O Χάρης είχε γεμίσει το χαλί τρίμματα καπνού στην προσπάθεια του να ανάψει το τσιγάρο. Το έσφιξε τόσο πολύ κόβοντάς το στην μέση. Το έκλεισε μέσα στην γροθιά του και χτύπησε με δύναμη το τραπέζι δίπλα του. Το ακουστικό του τηλεφώνου αναπήδησε και μετά έπεσε πάλι στην θέση του. Το τσιγάρο έγινε κομμάτια. Ο Χάρης άφησε τα μάτια του να ανοίξουν τις κάνουλες και να ρίξουν τα δάκρυα που πάλευαν να ελευθερωθούν εδώ και λίγα λεπτά.
Δεν τον είχε στεναχωρήσει τόσο ο ξαφνικός θάνατος του πατέρα του. Αλλά το γεγονός ότι δεν ήταν εκεί όταν έγινε κι ότι το έμαθε από άλλους και συγκεκριμένα από τον πρώτο του ξάδερφο, ακούγοντας τον αυτόματο τηλεφωνητή.
«Χάρη, ο κυρ – Αλέκος πέθανε. Τον βρήκανε χθες το βράδυ. Θα έρθεις για την κηδεία; Πάρε με να μου πεις για να το κανονίσουμε. Συλλυπητήρια ξα».
Ο Μάνος πάντα τον φώναζε «ξα». Από τις βρώμικες αλάνες που παίζανε μπάλα με τενεκεδάκια κόκα κόλας μέχρι τα καλοκαιρινά μπαράκια που κυνηγούσαν τουρίστριες στην Ορφανίδου. Ο ξα με τις γκόμενες και τις κατακτήσεις του. Σκούπισε τα δάκρυα του και έβγαλε ένα δεύτερο τσιγάρο. Αυτό κατάφερε και τ’ άναψε. Το τελείωσε με λίγες απανωτές, βαθιές τζούρες και κάλεσε πίσω τον ξάδερφο του.
«Έλα Μάνο…πότε είναι η κηδεία;»
«Ξα! Που ‘σαι ρε ψυχή! Τα συλλ…»
«Μάνο ευχαριστώ. Πότε είναι η κηδεία;»
«Δεν έχει κανονιστεί ακόμα ρε φίλε. Περίμενα να μιλήσουμε. Μπορείς να είσαι εδώ μεθαύριο πρωί;»
«Θα είμαι. Τα λέμε από κοντά».
Έκλεισε το τηλέφωνο, πριν προλάβει ο συνομιλητής του να αρθρώσει κάτι. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Έβλεπε μέσα από το βρώμικο τζάμι τη μουντή και γκρίζα πλευρά της απέναντι πολυκατοικίας. Μπαλκόνια και παράθυρα, μικροσκοπικά σαν σπιρτόκουτα, απλωμένα διάσπαρτα πάνω σε ένα μονότονο καμβά. Τα αυτιά του άρχισαν να πιάνουν ξαφνικά ήχους μουσικής, μουσικά όργανα που ανεπαίσθητα έσπαγαν την ησυχία του χώρου. Τύμπανα, κιθάρες, βιολιά και πιάνο. Μνήμες ξεπετάχτηκαν τυλιγμένες μέσα στο κλειδί του φα και του σολ. Αυτός κι ο πατέρας του μπροστά σε όργανα, μπροστά σε παρτιτούρες. Όλα πλέον θολωμένα, σκονισμένα, ξεχασμένα. Είχε να πατήσει στο σπίτι αυτό απ’ όταν ήταν 20 χρονών.
Ζαλισμένος από τις εικόνες αυτές, αποφάσισε να κάνει ένα κρύο μπάνιο για να συνέλθει.

