Ήταν άλλη μια συνηθισμένη Παρασκευή για τη Γιάννα, μόνο που εκείνη τη μέρα έβρεχε τόσο πολύ, λες κι ο ουρανός ένιωθε τη θλίψη της και δάκρυζε μαζί της. Είχε τελειώσει με τη δουλειά στο γραφείο και γυρνούσε σπίτι της. Ευτυχώς η απόσταση μεταξύ τους ήταν μικρή. Το κορμί της δεν είχε πια δυνάμεις. Η όρεξή της είχε κοπεί και κουβαλούσε με δυσκολία το σώμα της πια. Περπατώντας στο πεζοδρόμιο κάποιος βιαστικός απ’ την αντίθετη κατεύθυνση έπεσε πάνω της σα να μη την είχε δει καν. Η Γιάννα δε γύρισε καθόλου να τον κοιτάξει. Ήθελε να επιστρέψει γρήγορα στο σπίτι, να κλειστεί και πάλι μέσα και να μη βλέπει κανέναν. Πάει καιρός που έκοψε απ’ τις παρέες της. Πάει καιρός από τότε που χαμογέλασε τελευταία φορά. Είχε βυθιστεί στη μοναξιά της μήνες τώρα.

Μόλις μπήκε μέσα, έβγαλε το βρεγμένο της παλτό, άναψε το τζάκι και πήγε προς το υπνοδωμάτιο να αλλάξει τα βρεγμένα ρούχα και να στεγνώσει λίγο τα μαλλιά της, που είχαν κι εκείνα βραχεί αρκετά. Κοιτάχτηκε για λίγο στον καθρέφτη και χαμήλωσε το πρόσωπό της λυπημένη. Δεν έβλεπε πια τίποτα όμορφο πάνω της. Ακόμη και το βλέμμα της ήταν χαμένο, κενό. Δε την αναγνώριζε ούτε η ίδια, μα δε θα ‘μπαινε και στον κόπο να βρει ξανά τον εαυτό της. «Ποιος ο λόγος τώρα πια», σκεφτόταν συνεχώς.

Άλλαξε, έπιασε σ’ έναν ατημέλητο κότσο τα μαλλιά της και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Άνοιξε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, πήρε ένα ποτήρι και προχώρησε προς το τζάκι. Της άρεσε να κάθεται δίπλα στο παράθυρο και να χαζεύει έξω. Κοίταζε για ώρα τη βροχή που είχε πια δυναμώσει αρκετά και ελάχιστα μπορούσε κανείς να διακρίνει λεπτομέρειες. Μονάχα τα ψηλότερα δέντρα στο βάθος φαινόντουσαν, που σχεδόν λύγιζαν απ’ τον μανιασμένο αέρα. Έμεινε εκεί να κοιτάζει αμίλητη. Της έλειπε και πάλι. Είχε περάσει τόσος καιρός που είχε να τον δει. Η απουσία του ήταν παρούσα σε κάθε της στιγμή.

Έβαλε το ποτήρι στα χείλη της και ήπιε δυο γουλιές. Άρχισε να σκέφτεται τις στιγμές τους, όλα εκείνα που μαζί είχαν περάσει. Ακόμη και στα ταξίδια του ήταν κοντά του, με όποιον τρόπο μπορούσε. Κανένα πρωινό δε ξημέρωνε χωρίς να ανταλλάξουν καλημέρες. Δεν είχε περάσει ούτε μια νύχτα χωρίς να του χαρίσει την καληνύχτα της. Και τώρα σιωπή. Ούτε καλημέρα, ούτε καληνύχτα πια. Οι μέρες άδειες και οι νύχτες ψυχρές. Της είπε πως θα ήταν το τελευταίο του ταξίδι. Πως μετά θα παρατούσε αυτή τη δουλειά. Κι οι μέρες περνούσαν. Η επικοινωνία τους κόπηκε. Αναπάντητα όλα της τα τηλεφωνήματα. Είχε φτάσει στο σημείο να καλέσει και την εταιρία στην οποία εργαζόταν εκείνος. «Δε λαμβάνουμε κανένα σήμα απ’ το πλοίο», της είπαν. «Αν έχουμε κάποιο νεότερο, θα επικοινωνήσουμε μαζί σας». Μέρα νύχτα δίπλα στο τηλέφωνο κοιμόταν και ξυπνούσε, μα η απάντηση δεν ερχόταν ποτέ. Στο δελτίο ειδήσεων πριν μήνες, είπαν πως το πλοίο χάθηκε στην κακοκαιρία και οι έρευνες για το πλήρωμα παρέμεναν άκαρπες. Κανένας δε βρέθηκε είπαν. Δεν ήθελε να πιστέψει ούτε λέξη. Μέσα της ήξερε πως εκείνος ήταν ακόμη ζωντανός.

