Βγήκε στην αυλή και χάζευε τη νύχτα. Η γειτονιά κοιμόταν και τα φώτα στα παράθυρα των σπιτιών τρεμόπαιζαν. Η πανσέληνος φώτιζε την περιοχή και ο Γιώργος φώναξε την Αγγελική να χαζέψουν μαζί το ολόγιομο φεγγάρι. «Κοιτά!» της είπε και της έδειξε τον ουρανό. Η Αγγελική πλησίασε, τον αγκάλιασε και τον φίλησε απαλά στο μάγουλο. «Σαν τη μέρα που γνωριστήκαμε» του απάντησε. Και την έσφιξε πιο πολύ. «Ναι αγάπη μου. Σαν τη μέρα που γνωριστήκαμε. Σαν τη μέρα που παντρευτήκαμε».
Πάνε 3 χρόνια από εκείνη την μέρα. 5 Φεβρουαρίου 2014. Ο Γιώργος έτρεχε να προλάβει το μετρό για την δουλεία και η Αγγελική ερχόταν φορτσάτη από την αντίθετη πλευρά. Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη και εκεί που ο Γιώργος πήγε να τη στολίσει με διάφορα κοσμητικά επίθετα κοκάλωσε μόλις αντίκρισε τα κάστανα της ματιά. Ψέλλισε ένα συγνώμη και έσκυψε να μαζέψει τους φακέλους της που είχαν πέσει κάτω. «Έλεος πια όλοι οι βιαστικοί πάνω μου πέφτουν. Δεν προσέχετε καθόλου» του απάντησε και πήρε τους φακέλους της από τα χέρια του.
«Νααααα σας προσφέρω έναν καφέ στα γρήγορα;» πρότεινε ο Γιώργος προσπαθώντας να παρατείνει τη στιγμή. Και την εντυπωσίασε το θάρρος του. «Να κάτι που δε συναντάς στους άντρες σήμερα. Τόλμη και θάρρος να προτείνουν έναν καφέ. Ναι, γιατί όχι; Αλλά γρήγορα γιατί περιμένουν στο γραφείο», απάντησε η Αγγελική. Και με κείνα και με τα άλλα βρέθηκαν να συζητάνε σε μια μικρή καφετέρια στο κέντρο της Αθηνάς.
Ακολούθησε φυσικά βραδινή έξοδος, καθώς δεν είχαν προλάβει να πουν όλα όσα ήθελαν. Σε ένα μικρό ταβερνάκι κάπου στο Τουρκολίμανο ο Γιώργος ταξίδευε στα μάτια της Αγγελικής, τη γλυκιά φωνή της, τον τρόπο σκέψης της, το επίπεδό της. Και η Αγγελική μαγευόταν από τον όμορφα λόγια του, τη βελούδινη φωνή του, τις απόψεις του, το επίπεδό του. Και είχε πανσέληνο εκείνο το βράδυ. Και κάτω από το φως του φεγγαριού της έδωσε το πρώτο φιλί.
Και κάπως έτσι γνωρίστηκαν και κάπως έτσι η γνωριμία εξελίχθηκε σε σχέση. Η συγκατοίκηση ήρθε απολύτως φυσιολογικά. Μετά από έξι μήνες ο Γιώργος μετακόμισε στο σπίτι της Αγγελικής. Και μετά από ένα χρόνο, στην επέτειο της γνωριμίας τους, 5 Φεβρουαρίου 2015, της έκανε πρόταση γάμου. Και όλα κυλούσαν τέλεια. Με τα καβγαδάκια τους, με τις όμορφες στιγμές τους, με την καθημερινότητα να τους φέρνει όλο και πιο κοντά.
Σε έναν χρόνο όρισαν τον γάμο. 5 Φεβρουαρίου 2016. Τη μέρα που γνωρίστηκαν. Και ξεκίνησαν οι ετοιμασίες. Λυτούς και δεμένους έβαλε ο Γιώργος και κατάφερε να κλείσει το μικρό εκκλησάκι του Άγιου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, στους πρόποδες του Φιλοπάππου. Ήταν ο αγαπημένος ναός της Αγγελικούλας του και δεν υπήρχε περίπτωση να μη γυρίσει τον κόσμο ανάποδα ώστε ο γάμος να γίνει εκεί. Και τα κατάφερε.
Και ο χρόνος κυλούσε με εντάσεις. Μαγαζί, προσκλητήρια, μπομπονιέρες, νυφικό, γαμπριάτικο. Όλα τα κανόνιζε η Αγγελική και σε όλα συμφωνούσε ο Γιώργος. «Αμάν βρε Γιώργο. Τίποτα δεν σε νοιάζει», «Όλα εγώ θα τα κάνω; Μήπως να δοκιμάσω εγώ το γαμπριάτικο αντί για εσένα;», παραπονιόταν η Αγγελική και γέλαγε ο Γιώργος. «Αγάπη μου, αφού έχω εμπιστοσύνη στο γούστο σου. Έχεις λευκή επιταγή. Κάνε ό,τι θέλεις». Και έκανε η Αγγελική ότι ήθελε. Και την έβλεπε ευτυχισμένη ο Γιώργος και αυτό του έφτανε. Ακόμα και οι υπερβολές της του φαινόντουσαν χαριτωμένες.