Η βαλίτσα είχε ελάχιστα πράγματα μέσα, και τα περισσότερα άτσαλα τοποθετημένα. Το αεροδρόμιο ήταν γεμάτο με κόσμο που χάζευε από τα τεράστια παράθυρα του χώρου αναμονής, τις στάλες βροχής που έτρεχαν πάνω στο τζάμι. Ο Χάρης άκουγε μουσική από τα ακουστικά του. Ηλεκτρικές κιθάρες με γρήγορα τύμπανα ξεχύνονταν βίαια. Η φωνή που βγήκε από τα μεγάφωνα του αεροδρομίου δεν έφτασε ποτέ στ’ αυτιά του.
«Τελευταία ανακοίνωση για την πτήση Α3205 με προορισμό την Ρόδο. Ο επιβάτης κ. Διακοσάββας Χαράλαμπος παρακαλώ όπως προσέλθει στην έξοδο Β7 για επιβίβαση. Το αεροσκάφος είναι έτοιμο για αναχώρηση».
Δύο αλλαξιές ρούχα, χαρτιά για την κηδεία, το αγαπημένο του βιβλίο και μία φωτογραφία. Για το μνήμα. Αυτός μαζί με τον πατέρα του στην παραλία της «Παναγιάς Τσαμπίκας». Το τραγούδι έφτανε στο τέλος του κι εκείνη την στιγμή άκουσε επιτέλους την ανακοίνωση από τα μεγάφωνα. Άρπαξε την βαλίτσα και έτρεξε προς την έξοδο. Η υπάλληλος τον κοίταξε στραβά με τα χέρια στην μέση και πέρασε όπως όπως την ταυτότητα του από τον έλεγχο.
«Καλό ταξίδι κ. Διακοσάββα. Και να είστε πιο συνεπής άλλη φορά».
Ο Χάρης ευχήθηκε να μην υπάρξει άλλη φορά. Είχε υποσχεθεί, πριν χρόνια, στον εαυτό του ότι δε θα κατέβαινε ξανά στο νησί. Και τώρα, στα τριάντα του, είχε αναιρέσει την υπόσχεση αυτή, για να αποχαιρετίσει μια για πάντα τον άνθρωπο που ευθυνόταν γι αυτήν την απόφαση. Έκατσε στην θέση του κι έκλεισε τα μάτια. Δεν τον ενδιέφερε η θέα από το παράθυρο, μόνο να νιώσει σύντομα ξανά το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του. Το αεροπλάνο απογειώθηκε, τρυπώντας σαν κεραυνός τα σύννεφα που έβγαζαν την βροχερή οργή τους.

Αντικρίζοντας τα πρώτα κομμάτια της Ρόδου από ψηλά, ο Χάρης ανεπαίσθητα γύρισε πάλι πίσω. Το μέρος αυτό ήταν γεμάτο σκοροφαγωμένες αναμνήσεις που αναδύονταν σιγά σιγά στο προσκήνιο του μυαλού του. Είχε να δει τον Μάνο από κοντά πολλά χρόνια. Μοναδική του επαφή, μέσω του Internet. Απέφευγε να ρωτήσει για τον πατέρα του όλον αυτόν τον καιρό κι ο ξάδερφος του το σεβόταν. Οι ρόδες ακούμπησαν απαλά στον αεροδιάδρομο κι ο Χάρης έλυσε την ζώνη του. Κατά την έξοδο από το αεροπλάνο, η αλησμόνητη υγρασία της Ρόδου του τρύπησε τα κόκαλα. Οι δυνατοί αέρηδες του Αιγαίου δε θα του χαριζόντουσαν ποτέ.
Φτάνοντας στον χώρο αναμονής, είδε έναν στρουμπουλό μουσάτο με γυαλιά να του κουνάει το χέρι.
«Ξα! Που είσαι ‘πρε ψυχή! Χρόνια και ζαμάνια πια!»
Ο Χάρης τον αγκάλιασε ελαφρά και του έτριψε τον ώμο.
«Γεια σου Μάνο. Έχεις δίκιο, πάει καιρός. Πως τα περνάς;»
«Μια χαρά, όπως τα ξέρεις. Εργένικη ζωή, στο καλύτερο νησί!»