Δίπλα της βρισκόταν το γραφείο και μπήκε στον πειρασμό ν’ ανοίξει το τελευταίο συρτάρι, ξεχνώντας πόσες αναμνήσεις κρύβονταν εκεί για καιρό. Αναμνήσεις από στιγμές αγαπημένες. Άνοιξε ξανά το φάκελο με το πρώτο του γράμμα. Κάθισε στο χαλί, άρχισε να διαβάζει κι ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. Δυο λέξεις όμως ήταν αρκετές για να σβήσει και πάλι. «Αγάπη μου» διάβασε και ένιωσε όσα ποτέ δε κατάφερε να ξεχάσει.

Το τζάκι αναμμένο, μα το δωμάτιο παρέμενε κρύο. Δυο τρεις σελίδες μόνο ήταν τώρα εκεί για να ζεσταίνουν το μέσα της. Τις κρατούσε σα φυλαχτό μέσα στα δάχτυλά της. Λίγες λέξεις διάβαζε κι έβαζε ασυναίσθητα το ποτήρι ξανά στα χείλη της. Και το μπουκάλι τελείωνε σιγά σιγά. Και τα ξύλα στο τζάκι άρχισαν να εξαφανίζονται. Μόνο εκείνος δεν έλεγε να σβήσει από μέσα της. Είχε τόση αγάπη για εκείνον, τόση λατρεία. Είχε τόσα να του δώσει ακόμη. Μα εκείνος δεν ήταν πια εκεί. Μοναχά οι σκέψεις του της κρατούσαν συντροφιά τώρα πια.

Η ώρα περνούσε και καθισμένη στο χαλί ένιωθε τόσο αδύναμη για να κινηθεί. Πήρε αγκαλιά τις σελίδες, κούρνιασε σε μια μεριά και ένιωσε για λίγο να την αγκαλιάζει όπως τότε. Δε μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της, λύγισε. Μ’ ένα παράπονο κατάφερε να ψελλίσει, «πού είσαι;» Εξαντλημένη αποκοιμήθηκε στο ίδιο σημείο που κάποτε κοιμόντουσαν αγκαλιασμένοι. Η φωτιά είχε πια σβήσει και το μόνο που την κρατούσε ζεστή, ή μάλλον ζωντανή ακόμα, ήταν οι αγαπημένες τις λέξεις γραμμένες από το χέρι του.

Ξαπλωμένη εκεί, το κορμί της έμοιαζε τόσο ήρεμο, μα με μυαλό και ψυχή άλλο τόσο ανήσυχα. Μέχρι που ένας κεραυνός την ξύπνησε. Προσπάθησε να σηκωθεί, μα δεν είχε δυνάμεις. Σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε έξω. «Ακόμα βρέχει;» αναρωτήθηκε. Ώσπου στο τέλος κατάλαβε πως ήταν εκείνη που δάκρυσε, όταν τον είδε απ ‘το παράθυρο να έρχεται ξανά κοντά της…