Αλήθεια νόμιζες πως δεν θα την πάλευα; Το βλέμμα σου αυτό έλεγε, ήταν γραμμένο στο πρόσωπο σου “Δεν θ’αντέξεις λεπτό χωρίς εμένα”. Και ξέρεις κάτι; Πολύ πιθανό ΟΝΤΩΣ να μην άντεχα, ρε συ. Πολύ πιθανό. Σχεδόν σίγουρο. Αλλά ήταν αυτό το βλέμμα σου, αυτή η όψη του νικητή που με γάμησε και με έσωσε ταυτόχρονα. Που με πείσμωσε, που με πέτρωσε εκεί που με άφησες.

Και έγινες ένα στοίχημα για μένα. Αν μπορούσα να νικήσω ΑΥΤΟ, θα μπορούσα να νικήσω οτιδήποτε. Θα μπορούσα να κοιτάξω στον καθρέφτη έναν άνδρα και όχι ένα ανδρείκελο. Θα μπορούσα να κοιτάξω ίσια στα μάτια τον κόσμο κι ας μην ξέρει κανείς γιατί νιώθω περήφανος για μένα και για ποιο λόγο στέκομαι όρθιος και χαμογελάω.

Λίγοι ξέρουν. 2 φίλοι. Σίγουρα ποντάριζαν από μέσα τους πως θα το χάσω το στοίχημα. Δεν ξέρω ποιος το χάρηκε πιο πολύ που το κέρδισα, εγώ ή εκείνοι. Χαμογελάνε μαζί μου. Μου χτυπάνε την πλάτη. Ξέρουν τι πέρασα.

Τις πρώτες μέρες ένιωθα χαμένος. Όχι λυπημένος, χαμένος. Έκλεισα κινητό και υπολογιστή. Δουλειά – σπίτι. Ρομποτικά. Δεν άγγιξα αλκοόλ, δεν βγήκα με παρέες, δεν ψάχτηκα με άλλες γυναίκες. Δουλειά, περπάτημα, σπίτι, σειρές. Λίγος ύπνος. Δύσκολα όλα. Αλλά πέρασαν οι πρώτες μέρες.

Νόμιζα πως ο πρώτος καιρός θα ήταν ο πιο σκληρός. Έκανα λάθος. Όταν πέρασε η πρώτη κρυάδα, έσφιξαν τα ζόρια. Όταν άρχισα να βγαίνω, όταν άνοιξα κινητό και βρήκα κλήση σου. Όταν διάφοροι άρχισαν να μου λένε νέα σου. Κάθε φορά η ίδια μεταλλική γεύση στο στόμα. Ανάγκη άμεση είτε να τρέξω σε σένα, είτε να χαθώ σε αλκοόλ και άλλα κορμιά. Οποιοδήποτε από τα δύο θα ήταν καταστροφικό. Άμεση ανάγκη να ανακτήσω τον έλεγχο. Και αυτό ήταν το δύσκολο… Έπρεπε να επαναφέρω στο μυαλό από μνήμης το ειρωνικό σου χαμόγελο όταν χωρίζαμε. Τη βεβαιότητα ότι θα σε αναζητήσω, ότι θα σε ξαναθελήσω. Η αλαζονεία σου, η μόνη σανίδα σωτηρίας μου.

Και πέρασε και αυτό το διάστημα. Ο Θεός ξέρει πως. Αλλά πέρασε. Και ήρθε η στιγμή για την πιο κρίσιμη δοκιμασία. Το να σε δω. Θα γινόταν αργά ή γρήγορα.

Ήλπιζα να δω μια σκύλα, μια καριόλα να περπατάει μπροστά μου σαν να κάνει πασαρέλα – με ύφος “σε νίκησα παλιομαλάκα”… Αντ’ αυτού είδα μια σπασμένη κούκλα από πορσελάνη. Αδύνατη, άλουστη, με κουρασμένα μάτια. Την σκιά του εαυτού σου. Κατάλαβα πως δεν το πέρασα μόνος μου όλο αυτό. Και για πρώτη φορά στον τόσο καιρό που ήμασταν μαζί, ένιωσα πως ήμασταν ΜΑΖΙ. Κι ας ήμασταν χώρια. Δεν σπαταλήθηκες ούτε εσύ σε ξένες αγκαλιές. Δεν με κυνήγησες ούτε εσύ εμμονικά. Έβαλες και συ το δικό σου στοίχημα με τον εαυτό σου και προσπάθησες να το κερδίσεις. Ίσως το ίδιο ειρωνικό χαμόγελο που είχα διαβάσει εγώ στα χείλη σου, να είχες δει και συ στα δικά μου. Ίσως κέρδισες και συ το στοίχημα σου. Με το όποιο κόστος.

Δε ξέρω τι θα γίνει από δω και πέρα. Ας πούμε πως και οι δυο μας κερδίσαμε τα στοιχήματα μας. Ας πούμε πως και οι δυο μας μπορούμε να είμαστε περήφανοι για την αυτοκυριαρχία μας. Τα δύσκολα πέρασαν. Δεν σε έχω ανάγκη πλέον, ούτε εσύ εμένα.

Ίσως κάποια στιγμή. Όχι από ανάγκη όμως πια. Από επιλογή.

Ίσως κάποτε, ξανά.

 

Jax