Ο Χάρης γέλασε. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν όσα χρόνια κι αν περάσουν. Πήρε την μικρή βαλίτσα του και πήγαν στο αυτοκίνητο. Για μια στιγμή αισθάνθηκε σαν όλος ο κόσμος τριγύρω να τον κοιτάζει επίμονα. Πρόσωπα κουρασμένα, λυπημένα, κατσουφιασμένα. Σαν να καταλάβαιναν την χρόνια απουσία του και ένιωθαν το βάρος της μαύρης πέτρας που είχε ρίξει πίσω του. Μια μουσική μελωδία άρχισε να αναδύεται από το βλέμμα τους, νότες να παίρνουν υφή στον αέρα και να λυγίζουν από την ορμή του. Νότες παράφωνες.
«Χάρη! Ξύπνα ρε, τι έπαθες; Χαζεύεις καμία γκόμενα;».
Ο Μάνος χρειάστηκε να τον ταρακουνήσει για να συνέλθει. Ο Χάρης του έκανε ένα νεύμα ότι αφαιρέθηκε και ξεκίνησαν για την πόλη. Στην διαδρομή ο Μάνος αρκέστηκε σε μία απλή αναφορά του θανάτου του θείου του. Τον βρήκαν ξαπλωμένο δίπλα στα όργανα του, με το βλέμμα κενό να κοιτάει το ταβάνι. Ανακοπή είπαν οι γιατροί. Ο Χάρης κοιτούσε έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου τα μαγαζιά και τα σπίτια που προσπερνούσαν με ταχύτητα. Μέρη και εικόνες που δεν είχε δει για πολύ καιρό, κάποια αλλαγμένα, κάποια απαράλλαχτα. Μία μικρή σταγόνα νοσταλγίας πέρασε και στρογγυλοκάθισε στο μυαλό του και στιγμιαία ευχήθηκε να μην είχε εγκαταλείψει τόσο απόλυτα το νησί του. Το μέρος που μεγάλωσε, ερωτεύτηκε, αγάπησε και μίσησε τόσο έντονα.
«Ξέρεις τι ρε ξα; Αναρωτιέμαι πολλές φορές…»
Ο Χάρης ήξερε ήδη την συνέχεια της ερώτησης και τον έκοψε.
«Μάνο, ξέρω. Κι εγώ το ίδιο. Δεν νομίζω να άλλαζε κάτι. Δική του επιλογή ήταν να αποκοπεί απ’ όλους.»
«Ήταν και ο χωρισμός με την Τάνια βαρύς».
«Φταίνε κι οι δύο. Μην ξαναλέμε τα ίδια. Μου την δίνει αυτή η συζήτηση».
Ο Μάνος το σεβάστηκε και δεν μίλησε περισσότερο γι αυτό το θέμα.
«Θες να περάσουμε από το σπίτι πρώτα πριν πάμε στο δικό μου;»
Ο Χάρης έγνεψε αδιάφορα συνεχίζοντας να κοιτάει από το παράθυρο. Πήρανε την στροφή προς τον λόφο του Μόντε-Σμιθ περνώντας από ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο. Το πατρικό σπίτι του Χάρη ήταν σε ένα μικρό ύψωμα λίγο πριν την περιοχή που οι ντόπιοι ονόμαζαν «Τρεις». Το πυκνό δάσος δίπλα προσέδιδε στο τοπίο μία απόκοσμη ερημιά που ο Χάρης είχε βιώσει στο πετσί του, κατά την διάρκεια της παιδικής του ηλικίας. Είχε τουλάχιστον δέκα χρόνια να έρθει σ’ εκείνο το σημείο και δεν φανταζόταν ότι θα έμοιαζε ακόμα τόσο εγκαταλελειμμένο. Το σπίτι έστεκε όπως το θυμόταν. Μία μεγάλη μονοκατοικία, απλωμένη γενναιόδωρα σε όλο τετράγωνο αλλά αφημένη στο έλεος της. Αγριόχορτα είχαν σκαρφαλώσει στα κάγκελα της αυλής ενώ τα παράθυρα κι οι πόρτες φαίνονταν ρημαγμένα από καιρό. Μία βαριά, σκουριασμένη αλυσίδα κρέμονταν από την καγκελόπορτα. Ο Μάνος σταμάτησε το αυτοκίνητο κι έσβησε την μηχανή. Ο Χάρης άναψε ένα τσιγάρο και φύσηξε τον καπνό έξω από το παράθυρο.