Μέχρι που έφτασε η παραμονή του γάμου. Μέρα χαράς και ο Γιώργος από το πρωί διασκέδαζε με φίλους και συγγενείς στο σπίτι. Είχε αρχίσει να ετοιμάζεται για τα μπουζούκια όταν χτύπησε το κινητό του και του είπαν ότι η Αγγελική αποφάσισε να μετακομίσει στο πατρικό της. Έτσι ξαφνικά. Χωρίς καμία προειδοποίηση. Χωρίς κανένα σημάδι. Χωρίς εξήγηση.
Ανακοπή καρδιάς. Έτσι ξαφνικά. Χωρίς καμία προειδοποίηση. Χωρίς κανένα σημάδι. Και η Αγγελική βρέθηκε στον οικογενειακό τάφο του Α νεκροταφείου. 5 Φεβρουαρίου 2016 και η Αγγελική ντύθηκε νυφούλα και δίπλα της ο Γιώργος γαμπρός.
Το βλέμμα του θολό. Τα ματιά του γυάλιζαν. Κανένας δεν μπορούσε να του πει τίποτα. Κανένας δεν μπορούσε να τον πάρει από την αγκαλιά της Αγγελικής του. Της κράταγε το χέρι κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας και έβριζε τους ιερείς που δεν τελούσαν το μυστήριο του γάμου. Ξεσπούσε και φώναζε «Μα καλά, τι λέτε; Δεν σας είπα γάμο έχουμε; Τι εν τόπο χλοερό λέτε;».
Είχε όμως το ακαταλόγιστο. «Μην κλαίτε. Χαρά έχουμε». «Σήμερα γάμος γίνεται σε ωραίο περιβόλι» φώναξε ο Γιώργος την στιγμή που η Αγγελική του έμπαινε στο μαρμάρινο σπίτι, λίγα μετρά πιο κάτω από την ωραία κοιμωμένη. «Θα έρθω Αγγελική μου σύντομα στο σπίτι μας» της είπε και κανένας δεν έδωσε σημασία στα λόγια του. Λόγια πονεμένου ανθρώπου. Έφυγαν όλοι και ο Γιώργος ανακοίνωσε άπλα ότι θα μείνει για λίγο ακόμα εκεί. Κοντά της. Διπλά της.
Μετακόμισε ο Γιώργος μαζί της. Σπίτι του έγινε ο τάφος της. Μαζί της ξυπνούσε, μαζί της κοιμόταν. Σηκωνόταν το πρωί, χαιρετούσε τους γείτονες και έφευγε για τη δουλεία. Και επέστρεφε το βράδυ για να κουρνιάσει στην αγκαλιά της. Οι υπεύθυνοι του νεκροταφείου είχαν επιχειρήσει πολλές φορές να τον διώξουν. Ο φύλακας από τη μία μεριά τον λυπόταν, από την άλλη ήξερε ότι έπρεπε να καλέσει την αστυνομία. Οι αστυνομικοί τον απομάκρυναν κάθε τρεις και λίγο, αλλά ο Γιώργος επέστρεφε.
Και η ζωή του συνεχιζόταν.
«Καλημέρα κύριε Κώστα». «Τι κάνετε κύρια Λαμπρινή». «Ω φίλτατε Χαλεπά πώς πάει η έμπνευση». Κάθε απόγευμα έπαιρνε την Αγγελική και έκαναν βεγγέρες στους γείτονες. «Κύριε Νίκο, πότε θα κάνει ξαστεριά να κάνουμε καμιά γιορτούλα;». Και το βραδύ καθόταν στην αυλή πότε μονός του, ποτέ με την αγγελική του και χάζευε το φως των καντηλιών. Τι και αν τον έλεγαν τρελό. Τι και αν ο κόσμος δεν τον καταλάβαινε. Είχε τόσους γνωστούς πλέον που τον ένιωθαν. Τον καταλάβαιναν. Ο κόσμος των νεκρών ήταν πιο συγκαταβατικός από τον κόσμο των ζωντανών. Εκεί ένιωθε γαληνή, ηρεμία. Εκεί ήταν η αγαπημένη του. Εκεί ανήκε και αυτός. Κανένας δεν θα τον έπαιρνε από εκεί.
Η εισαγγελική παρέμβαση και η απόφαση να τον κλείσουν σε ίδρυμα δεν θα περνούσε. Ποιοι ήταν αυτοί που θα αποφάσιζαν πού θα μείνει. Ποιοι ήταν αυτοί που θα έκριναν τι είναι λογικό τι είναι τρελό. Κανένας δεν θα αποφάσιζε για την πάρτη του. Αυτός και μόνο αυτός ήξερε τι είναι σωστό για αυτόν και την Αγγελική του.
Και η Μέρα της συνάντησης έφτασε. 5 Φεβρουαρίου 2017.
Η γειτονιά κοιμόταν και τα φώτα των καντηλιών τρεμόπαιζαν. Ο Γιώργος ξάπλωσε δίπλα στην Αγγελική. Δίπλα στο νυφικό που φόραγε πριν ένα χρόνο. Δίπλα στο σκελετό της. Χάιδεψε τα μαλλιά της. Το κρανίο της. Το φίλησε. Ένα φιλί στο μετωπιαίο οστό. Έβαλε στο χέρι του το χέρι της. Τα σκελετωμένα δάχτυλά της. Την κοίταζε στα μάτια. Στις κενές οφθαλμικές κόγχες. Τη φίλησε στο στόμα. Στη γνάθο. Απαλά. Ήρεμα. Πήρε τα χάπια και ξεκίνησε να τη συναντήσει. Το Ταξίδι της καρδιάς του μόλις είχε ξεκινήσει.