κρυφτεί από την γη, τα μάτια της κυρίας Χρυσούλας γέμισαν ηλιοβασιλέματα και εκείνη πέθανε μέσα σε αυτά.

 

Ναταλία Δεδουσοπούλου