«Αν δεν νιώθεις άνετα, το αφήνουμε για μετά την κηδεία. Εξ ‘άλλου έχεις να πατήσεις σ’ αυτό το σπίτι πολύ καιρό».
«Μάνο, είναι το σπίτι μου. Το μέρος που μεγάλωσα. Αν δεν ήθελα, δε θα έμπαινα καν στο αεροπλάνο. Περίμενε με εδώ».
Άνοιξε την πόρτα χωρίς να περιμένει απάντηση. Έσφιξε περισσότερο το παλτό του και κινήθηκε προς την είσοδο. Έσπρωξε την καγκελόπορτα η οποία άνοιξε με παράπονο κι η αλυσίδα έπεσε στο έδαφος. Ο ήχος της ακούστηκε σαν τύμπανο στα αυτιά του, κάνοντας τον να αναπηδήσει. Μπορούσε να ακούσει κάθε ήχο που απλωνόταν στην ατμόσφαιρα. Τις βαθιές ρουφηξιές που έπαιρνε από το τσιγάρο του, τα βήματά του στο χώμα, τα παραθυρόφυλλα που έτριζαν απ’ τον αέρα. Σαν κάποιος να είχε γυρίσει το κουμπί της έντασης στη διαπασών. Έφτασε στην πόρτα του σπιτιού και την έσπρωξε απαλά.
Οι μυρωδιές του χώρου εισέβαλαν και κατέκλυσαν τα ρουθούνια του φέρνοντας μαζί τους ζωντανές αναμνήσεις. Ένας μικρός Χάρης να τρέχει στο σαλόνι και να σπάει τα μούτρα του στις σκάλες. Η μητέρα του, να τσακώνεται με τον πατέρα του και να φεύγει τινάζοντας την πόρτα πίσω της. Βιολιά και κιθάρες να σπάνε την ησυχία της νύχτας. Ένας Αλέκος να κλαίει μόνος του πάνω από το πιάνο την ώρα που τα δάκρυα του πότιζαν τα πλήκτρα. Ο Χάρης να εγκαταλείπει κι αυτός το σπίτι λίγο καιρό μετά. Σκοτάδι και πόρτες κλειστές.
Κινήθηκε προς την τραπεζαρία, πίσω από το σαλόνι. Πολλά πράγματα κι έπιπλα είχαν πεταχτεί, σπάσει ή σκεπαστεί από σεντόνι. Μοναδικό σημάδι ζωής σ’ αυτό το σπίτι, τα όργανα του πατέρα του. Η αιώνια του αγάπη, το άσβεστο του πάθος κι η εμμονή που του στοίχισε την οικογένεια του. Ο Χάρης έσκυψε κι έπιασε την κιθάρα με την οποία τον μάθαινε ο πατέρας του μικρός. Χάιδεψε απαλά τις χορδές κι ο ήχος της αντήχησε δειλά στο σπίτι. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του, παίζοντας άτσαλα με το όργανο. Το χαμόγελο παρέμεινε ακόμα κι όταν σταγόνες από δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια του, ακούγοντας την κιθάρα να βγάζει μία γλυκιά μελωδία από κάποιο παλιό κι αγαπημένο κομμάτι. Ο Χάρης έκλαψε για τον πατέρα του. Για τις χαμένες στιγμές, για τις χαμένες εικόνες, για τα χαμένα χρόνια. Ουδέποτε, πάνω στην θλίψη του, αντιλήφθηκε ότι μαζί με την κιθάρα, είχαν ακολουθήσει και τα άλλα όργανα να παίζουν, συμπληρώνοντας το τραγούδι. Ένα κονσέρτο χωρίς οργανοπαίκτες.
Άφησε την κιθάρα κάτω, κοίταξε μία τελευταία φορά το σπίτι και βγήκε έξω.

Η κηδεία είχε ποτιστεί από ένα εκνευριστικό ψιλόβροχο κι ο Χάρης δεν είπε λέξη σε κανέναν συγγενή που του συλλυπήθηκε για την απώλεια του. Ένα απαλό νεύμα ήταν όλη του η αντίδραση, με το βλέμμα του κολλημένο στο ξύλινο φέρετρο. Ο Μάνος, δίπλα του, είχε αναλάβει όλη την τυπική διαδικασία κι άφησε στον Χάρη μόνο την χαρτούρα και το οικονομικό. Στο καφενείο μετά την ταφή, είχε μαζευτεί ελάχιστος κόσμος. Ο κυρ-Αλέκος είχε κόψει πολλές επαφές τα τελευταία χρόνια, κλεινόταν ολοένα και περισσότερο στον εαυτό του. Κανείς δεν είχε σημασία, εκτός από την μουσική του.
«Θα κάτσεις αρκετό καιρό;».
Η πρώτη ξαδέρφη του πατέρα του, η Ρία, του κρατούσε το χέρι απαλά. Η μοναδική θεία που ήταν κοντά του και τον καταλάβαινε έως ένα βαθμό.
«Δεν ξέρω θεία μου. Θα δούμε. Οι δουλειές πάνε κατά διαόλου έτσι κι αλλιώς. Ευκαιρία είναι, μου ‘λειψε λίγο το κωλόνησο».
Η θεία του χαμογέλασε. Πάντα τα λέγανε μεταξύ τους ντόμπρα και σταράτα. Κοίταξε τα χέρια της. Χέρια πιανίστα, λεπτεπίλεπτα και με τέλειες γωνίες. Κάποτε έλεγαν με τον πατέρα του ότι θα φτιάξουν ένα ωδείο μαζί. Να διδάξουν μουσική και την μαγεία της. Ο Χάρης παρατήρησε τα δάκτυλα της να κουνιούνται ανεπαίσθητα. Σαν να έπαιζαν πάνω σε ένα αόρατο πιάνο. Μουσική άρχισε να αναδύεται, να καταπίνει την βαβούρα του καφενείου. Το βλέμμα του εστίασε περισσότερο μέχρι που ένιωσε να ζαλίζεται.
«Μάνο; Τελειώνεις; Πάμε για ποτό, το χρειάζομαι».
Ο Μάνος, που μέχρι τότε ήταν απορροφημένος από την κουβέντα με συγγενείς, σηκώθηκε και έγνεψε θετικά. Το πιάνο δεν είχε σταματήσει να παίζει. Μόνο που τώρα άκουγε και μία φωνή να σιγοτραγουδάει «Για δέστε όλοι, τον ακροβάτη, πως τραμπαλίζεται…». Ο Χάρης ήθελε το ποτό οπωσδήποτε.

Το ίδιο βράδυ έφυγε κλεφτά από τον ξάδερφο του για να πάει στο πατρικό του. Δεν ήθελε να τον καταλάβει ο Μάνος, γιατί ήξερε ότι θα τον απέτρεπε. Αλλά από την ώρα που είχε πατήσει το πόδι του στο νησί, κάτι τον έτρωγε μέσα του. Άκουγε μελωδίες κι όργανα από το πουθενά, αναμνήσεις ξεπετάγονταν πολύ εύκολα κι απότομα. Το σπίτι έβγαζε κάτι απόμακρο και κοντινό ταυτόχρονα. Χωρίς κάτοικο, χωρίς τον φαροφύλακα του να του ανάβει το φως, μαρτυρούσε ένα σιωπηρό παράπονο. Κι ο Χάρης το είχε νιώσει. Έβαλε πρόχειρα την παλιά αλυσίδα στην καγκελόπορτα και την έκλεισε. Μπήκε στο σπίτι κι αμέσως ένιωσε την θερμή αγκαλιά του. Ακούμπησε το παλτό στον παλιό καλόγερο και θρονιάστηκε στον φθαρμένο καναπέ του σαλονιού. Έγειρε το κεφάλι πίσω, κλείνοντας τα μάτια. Το σπίτι τον είχε αντιληφθεί κι ήδη οι πρώτες νότες άρχισαν να πλησιάζουν το εύρος ακοής του. Στην αρχή διστακτικοί ψίθυροι οι οποίοι μετατράπηκαν σε καλπάζουσες συγχορδίες. Μία τραγουδιστή φωνή άρχισε να γεμίζει τα κενά αυτού που έμοιαζε να είναι μία ολόκληρη συναυλία δημιουργημένη από το μηδέν. Ο Χάρης άνοιξε τα μάτια και από πάνω του έστεκε το πρόσωπο ενός άνδρα με μακριά γενειάδα, κατσαρό μαλλί και γκριζοπράσινα μάτια. Του χαμογελούσε.
«Καλωσόρισες στο σπίτι σου, Χαράλαμπε. Σε περιμέναμε».
Ο Χάρης είχε ακινητοποιηθεί στον καναπέ. Σίγουρος ότι τον είχε πάρει ο ύπνος και βλέπει όνειρο, προσπάθησε να χαλαρώσει τον εαυτό του. Δεν κουνήθηκε ούτε χιλιοστό.
«Με…περιμένατε; Και ποιοι με περιμένατε ακριβώς;»
Ο άνδρας έκανε λίγα βήματα γύρω από τον καναπέ κι ο Χάρης τον ακολούθησε με το βλέμμα του. Φορούσε κάτι που έμοιαζε με σκουρόχρωμο φράκο, με πολλά μπαλώματα πάνω του και ένα κόκκινο πουκάμισο από μέσα. Σαν μαέστρος χορωδίας.
«Εγώ. Η χορωδία μου. Εμείς.»
Έκανε μία κίνηση με τα χέρια του δείχνοντας όλο το σαλόνι. Πάνω από κάθε όργανο είχε εμφανιστεί κι ένας άνδρας. Χέρια πάνω από το πιάνο περίμεναν να πατήσουν τα πλήκτρα. Ένα βιολί ξεκουραζόταν πάνω στον ώμο ενός μουσικού. Ένα σπασμένο τρομπόνι ήταν τοποθετημένο μπροστά από το στόμα του κατόχου του. Μία χορωδία που είχε μείνει ακίνητη στον χρόνο, περιμένοντας το κατάλληλο σύνθημα για να παίξει την επόμενη νότα.
Ο Χάρης πετάχτηκε πάνω. Παραήταν αληθινό αυτό το όνειρο και ήθελε να ξυπνήσει αμέσως. Το τσίμπημα στο μπράτσο του δεν βοήθησε. Ο άνδρας μπροστά του έβαλε τα γέλια.
«Μην κουράζεσαι, Χαράλαμπε. Δεν ονειρεύεσαι. Τα ίδια έκανε κι ο πατέρας σου την πρώτη φορά. Μετά απλά το πήρε απόφαση.»
«Κάποια μαλακία του ξαδέρφου μου είναι αυτή έτσι; Έκανε τέτοιες μακάβριες βλακείες μικρός. Μυαλό δεν έβαλε».
Ο άνδρας έκανε δύο βήματα κοντά του. Οι υπόλοιποι μουσικοί γύρισαν και τον κοίταξαν. Ο Χάρης ένιωθε να τον τρυπάνε με τα μάτια τους, δέκα ζευγάρια μάτια, δέκα βελόνες.
«Ο ξάδερφος σου δεν έχει καμία σχέση με αυτό. Όπως και κανείς άλλος. Είναι όλοι τους ανεπιθύμητοι. Ο πατέρας σου το είχε φροντίσει αυτό. Ελπίζω να το κάνεις κι εσύ, για το καλό σου».
Η φωνή του ήταν μπάσα αλλά έμοιαζε να ακούγεται από πηγάδι. Ο Χάρης κοίταξε την εξώπορτα και σκέφθηκε πόσο γρήγορα θα μπορούσε να φτάσει εκεί. Μετά όμως συνειδητοποίησε ότι αν το έκανε αυτό, θα δεχόταν ότι όσα γίνονται μπροστά του είναι αληθινά. Ότι δεν είναι όνειρο. Κι αυτό, δεν το ήθελε με τίποτα.
«Για να τελειώνουμε, θα παίξω το παιχνιδάκι σας. Τι θέλετε λοιπόν από εμένα; Να δώσω το οκ για να παίξετε; Να χειροκροτήσω;»
«Να κάτσεις και να μας απολαύσεις. Θα δώσουμε το τελευταίο μας κονσέρτο. Θα κλείσουμε την αυλαία που ανοίξαμε χρόνια πριν. Και θα φροντίσουμε, ώστε σε αυτό το σπίτι…να μην ξαναπατήσει ποτέ κανείς».
Ο μαέστρος μπροστά του πήρε θέση στο κέντρο του σαλονιού κι οι μουσικοί ετοιμάστηκαν, περιμένοντας το σινιάλο του. Ο Χάρης έστεκε δίπλα του χαμένος, περιμένοντας να ακούσει την πρώτη νότα κι έτοιμος να πιστέψει ότι του είχε στρίψει.
«Ο πατέρας σου μάζευε όργανα Χαράλαμπε, και τα πουλούσε για δικά του. Παλιά, καινούργια, μεταχειρισμένα, αχρησιμοποίητα. Όλα με αναμνήσεις, με την δική τους ψυχή εγκλωβισμένη μέσα τους για να βγει στις πρώτες νότες. Η μουσική, του είχε χαρίσει φήμη και χρήματα αλλά ζήτησε και το τίμημα της. Κι ο πατέρας σου το πλήρωσε. Έκανε το σπίτι του, θέατρο μας. Την ζωή του, την μουσική μας. Και τώρα που πέθανε, αυτό το σπίτι δεν υπάρχει λόγος να στέκεται».
Ο Χάρης ήξερε την δουλειά του πατέρα του. Γνώριζε ότι έκανε πολλές κομπίνες για να πουλήσει ένα παλιό όργανο, για δικό του. Και το αποτέλεσμα, ήταν μία περίοπτη μονοκατοικία, από τις μεγαλύτερες στο νησί. Άδεια από ανθρώπους, γεμάτη από μουσική.
Ο μαέστρος σήκωσε τα χέρια ψηλά κι έμεινε εκεί για λίγα δευτερόλεπτα. Προτού τα κατεβάσει, ένας θόρυβος έσπασε την ησυχία που είχε απλωθεί. Η βαριά αλυσίδα που πέφτει στο χώμα. Κάποιος είχε έρθει έξω.
«Ξάδερφε! Εδώ είσαι ρε; Χάρη;; Μην κρύβεσαι μαλάκα, βλέπω φώτα.»
Ο Χάρης κοίταξε έντρομος τον μαέστρο. Αυτός του ανταπέδωσε ένα αυστηρό βλέμμα και κατέβασε τα χέρια απότομα. Το βιολί έκλαψε, το τρομπόνι γρύλισε. Το πιάνο ακολούθησε παίζοντας τρεις οκτάβες. Το έδαφος άρχισε να τρέμει ελαφρά και μικρά ραγίσματα άρχισαν να εμφανίζονται στους τοίχους. Ο μαέστρος σήκωσε ξανά τα χέρια κι ο κιθαρίστας γρατζούνισε τις πρώτες χορδές. Δεύτερος κραδασμός. Η σκάλα άρχισε να καταρρέει κι η καρδιά του Χάρη βαρούσε ανελέητα για τον κίνδυνο που πλησίαζε.
«Χά..χάρη;; Ρε, γίνεται σεισμός! Που είσαι; Χάρη!!»
Ο Χάρης έτρεξε προς την έξοδο. Η πόρτα τραντάχτηκε όσο σοβάδες από πάνω της θρυμματίζονταν σε κομματάκια. Η μουσική έβγαινε σαν μικρές απανωτές εκρήξεις από τα όργανα. Ο Χάρης προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα, αλλά είχε φρακάρει. Κοίταξε από το παράθυρο κι έκανε νόημα στον ξάδερφο του να φύγει.
Ο Μάνος είχε ανησυχήσει για τον ξάδερφο του. Στην κηδεία ήταν σιωπηλός, απόμακρος. Το βλέμμα του χαμένο. Όταν βγήκε για βόλτα, υπέθεσε ότι θα πήγαινε στο σπίτι. Δεν ήθελε όμως να τον αφήσει μόνο του κι έτσι έφυγε να τον αναζητήσει. Είχε δίκιο, είχε έρθει στο πατρικό του. Είχε φτάσει στο παράθυρο και του φώναζε. Τον είδε που του έκανε νόημα να φύγει, γιατί όμως;
Το έδαφος κάτω από τα πόδια του υποχωρούσε ολοένα και περισσότερο, κάγκελα βυθίζονταν στην γη και η στέγη του σπιτιού γέμιζε τρύπες από τα σπασμένα κεραμίδια. Ο Μάνος άκουγε μουσική. Δυνατή, οργισμένη και εκκωφαντική μουσική. Δεν σταμάτησε να την ακούει ούτε όταν τον κατάπιε το έδαφος κι ένα τεράστιο κομμάτι πέτρας έπεσε στο κεφάλι του.
Ο Χάρης ούρλιαξε. Η μουσική σταμάτησε.

Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε πως έγινε μία τέτοια καθίζηση εδάφους, ικανή να προκαλέσει τέτοια ζημιά. Μαρτυρίες για μουσική που ακουγόταν την ώρα του συμβάντος έμοιαζαν βγαλμένες από την φαντασία και κρίθηκαν αβάσιμες. Ο Χάρης βρέθηκε δίπλα σε χαλάσματα. με διάσειση στο κεφάλι. Σώθηκε από θαύμα, έλεγαν οι περισσότεροι. Τραγικό θύμα του γεγονότος, ο ξάδερφος του Μάνος που πλακώθηκε από τα χαλάσματα. Ο Χάρης έμεινε στο νησί αρκετό καιρό μέχρι να συνέλθει. Για πολύ καιρό ήταν σιωπηλός, δεν μιλούσε με κανέναν. Οποιοσδήποτε ήχος τον έκανε να αναπηδήσει. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο δικηγόρος της οικογένειας να του μιλήσει.
«Κ. Διακοσάββα, τα συλλυπητήρια μου. Δεύτερη απώλεια, τόσο γρήγορα. Απίστευτο. Το σπίτι πλέον θέλει τεράστιο ποσό για να ανακατασκευαστεί και δεν ξέρω κατά πόσο αξ…»
Ο Χάρης τον διέκοψε. Γύρισε με μάτια κενά προς το μέρος του.
«Δε θα το ξανακτίσουμε. Θα το πουλήσουμε στον δήμο το οικόπεδο. Υπό έναν αυστηρό όρο.»
«Σας ακούω».
«Να φτιάξουν ένα μουσικό σχολείο στην θέση του. Να παίζουν πολύ μουσική. Με καινούργια όργανα. Με μία επιγραφή στην μνήμη του πατέρα μου.»
Ο δικηγόρος έμεινε έκπληκτος από το αίτημα, αλλά δεν είπε τίποτα. Χαιρέτισε τον Χάρη, γύρισε την πλάτη κι έφυγε. Ο Χάρης πήρε το mp3 player του κι έβαλε τ’ ακουστικά στα αυτιά του. Διστάζοντας, έβαλε το πρώτο τραγούδι να παίζει. Ξεφύσηξε με ανακούφιση όταν η μουσική που ξεχύθηκε δεν ερχόταν από βιολιά, πιάνο ή τρομπόνια. Δεν πλημμύριζε το δωμάτιο, το σαλόνι ή προκαλούσε σεισμό. Ήταν μία κλασική, δυνατή και θορυβώδης ηλεκτρική κιθάρα.
«Anywhere I may roam, where I lay my head is home»